Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

22 Ιουν 2015

Στα πανιά, Στράτης Μυριβήλης

( Ο Αντρέας, γιος του κυρ Θανάση, του καφετζή του λιμανιού, είχε έναν καλό φίλο, τον Πετρή, κι ένα σκύλο, τον Κουρτ. Ο πατέρας τού Πετρή, ο καπετάν Μπούρας, είχε ένα καΐκι, τη «Φανερωμένη», και μια βάρκα, που την είχαν βαφτίσει τα παιδιά «Αργώ». Ναύτης του καραβιού ήταν ο μπαρμπα-Λιάς. Μια μέρα ο Αντρέας, πριν να φύγει για μια εκδρομή, κατεβαίνει στο λιμάνι, όπου η «Φανερωμένη» ετοιμάζεται να ξεκινήσει. )

Όπως το πρόβλεπε για τον καιρό ο καπετάνιος, έτσι κι έγινε.
  Η θάλασσα, που ήτανε μπονάτσα* απ’ την ώρα που βράδιασε χνούδιασε ανάλαφρα από ένα ψιλό αγεράκι, εκειδά κατά τις δυο. Το φεγγάρι, που μόλις έπιανε να παίρνει πίσω, φώτιζε ακόμα πλούσια τα γαληνεμένα νερά. Και σαν άρχισε να φυσά ψιλός λεβάντες,* θάμπωσε μακριά το φωτερό καθρέφτη της θάλασσας. Αυτή η σκούρα γραμμή ολοένα και κόντευε. Τότε πάνω στη «Φανερωμένη» κουνήθηκαν τρεις ίσκιοι. Ο καπετάνιος δίνει ένα κοντοσύλλαβο όρντινο,* κι αμέσως ο μπαρμπα-Λιάς αρχίζει να βιράρει* τη μικρή χειροκίνητη μπόμπα* της πλώρης. Ακούγεται η αλυσίδα που τυλίγεται. Ανεβαίνει μ’ ένα χαρούμενο χαρχάλεμα* η άγκυρα της μπρατσέρας.* Ο Πετρής είναι έξω, στο μώλο. Βγήκε με την «Αργώ» να λύσει το πλωριό παλαμάρι.
  Την ώρα που κάνει σκυφτός αυτή τη δουλειά, νιώθει ένα χέρι ν’ ακουμπά στον ώμο του. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει από πάνω του τον Αντρέα.
  – Καλώς μου τον, λέει, χωρίς να πάψει τη δουλειά του. Καλά έκανες κι ήρθες. Θα λυπόμουνα αλήθεια να φεύγαμε χωρίς να σε ξαναδώ, Αντρέα.
  Σηκώνεται και του δίνει το χέρι.
  – Γεια σου, το λοιπόν! Σε καμιά δεκαπενταριά μέρες το πολύ θα είμαστε πίσω και θα τα ξαναπούμε…
  Ο Αντρέας, χωρίς να πάρει το χέρι που του απλώνει ο φίλος του, κατεβαίνει όμορφα όμορφα μέσα στην «Αργώ», έτσι που είναι, φορτωμένος το γυλιό και το φουσκωμένο σακί του.
  – Έλα, έμπαινε, λέει του Πετρή που στέκεται και τόνε βλέπει σαστισμένος. Έχω να σου πω…
  Από την μπρατσέρα ακούγεται ακόμα ο ρυθμικός κρότος της αλυσίδας που τυλίγεται, και οι μακαράδες* που τραγουδούν κάτ’ από τα σκοινιά στα ξάρτια.
  Ο Πετρής μπαίνει μέσα στη βάρκα και πηγαίνουν στο καράβι μαζεύοντας το παλαμάρι.
  – Τι θα πουν αυτά; ρωτά το καπετανόπαιδο.
  – Τώρα θα σου τα εξηγήσω όλα, λέει ο Αντρέας.
  Ανεβαίνουνε στην μπρατσέρα.
