Η τάξη τελείωσε την άσκηση. Τα τετράδια κλείνουν, η δασκάλα προχωρά, κι ένα παιδί κρατά ακόμη το μολύβι πάνω από τη μισή σελίδα. Ίσως δεν κατάλαβε την εκφώνηση. Ίσως κατάλαβε, αλλά χρειάζεται λίγο χρόνο για να οργανώσει τη σκέψη του. Ίσως δυσκολεύεται περισσότερο από όσο δείχνει.
Το μόνο βέβαιο εκείνη τη στιγμή είναι ότι δεν πρόλαβε. Κι όμως, τόσο εύκολα αυτό το «δεν πρόλαβε» γίνεται «δεν προσπαθεί», «δεν προσέχει» ή «δεν μπορεί».
Το σχολείο έχει τον δικό του χρόνο. Έχει ύλη, πρόγραμμα, στόχους και μια τάξη με πολλά παιδιά. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να προχωρήσει. Το παιδί, όμως, δεν μαθαίνει επειδή έφτασε η ώρα να περάσουμε στην επόμενη άσκηση. Μαθαίνει όταν μπορεί να σταθεί σε αυτό που δεν κατάλαβε, να δοκιμάσει ξανά, να κάνει λάθος χωρίς να ντραπεί και να βρει έναν δρόμο που να μπορεί να ακολουθήσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία είναι απλώς θέμα χρόνου. Υπάρχουν παιδιά που χρειάζονται έγκαιρη αξιολόγηση, εξειδικευμένη υποστήριξη και διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας. Αν τα καθησυχάζουμε όλα λέγοντας «θα ωριμάσει», μπορεί να τους στερήσουμε τη βοήθεια που χρειάζονται. Αν πάλι βιαστούμε να εξηγήσουμε κάθε δυσκολία με μια διάγνωση, μπορεί να πάψουμε να βλέπουμε το ίδιο το παιδί.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο βιασύνες υπάρχει χώρος για παρατήρηση. Τι ακριβώς δυσκολεύει το παιδί; Σε ποιες συνθήκες τα καταφέρνει καλύτερα; Τι συμβαίνει όταν του εξηγούμε κάτι με άλλον τρόπο ή όταν έχει την ευκαιρία να επιστρέψει στο λάθος του; Αυτές οι ερωτήσεις δεν καθυστερούν την υποστήριξη. Τη βοηθούν να γίνει πιο ουσιαστική.
Για ένα παιδί, η δυσκολότερη εμπειρία ίσως δεν είναι η άσκηση που έμεινε στη μέση. Είναι να βλέπει τους άλλους να προχωρούν και να αρχίζει να πιστεύει πως εκείνο μένει πίσω ως άνθρωπος. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, η δυσκολία στη μάθηση αποκτά και μια δεύτερη πλευρά: τον φόβο να ξαναπροσπαθήσει μπροστά στους άλλους.
Δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον χρόνο του σχολείου. Μπορούμε, όμως, να προσέξουμε τι συμβαίνει όταν συγκρούεται με τον χρόνο ενός παιδιού. Πριν αποφασίσουμε τι δεν μπορεί να κάνει, αξίζει να δούμε τι χρειάζεται για να μπορέσει.
* Αφορμή για το κείμενο στάθηκε το ερώτημα που μου είχε τεθεί στη συνέντευξή μου με τη Μαρία Σούμπερτ: πώς μπορεί το σχολείο να χωρέσει τον διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης και μάθησης κάθε παιδιού;




