Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

22 Ιουλ 2018

Σοφία Πόταρη, Ηλιοβασίλεμα

Είναι κάτι παλιά ξεθωριασμένα κεραμίδια
που στέκονται σαρακοφαγωγμένα θαλασσόξυλα
ψημένα απ' την αλμύρα, φαγωμένα απ' τη βροχή
από τον ήλιο άγρια πυρπολημένα, σα δέρματα  ξερά
το δειλινό ο ήλιος πάνω τους απλώνεται
τη σκόνη τους δειπνά και ξεψυχά ολόμαυρος
σαν αίμα ξεραμένο, πού 'χει πια λιμνάσει
πέρα μακριά η θάλασσα βουλιάζει κατακόκκινη
κι ένας ίσκιος απρόσκλητος τρυπώνει σε ιστορίες
πλεγμένες κάτω από μισοσπασμένα κεραμίδια

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι, 2017
                   Α μέρος ποιήματα

20 Ιουλ 2018

Νίκο Καρούζο «θα γυρίσουμε στην ομορφιά μια μέρα…»

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας.

Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων, ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά το νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του, τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση.

H συνέχεια εδώ

16 Ιουλ 2018

Ευχή, Γεωργία Δεληγιαννοπούλου



Να αποκαταστήσουμε τη μάνα μας...
Αυτή που γίναμε
Κι αυτή που δεν έχουμε γίνει ακόμα
Αυτή που στην κοιλιά της κλωτσούσαν μπρατσάκια και πατούσες
Κι άλλαζε θέση το σπάργανο που μετά αναζητούσε μόνο μάτια
Όλη η ζωή ξετυλίγεται σε δυο μάτια
Για δυο μόνο μάτια
Για ένα βλέμμα που χορεύουν δυο σπίθες φωτιάς
Τα μάτια της μάνας τα μάτια
Που τρυπάνε
 το πιο πονεμένο βάθος
Αυτό το βάθος
 που σε γέννησε  φως μου
Που με ξέσκισε και μ’ ανάστησε
Που μ’ αγκάλιασε όταν δεν είχα καμία ελπίδα

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Κι αυτή που δεν κοίταξε
Κι αυτή που δεν χάιδεψε
Κι αυτή που λύγισε και δεν τα κατάφερε
Κυρίως αυτή
Τη μάνα που έσφαλε
Κι αυτή που παρέδωσε τη μουγκή της κόρη στον πόλεμο
Κι αυτή που διαμέλισε ένα φτωχό κουφάρι από μανία θεού
Κι αυτή που σκότωσε τα παιδιά της και δραπέτευσε στο χρόνο
Κι αυτή που τόσο πολύ χλευάστηκε γιατί σε γέννησε
Και με γέννησε
 
Μοιράστηκε αίμα μαζί σου κι οξυγόνο
άνοιξε ακούσια την
 πόρτα της τύχης  σου
Τον Μουσαίο στάλαξε αντί φιλί
 στη γλώσσα
Κι από τους πόρους του κορμιού της ξεδάκρυσε αυτό το αρχαία ρίγος
Άλλων μανάδων την κραυγή κι άλλων παιδιών τα πάθη
Κι άλλων προγόνων τόσα δόρατα και ραγισμένος ζωές

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Εκεί στην θάλασσα ψηλά
Να την
 οιστροδοτεί ακμαίος Ποσειδώνας
Να οργιάζει μαζί της
 ο Αίολος
Κι εκείνη να χύνει ιάματα
 
Από τις θηλές
 της γαλαξίες
Στον κόλπο της να στροβιλίζονται ήλιοι ηδονής
Και το ακατόρθωτο μέσα στη γλώσσα της πάντα κατορθωτό
Άλλοτε φιλί άλλοτε πάλη
 
Άλλοτε απ’ το έρκος ράβδισμα
 με το χρυσό μαστίγιο του φύλου

Στο Νάμα
 το Άπαν της μάνας μου
Να αποκατασταθεί
Στη θάλασσα βουτηχτής
Στο νέκταρ των απόκρυφων φιλιών ερέτης
Φωτίτσα στο ανθρώπινο «ξανά»

14 Ιουλ 2018

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

EΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α.

