ΔΕΝ ΔΥΝΑΜΑΙ νὰ κατηγορήσω τὸν κουρέα μου ὅτι ἐκληρονόμησε
τὸ ἐλάττωμα τῶν ἀρχαίων ὁμοτέχνων του. Ποτὲ δὲν εὑρέθηκα εἰς
τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν ὁ ἀρχαῖος ἐκεῖνος, ὅστις, ἐρωτηθεὶς παρὰ
τοῦ κουρέως «Πῶς σὲ κείρω;», ἀπήντησε «Σιωπῶν». Ποτὲ δὲν μοῦ
ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας του περὶ τῆς διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας
ἢ τὰς γνώμας του περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Ἐξ ἐναντίας
αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ μοῦ συμβουλεύει σιωπὴν διὰ νὰ μὴ μὲ
κόψει μὲ τὸ ξυράφι του.
«Προσέξετε, μὴ μιλᾶτε νὰ μὴν κοπεῖτε!»
Η συνέχεια εδώ
«Προσέξετε, μὴ μιλᾶτε νὰ μὴν κοπεῖτε!»
Αὐτὸ δὲ καὶ τὸ «μὲ τὶς ὑγεῖες σας», μὲ τὸ ὅποιον τελειώνει
τὸ ξύρισμα, εἶναι αἱ μόναι λέξεις τὰς ὁποίας ἀκούω ἀπὸ τὸ
στόμα του.
