Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23 Μαΐ 2012

Γιατί κοιτάζεις το μήλο μου;

Του Δημήτρη Μαγριπλή

Πάντα πριν τις εκλογές δεχόμασταν πλήθος επισκέψεων. Ειδικά την τελευταία εβδομάδα. Γνωστοί και άγνωστοι πίστευαν ότι  μπορούν να μας πείσουν ή να μας μεταπείσουν προς την άποψή τους. Εμείς οικογενειακά και με περισσή φιλοξενία, τους ακούγαμε. Η γιαγιά έπλεκε ασταμάτητα, η οικοδέσποινα πρόσφερε καφέ και γλυκό κουταλιού, τα παιδιά έτρωγαν το γλυκό και εγώ διατηρούσα την ψυχραιμία μου σε επίπεδα άριστα για τις περιστάσεις.
Το γεγονός δεν κρατούσε πολύ. Συνήθως με το πέρας του λογυδρίου άφηνα ένα μακάρι, ένα καλή επιτυχία και ο ομιλητής έκρινε ότι η αποστολή του είχε τελειώσει. Σηκωνόμασταν ευχαριστημένοι και ξεπροβόδιζα τους υποψήφιους. Πλήθος. Ο γιος του κουμπάρου, η αδελφή της συναδέλφου, ο μπατζανάκης του γείτονα. Όλοι ήταν με την ευρεία έννοια σόι και φυσικά έτοιμοι να βοηθήσουν, αν κάτι απαιτούσε σπρώξιμο. Όποιος και να έβγαινε ήταν γνωστός. Αισθανόμασταν ασφαλείς και χαρούμενοι. Φυσικά μέχρι τις επόμενες εκλογές ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σαν να άνοιγε η γη και τους κατάπινε. Η γιαγιά τους είχε αποδώσει το παρατσούκλι: «Τα παιδιά του Ηφαίστου» και τα μωρά πίστευαν ότι πράγματι κατοικούσαν στην Αίτνα.

- Τόσο μακριά;, με ρώτησε κάποτε ο μικρός.

Τον κοίταξα και άφησα με σοβαρότητα μια κατάφαση. Ψάξαμε και στο χάρτη και βρήκαμε το ηφαίστειο. Η μικρή μου κόρη άρχισε τότε να σκαλίζει το ανάγλυφο της υδρογείου και λίγο έλειψε να καταστρέψει τον κόσμο. Ευτυχώς την προλάβαμε.
- Τι κάνεις εκεί;

- Ψάχνει τους πολιτικούς, με διαβεβαίωσε η μεγάλη, τραβώντας την από το χέρι. Φωνές και κλάματα. Είδα και έπαθα να την πείσω ότι κάτω από το χάρτινο απόστημα δεν υπάρχει ζωή. Στο τέλος φάγαμε παγωμένο γιαούρτι, για να ηρεμήσει. Ήταν το αγαπημένο του βουλευτή, που μόνο στο σχετικό επεισόδιο στην τηλεόραση, τον είχε αντικρύσει.
Σε αυτές τις  εκλογές τα πράματα ατόνησαν. Σχεδόν κανείς. Ερημιά. Κάτι τηλέφωνα μόνο και αυτά συνήθως από  φοβισμένους γραμματείς .

- Θα έρθετε στην εκδήλωση; μας έλεγαν με συστολή, περιμένοντας κάποια βίαιη αντίδραση.
Άλλοτε χτυπούσε ένα «γκαπ», σημάδι ότι είχα μήνυμα και ανοίγοντας το έβλεπα συμπυκνωμένη την ιδεολογία του κόμματος. Σε μια πρόταση ή ακόμη και σε μια λέξη.  Συμπύκνωση και αφαιρετικότητα. Λ.χ. «Αυτοδυναμία». Όταν το πρωτοείδα έχασα μια ολόκληρη μέρα να σκέφτομαι. Δεν υπήρχε πια και ο ήλιος να με βοηθήσει. Σκοτάδια παντού, προσπαθούσα να πάω την μπάρα παρακάτω, ανώφελα.

- Δεν έχει συνέχεια, με διαβεβαίωσε η σύζυγος.