H συνέχεια εδώ

12 Ιουλ 2018

Βάσα Σολωμού-Ξανθάκη, Πώς ο Λιας έσπαζε το κεφάλι του για το πού θα ’βρισκε η μάνα του ψάρι

Μια μέρα ο Λιας πέθανε. Αλήθεια σας λέω, έτρεξε τόσο πολύ αίμα από το γόνατό του που δεν μπορούσε παρά να είχε πεθάνει, γιατί ποτέ του ο Λιας δεν είχε δει τόσο ποτάμι αίμα να χύνεται. Κι επειδή φοβότανε μήπως το δει κι η μάνα του και τα χάσει κι αυτή σαν κι αυτόν, κι από πάνω του δώσει και κανένα γερό χέρι ξύλο που γκρεμοτσακίστηκε απ’ την ξένη μάντρα, έκανε τον ανήξερο και δε μαρτυρούσε πως ήταν πεθαμένος.

  Μπορούσε, βέβαια, να μην το ’χει πληρώσει τόσο ακριβά. Ούτε για να κλέψει τίποτα ανέβηκε στη μάντρα, ούτε να βγάλει τη γλώσσα του στο κοριτσάκι της γειτόνισσας, ούτε να σημαδέψει τις γλάστρες στα παράθυρα, ούτε καν να χαζέψει την κίνηση του ξένου σπιτιού. Νά, ο γείτονας κούρευε τα πρόβατα, κι ο Λιας θέλησε να δει πώς γίνεται το κούρεμα. Πρόβαλε λοιπόν τη μούρη του στην κορυφή της μάντρας –ίσα ίσα να εξέχουν τα δυο του μάτια που χρειάζονταν, κι ο υπόλοιπος, που δεν χρειάζονταν, έμεινε κρεμασμένος πίσω απ’ τη μάντρα. Το πώς έγινε τώρα και ξεγλίστρησε, και φύγανε τα πόδια του απ’ τα στηρίγματα, και βούλιαξαν ξαφνικά τα μάτια απ’ την κορυφή της μάντρας, ούτε ο ίδιος το κατάλαβε, ούτε κανένας άλλος που να μου το πει για να σας το πω. Πάντως ο Λιας δεν είχε πόδι, και φαίνεται δεν είχε πια ούτε κεφάλι, γιατί κι από εκεί έτρεχε λίγο αίμα. Όταν ο Λιας διαπίστωσε πως έχασε και το κεφάλι, καταέσκασε, γιατί η μάνα του πάντα του ’λεγε το κεφάλι να προσέχει και ποτέ δεν του ’λεγε να προσέχει τα πόδια. Καθώς θυμήθηκε τη μάνα του, την έφερε ξαφνικά ολοζώντανη μπροστά του, τι κλάμα και κακό θα ’κανε όταν τον έβλεπε πόσο πολύ ήταν πεθαμένος, κι ύστερα σκέφτηκε και τον παππού που θα μασουλούσε τα μουστάκια του για να μη φανεί ότι ήθελε να κλάψει, κι η θείτσα θα ’κλαιγε, κι οι γείτονες θα τσίριζαν, κι ο πατέρας θα έκοβε βόλτες…ε, εκεί πια δεν άντεξε, παιδιά μου, μέσα σε τόσους θρήνους ο Λιας, έβαλε κι αυτός τα κλάματα. Κι όχι κλάματα μαλακά· κλάματα μεγάλα και φωναχτά, όπως ταιριάζει στην περίπτωση.

Η συνέχεια εδώ

10 Ιουλ 2018

Ματζουράνη Τζούτζη, Τα πιο πικρά δάκρυα

Τα πιο πικρά δάκρυα είναι εκείνα
που δεν κυλάνε ποτέ από τα μάτια μας.
Οι πιο δυνατοί οργασμοί είναι αυτοί
που δεν ακούγονται.
Η μεγαλύτερη απελπισία είναι αυτή
που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο.
Την πιο μεγάλη δύναμη
τη βρίσκει ο άνθρωπος
όταν έχει παραλύσει από τον φόβο.
Το πιο έντονο φως
το βλέπεις μέσα απ' το σκοτάδι του θανάτου.
Και για τη ζωή σου
μπορείς να μιλήσεις
μόνο με ό,τι έχεις αφήσει πίσω σου
πεθαίνοντας.

Από τη συλλογή Τα αδέσποτα ποιήματα, 2015

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...