  – Καπετάνιο, λέει ο Αντρέας και βγάζει το σκούφο του, ο πατέρας μου σε παρακαλεί πολύ να με πάρεις μαζί στο ταξίδι τούτο. Θα σας το χρωστά, λέει, μεγάλη χάρη. Κι εγώ… Θα δείτε. Θα είμαι ακόμα ένας μούτσος μαζί με τον Πετρή.
  Ο καπετάν Μπούρας στάθηκε και τους κοίταζε. Ξύνει τα μουστάκια του συλλογισμένος.
  – Καλά… λέει στο τέλος. Μια και μου το γυρεύει ο φίλος μου ο κυρ Θανάσης, δε γίνεται να του χαλάσω το χατίρι. Όμως, ξέρεις, βρε παιδί μου, για να ’μαστε δηλαδή ξηγημένοι, πάνω στο καράβι η ζωή είναι κάπως άβολη. Είναι μέρες που δεν καλοπερνάμε, σα να λέμε, πάνω στη θάλασσα… Ε, δασκαλόπαιδο;
  – Να μη νοιάζεσαι γι’ αυτό, φωνάζει συγκινημένος ο Αντρέας. Θα δεις… Θα δεις πώς θα τα καταφέρω. Έχω κουράγιο εγώ, δεν είν’ έτσι, Πετρή;
  – Α, ναι, όσο γι’ αυτό!…
  Aποσώνει πρόθυμα ο Πετρής.
  – …Και δεν μπορούσε ο βλογημένος ο κυρ Θανάσης να μου το πει καν εχτές! λέει πάλι ο καπετάνιος. Δεν μπορούσε να μου το πει ο βλογημένος; Θα τα κανόνιζα καλύτερα…
  Ο Αντρέας νόμισε πως μιλούσε για τις κουμπάνιες.*
  – Έφερα, λέει, μαζί μου, πολλή γαλέτα και τυρί. Κοιτάτε… Φτάνει για μέρες!
  Του δείχνει το φουσκωμένο γυλιό και ένα σακίδιο στρατιωτικό κρεμασμένο στο πλευρό του, που πάει να σκάσει από το παραγέμισμα.
  Ο καπετάνιος τού χαϊδεύει το κεφάλι.
  – Άιντε! λέει γελώντας. Δεν πιστεύω δα να μην περισσέψει τίποτα και για σένα στο ντουλάπι του καραβιού, ε; Τι λες και συ, μπαρμπα-Λιά;
  Ο μπαρμπα-Λιάς γελά σα να βήχει, γκαχ-γκαχ-γκαχ, και δεν ακούγεται τι λέει. Είναι στις χαρές του τώρα, που λύνουν τέλος πάντων την πρυμάτσα.*
  Ο Αντρέας ξεφορτώνεται στη στιγμή και στρώνεται μονομιάς στη δουλειά. Ανοίγουνε τους φλόκους* ώσπου να βγουν από το λιμάνι. Ο καπετάνιος καθίζει στο τιμόνι.

Την ώρα που το καράβι ξεμπουκάρει από τα φανάρια του λιμανιού, ο Πετρής φωνάζει ξάφνου:

  – Κοίτα!
  Απλώνει το χέρι του πίσω κατά το λιμάνι. Όλοι σηκώνουν το κεφάλι και βλέπουν προς τα κει.
  Αλήθεια, κάποιος κολυμπά κατά πόδι της «Φανερωμένης». Ένα κεφάλι φαίνεται να μαυρολογά μέσα στον ίσκιο των αραγμένων καραβιών. Σα βγήκε στο ξέφωτο του φεγγαριού, ο Αντρέας λέει με συγκίνηση:
  – Είναι ο Κουρτ!
  – Ήρθε να ξεπροβοδίσει… κάνει ο Πετρής.
  Κουνά το χέρι του και φωνάζει:
  – Μπράβο, Κουρτ! Έχε γεια, Κουρτ!