Έμεινα έκθαμβος. Τέτοιο φωτισμό ο πρόεδρος; Αφού το πάλεψα όλο το βράδυ, εκεί γύρω στα ξημερώματα, πηγαίνοντας προς την κουζίνα, έβγαλα συμπέρασμα: «σκατά». Είχα πατήσει ένα πλαστικό στρατιωτάκι. Το  σακάτεψα. Πήγα να βάλω τα κλάματα. Το φύλαγα από παιδί και το είχα χαρίσει στο γιο μου. Τώρα πού θα βρω ξανά ελληνικό τσολιαδάκι; Όλο κάτι πάνοπλους Αμερικάνους και τέρατα φτιάχνουν για τα παιδιά μας. Δεν πουλάει λέει ο τσολιάς, ούτε το ναυτάκι και έκλεισε η εταιρία. Όλα εισαγόμενα. Έσκυψα, το σήκωσα στα χέρια μου και το έβαλα δίπλα στην εικόνα της Παναγίας, πάνω στο τζάκι. Θα το κολλήσω – αποφάσισα – και έψαξα για κόλλα. Πήρα πρώτα τα πόδια και ύστερα από πίεση, κόλλησαν. Έβαλα το κεφάλι, με μια κλήση προς τα αριστερά και έδεσε. Μου είχε μείνει το ντουφέκι. Έψαξα, έψαξα μα μάταια. Κάπου είχε χαθεί.


 Την επομένη κανείς δεν παρατήρησε το επεισόδιο. Ένας τσολιάς που παραδόξως κοιτούσε πλαγίως  αριστερά, χωρίς ντουφέκι, κοσμούσε το χώρο.
Το απόγευμα είχαμε επίσκεψη. Και τι επίσκεψη. Ο τέως υπουργός. Ντόπιος, πάντοτε περνούσε τέτοιες μέρες από το σπίτι. Αν και ξαφνικό, ανταποκριθήκαμε δεόντως. Τα παιδιά έφαγαν όλο το γλυκό, η γιαγιά με τις βελόνες της έτοιμη, η σύζυγος σέρβιρε με χάρη.
- Με τις υγείες σας, αναφωνήσαμε όλοι μόλις ο εκλεκτός έβαλε νεράκι στο στόμα του.
Μετά άρχισε να μας διαφωτίζει. Έλεγε – έλεγε και δώσ’ του εμείς ευχές και μακάρι όποτε ένοιωθε το σάλιο του να στεγνώνει ή έψαχνε το κερασάκι, στην κοιλότητα του στόματός του. Μας ενημέρωσε για όλα. Ένοιωθα πλήρης και έτοιμος για το ερώτημα.
- Κατάλαβες; με ρώτησε.
- Ανασυγκρότηση  και αυτοδυναμία, είπα με περίσκεψη.
Ο άνθρωπος απογειώθηκε. Με χτύπησε στην πλάτη και μου πήρε εγκάρδια το χέρι, προστατευτικά κάτω από την παλάμη του. Το είχε δει από τον προηγούμενο αρχηγό. Έβαζε  το ελεύθερο χέρι του πάνω από την χειραψία. Υποταγή και προστασία παράλληλα. Όλα καλά. Ετοιμάστηκε για αποχώρηση. Σηκώθηκε πρώτος, πήρε χαμόγελο και μας χαιρέτησε με ηλικιακή προτεραιότητα.  Έλειπε η μικρή. Την αναζητήσαμε. Ήρθε με ένα τεράστιο κόκκινο μήλο στο χέρι.
- Έλα, πουλάκι μου, να πεις αντίο στον κύριο, την προέτρεψα.
Αυτή καθόταν μακριά και δεν ζύγωνε.
- Έλα, παιδί μου, να χαιρετίσεις, είπα και είχα γίνει κόκκινος από ντροπή.
Τίποτα. Κοιτούσε το φρούτο και είχε μια αγωνία…Πάνω που την ζύγωσε ο επισκέπτης, με φωνή στεντόρεια του λέει:
- Γιατί  κοιτάζεις το μήλο μου;
Κερώσαμε. Η μικρή νόμιζε ότι θα της το φάει και έβαλε τα κλάματα. Την πήρα αγκαλιά και ηρέμησε κάπως.
Φτάσαμε στην εξώπορτα. Σε παράταξη ευχηθήκαμε καλό δρόμο και πάνω που θα έφευγε, κάτι πάτησε και κόντεψε να στροκλιαστεί. Ευτυχώς ισορρόπησε. Σήκωσε το πραματάκι και μου το έδωσε. Ήταν το ντουφέκι που έψαχνα.
Το πήρα στα χέρια μου και το έσφιξα με ανακούφιση. Τίποτα δεν είχε χαθεί. Έτρεξα  πήρα την κόλλα και το κόλλησα. Από το παράθυρο είδα τα παιδιά να ακολουθούν το αμάξι και άκουσα κρότους. Είχαν δέσει τα αφιλότιμα μια μπικιώνα με σκοινί στην εξάτμιση. Ο άνθρωπος, με κλεισμένα τα παράθυρα στη λιμουζίνα του, που να πάρει χαμπάρι.

 Ανέκδοτο διήγημα

                                                                  
Πηγή: redkangaroo

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...