Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

27 Σεπ 2026

Ο χρόνος του παιδιού και ο χρόνος του σχολείου

 


Η τάξη τελείωσε την άσκηση. Τα τετράδια κλείνουν, η δασκάλα προχωρά, κι ένα παιδί κρατά ακόμη το μολύβι πάνω από τη μισή σελίδα. Ίσως δεν κατάλαβε την εκφώνηση. Ίσως κατάλαβε, αλλά χρειάζεται λίγο χρόνο για να οργανώσει τη σκέψη του. Ίσως δυσκολεύεται περισσότερο από όσο δείχνει.

Το μόνο βέβαιο εκείνη τη στιγμή είναι ότι δεν πρόλαβε. Κι όμως, τόσο εύκολα αυτό το «δεν πρόλαβε» γίνεται «δεν προσπαθεί», «δεν προσέχει» ή «δεν μπορεί».

Το σχολείο έχει τον δικό του χρόνο. Έχει ύλη, πρόγραμμα, στόχους και μια τάξη με πολλά παιδιά. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να προχωρήσει. Το παιδί, όμως, δεν μαθαίνει επειδή έφτασε η ώρα να περάσουμε στην επόμενη άσκηση. Μαθαίνει όταν μπορεί να σταθεί σε αυτό που δεν κατάλαβε, να δοκιμάσει ξανά, να κάνει λάθος χωρίς να ντραπεί και να βρει έναν δρόμο που να μπορεί να ακολουθήσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία είναι απλώς θέμα χρόνου. Υπάρχουν παιδιά που χρειάζονται έγκαιρη αξιολόγηση, εξειδικευμένη υποστήριξη και διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας. Αν τα καθησυχάζουμε όλα λέγοντας «θα ωριμάσει», μπορεί να τους στερήσουμε τη βοήθεια που χρειάζονται. Αν πάλι βιαστούμε να εξηγήσουμε κάθε δυσκολία με μια διάγνωση, μπορεί να πάψουμε να βλέπουμε το ίδιο το παιδί.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο βιασύνες υπάρχει χώρος για παρατήρηση. Τι ακριβώς δυσκολεύει το παιδί; Σε ποιες συνθήκες τα καταφέρνει καλύτερα; Τι συμβαίνει όταν του εξηγούμε κάτι με άλλον τρόπο ή όταν έχει την ευκαιρία να επιστρέψει στο λάθος του; Αυτές οι ερωτήσεις δεν καθυστερούν την υποστήριξη. Τη βοηθούν να γίνει πιο ουσιαστική.

Για ένα παιδί, η δυσκολότερη εμπειρία ίσως δεν είναι η άσκηση που έμεινε στη μέση. Είναι να βλέπει τους άλλους να προχωρούν και να αρχίζει να πιστεύει πως εκείνο μένει πίσω ως άνθρωπος. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, η δυσκολία στη μάθηση αποκτά και μια δεύτερη πλευρά: τον φόβο να ξαναπροσπαθήσει μπροστά στους άλλους.

Δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον χρόνο του σχολείου. Μπορούμε, όμως, να προσέξουμε τι συμβαίνει όταν συγκρούεται με τον χρόνο ενός παιδιού. Πριν αποφασίσουμε τι δεν μπορεί να κάνει, αξίζει να δούμε τι χρειάζεται για να μπορέσει.


* Αφορμή για το κείμενο στάθηκε το ερώτημα που μου είχε τεθεί στη συνέντευξή μου με τη Μαρία Σούμπερτ: πώς μπορεί το σχολείο να χωρέσει τον διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης και μάθησης κάθε παιδιού;

30 Αυγ 2026

«Παρ’ τη, γιουλάκο μου» της Αναστασίας Ευσταθίου /Από τη διάσωση στη ρίζωση

 

Στιγμιότυπο από την παρουσίαση του βιβλίου στη Βερσοβά, 29 Αυγούστου 2026

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή συμμετείχα στην παρουσίαση του βιβλίου της Αναστασίας Ευσταθίου, στη Βερσοβά, έναν τόπο άρρηκτα δεμένο με την ιστορία της μικρής Στεφανίας και με τη διαδρομή που αφηγείται το βιβλίο.