  Το καράβι βγαίνει αργά αργά με προσεχτικές μανούβρες, και το σκυλί ολοένα πλησιάζει. Φαίνεται καθαρά τώρα το ωραίο κεφάλι του. Ακόμα και τα μάτια του είναι γεμάτα χαρά, που βλέπει τα παιδιά στην πρύμη να του μιλούν.
  Το καράβι ωστόσο βγήκε από το λιμάνι, κι ο σκύλος πάντα κολυμπά με κουράγιο πίσω απ’ την πρύμη της «Αργώς». Ο Αντρέας άρχισε ν’ ανησυχεί.
  Σηκώνεται όρθιος, να τον προσέξει ο σκύλος, και του φωνάζει δυνατά:
  – Κουρτ! πήγαινε πίσω γρήγορα! Χτυπά το πόδι στο σανίδι και ξαναπροστάζει:
  – Γρήγορα πίσω!
  Το σκυλί γαβγίζει λυπητερά, παρακαλεστικά μικρά γαβγητά, σταματά για μια στιγμή, διστάζει, και πάλι χύνεται μπρος, να μη χάσει την απόσταση από τη βάρκα.
  – Φύγε πίσω! διατάζει ο Αντρέας θυμωμένος. Φύγε πίσω, λοιπόν!
  Ο Κουρτ κάθε φορά του απαντά μ’ ένα μικρό γαβγητό, μα δεν αλλάζει ρότα.* Το μαύρο κεφάλι του είναι πάντα εκεί, μέσα στα φωτισμένα νερά, πάντα πίσω από τη βάρκα.
  Ο Αντρέας βλέπει τον καπετάνιο που γυρίζει κάπου κάπου το κεφάλι και κοιτάζει το ζο* στη θάλασσα. Συλλογιέται με μεγάλη στενοχώρια την καινούργια ενόχληση, που αυτό το περιστατικό δίνει στον καπετάν Μπούρα. Μαζεύει κομμάτια πέτρες, αποτρίμματα από τις πλάκες, και αρχίζει να πετροβολά το σκυλί, να το κάνει να γυρίσει πίσω. Ολοένα το διώχνει πολύ θυμωμένος. Με φωνές, με χειρονομίες, με τις πέτρες. Ο Κουρτ το χαβά του. Εξακολουθεί να κολυμπά πάντα ηρωικά, κουρασμένος, μα χωρίς να τα βάζει κάτω. Μια από τις πέτρες φαίνεται να τον εβρήκε, γιατί γάβγιξε με πόνο. Η φωνή ήρθε λυπητερή μέσα στη νύχτα.
  Τότε ο Αντρέας άφησε τις πέτρες του να πέσουν στη θάλασσα. Κοίταζε απελπισμένος το ζο. Τα μάτια του βούρκωσαν. Ήξερε αυτός την αφοσίωσή του. Θα κολυμπούσε έτσι ώσπου θα βαστούσαν οι δυνάμεις του. Ο αγέρας θα γιόμιζε τα πανιά της «Φανερωμένης», το καράβι θα ξεμάκραινε, κι ο Κουρτ θα κολυμπούσε πάντα, απελπισμένος και πιστός, πίσω, ολομόναχος μέσα στη νύχτα, μέσα στο κρύο νερό, ώσπου ν’ αποκάμει. Δε θα ’χε πια σε λίγο και τ’ ανάκαρα* να γυρίσει πίσω. Θα πνιγότανε μεσοστρατίς, εκεί μπρος στα μάτια του, και το πρωί θα τον έβγαζε η θάλασσα σε μιαν ακρογιαλιά.
  – Δε φεύγει! είπε απελπισμένος. Τι να κάνω, που δε φεύγει!
  Τότε ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου.
  Είπε ήσυχα ήσυχα:
  – Έτσι είν’ αυτά τα ζα. Δεν το ’χει απόφαση να γυρίσει. Μόνο κατεβείτε στη βάρκα και πάρτε τον πριν αμολήσει* και πάει φούντο.
  Τα παιδιά βρέθηκαν στη στιγμή μέσα στην «Αργώ». Με μερικές κουπιές κόντεψαν το σκύλο, τον τράβηξαν από τη θάλασσα και τον ανέβασαν μαζί τους στο καράβι. Ήτανε φανερά κουρασμένος, ανάσανε λαχανιασμένος, με τη γλώσσα μια πιθαμή έξω. Μ’ όλα αυτά, είχε το κουράγιο να κάνει μεγάλα σάλτα, για να τινάξει από πάνω του τα νερά και να δείξει την ευχαρίστησή του.
  Ο Αντρέας ένιωσε την καρδιά του τόσο ξεχειλισμένη από ευγνωμοσύνη…
  Πήγε κοντά στον καπετάνιο, κάθισε χάμου, πλάι, του πήρε το χέρι και το φίλησε.
  – Σας ευχαριστώ από την καρδιά μου, είπε σιγά σιγά. Δε θα ξεχάσω ποτές μου την καλοσύνη σας!
  Ο καπετάν Μπούρας χαμογέλασε καλοσυνάτα.
  – Για ποιο πράμα; ρώτησε. Για το σκύλο τάχα; Μα δε θα τ’ αφήναμε να πνιγεί, ε;
  Ένιωσε πάνω στο κακοπέτσουρο* χέρι του τα ζεστά δάκρυα του παιδιού. Ανεσήκωσε με τ’ ανάστροφο της παλάμης το σαγόνι του Αντρέα, κοίταξε με απορία το πρόσωπό του στο φεγγάρι. Τόνε μάλωσε μισά αστεία μισά σοβαρά.
  – Μα στάσου! είπε. Εσύ κλαις, θαρρώ! Τ’ είν’ αυτά, Αντρέα! Οι γυναίκες κλαίνε, γιε μου. Εσύ τώρα είσαι θαλασσινός. Κι αυτά τα κλάματα είναι στεριανά, ε;
  – Έχεις δίκιο, καπετάνιο… ευχαριστώ!
  Σηκώνεται και τρέχει να δώσει ένα χέρι στις μανούβρες.
  Ο Κουρτ τρέχει κι αυτός από τον ένα στον άλλο, κουνά την ουρά του. Θέλει να πει:
  – Εμένα δε με θέλετε να κάνω τίποτα; Μα τίποτα;
  Ο μπαρμπα-Λιάς ανεσκαλώνει* κι ανάβει τα φανάρια. Πράσινο στα δεξιά. Κόκκινο στα ζερβιά. Ακόμα, ένα στο πλωριό το άρμπουρο,* λευκό, κι άλλο ένα λευκό, στην πρύμη.
  Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα. Ο Αντρέας βρίσκει πως μοιάζουνε με γιορτιάτικη φωταψία. Ο Κουρτ κοιτάζει κι αυτός. Πηγαίνει στην πλώρη, στο τσιμπούκι,* βλέπει το φεγγάρι, βλέπει τα φωτισμένα νερά. Γαβγίζει χαρούμενα μέσα στην όμορφη νύχτα. Η «Φανερωμένη» βγήκε από το λιμάνι σα μέσα από μιαν αγκαλιά. Τότες παίρνει βόλτα αργά αργά. Ανοίγει σα μεγάλη άσπρη φτερούγα και το πλωριό πανί. Το λιμάνι ολοένα και μακραίνει. Οι αχτές σβηούνται, παίρνουν ένα αβέβαιο χρώμα, οι γραμμές θαμπώνουν.
  Την ώρα κείνη ίσα ίσα ακούγεται αντίκρυ, από τη στεριά ψηλά, ένα σάλπισμα. Χτυπά το εγερτήριο. Οι γρήγορες και δυνατές νότες αντιχτυπούνε στα μουράγια* και στα κλειστά σπίτια της μικρής πολιτείας, σα να ’ναι κι οι ίδιες χάλκινες. Κατόπι μια σουβλερή σφυριξιά:
  – Φφφχίουου!