Υπάρχουν ιστορίες που η μεγάλη Ιστορία αφήνει πίσω της, κρυμμένες σε οικογενειακές αφηγήσεις, παλιές φωτογραφίες, στρατιωτικά έγγραφα και μνήμες ανθρώπων. Μια τέτοια ιστορία ανασύρει η Αναστασία Ευσταθίου στο ιστορικό μυθιστόρημα Παρ’ τη, γιουλάκο μου. Με αφετηρία τον αξιωματικό Γεώργιο Κατσίνα και τη μικρή Στεφανία Παναγιωτίδου, η συγγραφέας διατρέχει μια ταραγμένη περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Εθνικό Διχασμό έως τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την Καταστροφή. Πίσω όμως από τις μάχες, τις πολιτικές αποφάσεις και τις ανατροπές, το βλέμμα της επιστρέφει διαρκώς στον άνθρωπο. Στον στρατιώτη, στον πρόσφυγα, στη μάνα, στο παιδί που βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπο με την απώλεια ενός ολόκληρου κόσμου.

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η συνάντηση δύο διαφορετικών διαδρομών. Ο Γεώργιος Κατσίνας, στρατιωτικός και άνθρωπος του καθήκοντος, βιώνει από μέσα την εξάντληση του στρατεύματος, τα λάθη της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και τελικά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο που χάνεται εμφανίζεται η μικρή Στεφανία. Η παράκληση της γιαγιάς της, «Παρ’ τη, γιουλάκο μου. Πάρ’ την να σωθεί», γίνεται η αφετηρία μιας δεύτερης ζωής. Ο Κατσίνας τη σώζει από τον άμεσο κίνδυνο, η Στεφανία όμως κουβαλά μαζί της όσα ένα παιδί δεν μπορεί απλώς να αφήσει πίσω. Την απώλεια, τον φόβο, τους εφιάλτες, την αναζήτηση των προσώπων που χάθηκαν. Γιατί άλλο είναι να σωθεί ένα παιδί και άλλο να μπορέσει να αισθανθεί ξανά ασφαλές.

Το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που συνέβη. Είναι και η επιστροφή αυτού που συνέβη, όταν πλέον δεν συμβαίνει. Ένα παιδί που έχει απομακρυνθεί από τον κίνδυνο μπορεί να συνεχίζει να τον κουβαλά μέσα του, στους φόβους, στους εφιάλτες, στην αγωνία ότι οι άνθρωποι που αγαπά μπορεί πάλι να χαθούν. Γι’ αυτό η διάσωση είναι μόνο η αρχή. Χρειάζεται φροντίδα, σταθερότητα και τελικά έναν τόπο και ανθρώπους που θα του επιτρέψουν να αισθανθεί ότι ανήκει ξανά κάπου.

Κι εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα ομορφότερα νήματα του βιβλίου, η πορεία από τη διάσωση στη φροντίδα και από τη φροντίδα στη ρίζωση. Η Στεφανία περνά από ανθρώπους και τόπους που προσπαθούν να την προστατεύσουν, μέχρι που φτάνει στη Βερσοβά της Αιγιάλειας. Εκεί, κοντά στη Μαρία Κατσίνα και στον Παναγή Παλαιολογόπουλο, τον Μπαφιόλη, το παιδί που είχε κουραστεί να είναι παντού προσωρινό βρίσκει τελικά διάρκεια, οικογένεια και τόπο. Η προσφυγοπούλα αποκτά δεύτερη πατρίδα, μεγαλώνει, αγαπά, δημιουργεί τη δική της οικογένεια και γίνεται μέρος της μνήμης του τόπου. Η ζωή δεν ακυρώνει όσα χάθηκαν. Καταφέρνει όμως κάποτε να βγάλει καινούριες ρίζες πάνω στο έδαφος της απώλειας.