  Ο Αντρέας νιώθει την καρδιά του να κλοτσά δυνατά μέσα στο στήθος του. Κάτι σφίγγεται μέσα του. Η σάλπιγγα κι η σφυρίχτρα σα να βάρεσαν μέσα στο στήθος του. Δαγκάνει τ’ αχείλι του και στηλώνει τ’ αυτί μακριά, προς τη στεριά, ν’ ακούσει ακόμα. Το σάλπισμα. Τη σφυρίχτρα…
  Τίποτα.
  Τραβάει τον Πετρή απ’ το μανίκι.
  – Άκου! του λέει σιγά.
  – Είναι η μάζωξη στο σκολειό για την εκδρομή, κάνει με αδιαφορία ο Πετρής.
  – Ναι! κουνά κι ο Αντρέας το κεφάλι μέσα στο σκοτάδι. Είναι για την εκδρομή…
  Και δε λέει άλλο.
  Η όμορφη πολιτεία, κάτασπρη από τον ασβέστη, πάει, χάθηκε κιόλας με την πρώτη βόλτα. Η μπρατσέρα είναι πια ανοιγμένη στο πέλαγο. Ο αγέρας δεν είναι πρίμος* βέβαια. Ανεβαίνοντας, τον έχει στη δεξιά μάσκα* της πλώρης. Και ταξιδεύει με βόλτες. Μεγάλες, αργές, ωραίες βόλτες, καλλιγραφημένες πάνω στα κατάφωτα νερά από το ’πιδέξιο κυβέρνημα του καπετάν Μπούρα. Κι η «Αργώ», η χαριτωμένη φελούκα, ακολουθά δεμένη στην πρύμη, χαρούμενη, παιγνιδιάρα και πεταχτή σα μια μεγάλη νεροπεταλούδα.
  Το φεγγάρι λαμποκοπά στ’ άλμπουρα, στους μπρούντζους και στα ξάρτια. Γεμίζει και την «Αργώ». Ασημένια πουλιά ανοίγουν και κλείνουν γρήγορα τις πλατιές φτερούγες των πάνω στο κύμα. Αστράφτουνε μια και χάνουνται.
  Όλα είναι εξαίσια.
  Ο ουρανός. Το φεγγάρι. Οι στεριές. Τα νησάκια. Η θάλασσα! Η θάλασσα!
  Ο Αντρέας αισθάνεται σα να ’ναι μεθυσμένος από όλα αυτά. Στέκεται όρθιος στην πλώρη, κρατημένος από τα ξάρτια. Η καρδιά του χτυπά… χτυπά… Πάει να σπάσει. Αναπνέει δυνατά τον αρμυρόν αγέρα, που έρχεται δροσερός σαν το κρύο νερό. Να ’τανε το στήθος του φαρδύ σαν τα μεγάλα πανιά της «Φανερωμένης», να τον ρουφήξει όλον αυτόν τον αγέρα, να τον δεχτεί μέσα του έτσι χορταστικά, να φουσκώσει το στήθος του όπως τον δέχουνται τα πανιά και φουσκώνουν!
  Κάθε φορά που ακούει τον καπετάνιο να προστάζει καινούργια μανούβρα, πετάγεται και βοηθά τον Πετρή, γεμάτος καρδιά. Ο καπετάν Μπούρας απορεί με την ’πιδεξοσύνη του. Κατόπι τα δυο παιδιά ξαπλώνουνται μαζί, πλάι πλάι, στην πλώρη, που ανεβοκατεβαίνει με ρυθμό και κόβει το κύμα, χραστ! χρουστ!
  Ξαπλώνει κοντά τους κι ο Κουρτ, απλώνει τα μπροστινά πόδια του και ακουμπά πάνω στην κεφάλα του, όπως βλέπει τα παιδιά ν’ ακουμπάνε το σαγόνι στα κουλουριασμένα μπράτσα τους.

(Aπό το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)
 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...