Από την ομιλία μου με θέμα «Από τη διάσωση στη ρίζωση. Μνήμη, τραύμα και ευθύνη στο “Παρ’ τη, γιουλάκο μου”».

Για να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, η Αναστασία Ευσταθίου εργάστηκε επί 1.922 ημέρες, ένας αριθμός με έναν σχεδόν αναπόφευκτο συμβολισμό. Αναζήτησε στρατιωτικά αρχεία, Φύλλα Πορείας, εφημερίδες και φωτογραφικό υλικό, μελέτησε ιστορικές πηγές και κυρίως άκουσε τις αφηγήσεις των ανθρώπων που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη του Κατσίνα και της Στεφανίας. Όπως γράφει η ίδια, προσπάθησε να υπηρετήσει «την αλήθεια των πηγών και την αλήθεια της καρδιάς». Και ίσως εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αξία του Παρ’ τη, γιουλάκο μου. Μεταφέρει μια ιστορία από τα οικογενειακά αρχεία και την τοπική μνήμη στη λογοτεχνία, θυμίζοντάς μας ότι πίσω από τις χρονολογίες της Ιστορίας υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι. Άνθρωποι που έχασαν, σώθηκαν, θυμήθηκαν και κατάφεραν να συνεχίσουν.

Η παρουσίαση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου 29 Αυγούστου 2026 στη Βερσοβά, στο Χρυσάνθιο Αιγιάλειας, στον τόπο όπου η ιστορία της Στεφανίας βρήκε τη δική της συνέχεια.

23 Αυγ 2026

📗 Ασπριχώρα: Ο φίλος που φωτίζει τον δρόμο

 

Το Φεγγάρι και η κουκουβάγια στην Ασπριχώρα.
Από την εικονογράφηση της Χριστίνας Δημητρά για την «Ασπριχώρα».

Πολλοί μπορούν να σταθούν γύρω μας.
Να μοιραστούν ένα τραπέζι,
μια συνήθεια, μια διαδρομή,
ίσως και λίγη από τη χαρά μας.

Ο φίλος, όμως, δεν βρίσκεται απλώς γύρω μας.
Βρίσκεται μέσα στην ιστορία μας.

Ξέρει τα φανερά και τα κρυμμένα,
όσα κατορθώσαμε
κι εκείνα που ακόμη μας βαραίνουν.
Μας γνώρισε μέσα στον χρόνο
και άντεξε τις αλλαγές του.
Δεν χρειάστηκε κάποιον ρόλο για να μείνει.
Ούτε έναν λόγο για να επιστρέφει.

Ίσως γι’ αυτό ο αληθινός φίλος
δύσκολα χωρά στον πληθυντικό.

Για τον Πεύκο ήταν το Φεγγάρι.

Δεν του είπε ποιον δρόμο να ακολουθήσει.
Δεν του υποσχέθηκε πως δεν θα φοβηθεί.
Δεν ξερίζωσε όσα τον κρατούσαν πίσω.

Του πρόσφερε μόνο το φως του.

Ένα φως αρκετό
για να περάσει πέρα από τα στενά όρια των ριζωμάτων,
να γνωρίσει τον κόσμο
και να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν.

Και όταν ο Πεύκος ξέχναγε τη μοναδικότητά του,
το Φεγγάρι βρισκόταν εκεί για να του την ψιθυρίσει.

Γιατί ο φίλος δεν περπατά τον δρόμο αντί για εμάς.
Δεν μας κρατά ακίνητους κοντά του
ούτε ζητά να του μοιάσουμε.

Φωτίζει αθόρυβα αυτό που είμαστε
και μένει παρών,
ακόμη κι όταν βρίσκεται μακριά.


Ασπριχώρα – Νίκος Τομαράς

Εικονογράφηση: Χριστίνα Δημητρά (Studded Betrayal)

Εκδόσεις Πατάκη

14 Αυγ 2026

Ποιος είναι τελικά ο "παρεκκλίνων"; Σκέψεις με αφορμή τον "Καλό Οιωνό" του Μανώλη Νανούρη

 



Υπάρχουν λέξεις που δεν περιγράφουν απλώς μια κατάσταση αλλά αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Μία από αυτές είναι η λέξη «παρεκκλίνων». Στον Καλό Οιωνό, ο Μανώλης Νανούρης δεν την χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους ήρωές του. Την χρησιμοποιεί για να θέσει ένα ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Ποιος ορίζει την κανονικότητα και ποιος αποφασίζει ποιος βρίσκεται έξω από αυτήν;

Το ψυχιατρικό ίδρυμα όπου εκτυλίσσεται η ιστορία δεν είναι απλώς ένας τόπος εγκλεισμού. Είναι ένας μικρόκοσμος όπου δοκιμάζονται οι βεβαιότητές μας. Οι άνθρωποι που συναντά ο αφηγητής δεν παρουσιάζονται ως περιπτώσεις ούτε ως διαγνώσεις. Είναι πρόσωπα με μνήμη, φόβους, ανάγκη για αποδοχή, στιγμές τρυφερότητας και εκρήξεις οργής. Είναι πάνω από όλα άνθρωποι.

Καθώς προχωρά η αφήγηση γίνεται φανερό ότι τα πιο ισχυρά τείχη δεν είναι οι κλειστές πόρτες του ιδρύματος αλλά όσα κουβαλά ο καθένας μέσα του. Η καχυποψία, ο φόβος, οι ενοχές, η σχέση με τον πατέρα και η δυσκολία να εμπιστευτείς τον άλλον συνθέτουν έναν αόρατο εγκλεισμό. Ο πραγματικός εγκλεισμός δεν είναι πάντοτε ένας χώρος. Μπορεί να είναι μια ανάμνηση, μια ετικέτα ή μια πληγή που αρνείται να κλείσει.

Κι όμως μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται κάτι απρόσμενο. Όχι ο ηρωισμός αλλά η ανθρώπινη παρουσία. Μια κουβέντα στον διάδρομο, μια θέση δίπλα σε κάποιον άγνωστο, μια σιωπή που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ο Καλός Οιωνός υπενθυμίζει ότι πολλές φορές η αρχή της θεραπείας δεν βρίσκεται σε μια μεγάλη αποκάλυψη αλλά στη στιγμή που κάποιος παύει να σε αντιμετωπίζει ως πρόβλημα και αρχίζει να σε βλέπει ως άνθρωπο.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου. Δεν ζητά τη συμπόνια μας για τους ήρωές του. Ζητά κάτι δυσκολότερο. Να αναγνωρίσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας μέσα τους. Και τότε η λέξη «παρεκκλίνων» χάνει τη βεβαιότητά της. Γιατί ίσως κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι έχουμε βρεθεί έξω από τα όρια αυτού που οι άλλοι θεωρούν φυσιολογικό.

Ο Καλός Οιωνός δεν είναι τελικά ένα βιβλίο για την ψυχική οδύνη. Είναι ένα βιβλίο για τον άνθρωπο. Για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τις σχέσεις που μας πληγώνουν αλλά και εκείνες που μας κρατούν όρθιους. Δεν ζητά τη συμπόνια του αναγνώστη ούτε του προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Του ζητά μόνο να αφήσει για λίγο τις βεβαιότητές του και να κοιτάξει τον άνθρωπο πίσω από την ετικέτα. Αν το καταφέρει, τότε το βιβλίο έχει ήδη πετύχει τον σκοπό του.