Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

25 Ιουν 2018

Μια μεθοριακή κεντροανατολική ευρωπαϊκή ζώνη

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 Οι κοινωνίες γενικότερα της Ανατολικής Ευρώπης τις προηγούμενες δεκαετίες υπέφεραν, σύμφωνα με μια άποψη, από σειρά βλαβερών παρεμβάσεων από αίτια που εντοπίζονταν εκτός της περιοχής τους και αυτό ήταν το κυρίαρχο στοιχείο για τον προσδιορισμό και την ανάγνωση της ιστορίας, ειδικά της πολιτιστικής, της εν λόγω περιοχής. Φυσικά υπάρχει και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή οι εσωτερικοί παράγοντες, όπως η γεωγραφία της συγκεκριμένης περιοχής και τα αναποτελεσματικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών, είναι πιο σημαντικοί, αλλά προφανώς αναπόφευκτοι, παράγοντες στην εξήγηση της παρατηρούμενης μερικής καθυστερημένης ανάπτυξης της Ανατολικής Ευρώπης τις προηγηθείσες δεκαετίες. Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικοί θεσμοί των χωρών αυτών, εξακολουθούν να παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για αυτές καθ’ εαυτές,  αλλά και γενικότερα για το μέλλον της γηραιάς ηπείρου, και φυσικά της παραπαίουσας ακόμα, σε πολλά σημεία, Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συνέχεια εδώ

23 Ιουν 2018

Τ.Σ. Έλιοτ: Το ερωτικό τραγούδι του Τζέι Άλφρεντ Προύφροκ

S’i’ credesse che mia risposta fosse
a persona che mai tornasse al mondo,
questa fiamma staria sanza più scosse;
ma però che già mai di questo fondo
non tornò vivo alcun, s’i’ odo il vero,
sanza tema d’infamia ti rispondo.


Ας πάμε λοιπόν, εσύ κι εγώ,
Όταν τ’ απόγευμα απλωθεί στον ουρανό
Σαν ασθενής αναίσθητος στου πόνου το κρεβάτι·
Ας πάμε, μέσα από έρημα στενά,
Υποχωρούν ψιθυριστά
Οι νύχτες οι ατέλειωτες στα μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Και στα γεμάτα ροκανίδια εστιατόρια με στρείδια:
Στενά που πάνε ως βαρετή κουβέντα
Και μ’ επίβουλη πατέντα
Να σε οδηγήσουν σ’ ένα αβάσταχτο ερώτημα…
Αχ, μη ρωτάς, «Ποιο είναι αυτό;»
Ας πάμε τώρα στον προορισμό.

Στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και πάνε
Για τον Μιχαήλ Άγγελο μιλάνε.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα τζάμια των παραθύρων,
Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει τη μούρη της στα τζάμια των παραθύρων,
Έγλειψε τις γωνιές του απογεύματος,
Χάζεψε λίγο στις λίμνες των βόθρων,
Επέτρεψε να κυλήσουν στην πλάτη της οι καπνιές των καμινάδων,
Μ’ ένα αιφνίδιο σάλτο από τη στέγη χύθηκε,
Και βλέποντας πως είναι μια απαλή νύχτα του Οκτώβρη,
Τύλιξε το σπίτι στην αγκαλιά της, κι αποκοιμήθηκε.

Και πράγματι θα υπάρξει χρόνος
Για τον κίτρινο καπνό που σέρνεται κατά μήκος του δρόμου, τρίβοντας
Την πλάτη του πάνω στα τζάμια·
Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος
Να προδιαθέσεις ένα πρόσωπο να δει τα πρόσωπα που συναντάς·
Θα υπάρξει χρόνος για φόνους και δημιουργίες,
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
Που υψώνονται κι αφήνουν στο πιάτο σου απορίες·
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος για εκατό ακόμη τέλματα,
Και γι’ άλλες τόσες αναθεωρήσεις και οράματα,
Πριν το τσάι και το τοστ να ‘ναι φερμένα.

Στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και πάνε
Για τον Μιχαήλ Άγγελο μιλάνε.

Και πράγματι θα υπάρξει χρόνος
Για ν’ αναρωτηθώ, «Τολμώ;» και, «Τολμώ;»
Χρόνος να επιστρέψω, τα σκαλιά να κατεβώ,
Με μια μικρή φαλάκρα στη μέση των μαλλιών -
(Θα σκεφτούν: «Πώς αραιώνουν έτσι τα μαλλιά του!»)
Το πρωινό μου σακάκι, ο γιακάς που σκαρφαλώνει ασφυκτικά ως τη μιλιά μου,
Η γραβάτα μου η ακίνητη από μια απλή καρφίτσα, μα πλούσια και σεμνή καθώς η ευπρέπειά μου -
(Θα σκεφτούν: «Πόσο αδύνατα τα μπράτσα και τα γόνατά του!»)
Τολμώ
Το σύμπαν να ενοχλήσω;
Σ’ ένα λεπτό χωρούν
Αναθεωρήσεις κι αποφάσεις που από ένα λεπτό θ’ αντιστραφούν.

Γιατί γνωρίζοντας κιόλας όλα αυτά, γνωρίζοντάς τα όλα -
Γνωρίζοντας τ’ απογεύματα, τα πρωινά και τις βραδιές,
Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ·
Γνωρίζω τις φωνές που φθίνουν σε θανάσιμη κατηφόρα
Κάτω απ’ τις μουσικές του δωματίου από πίσω.
Λοιπόν πώς θα μπορούσα να τολμήσω;

Και γνώρισα ήδη τα μάτια, τα γνώρισα όλα -
Μάτια που σε πνίγουν σε μια φράση τυπική,
Κι αφού είμαι τυπικός, τεντωμένος σε καρφί,
Και συστρέφομαι στον τοίχο όπου έχω καρφωθεί,
Πώς ν’ αρχίσω
Να ξερνάω ακρότητες των ημερών μου και των τρόπων;
Και πώς θα μπορούσα να τολμήσω;

Και γνώρισα πια τα μπράτσα, τα γνώρισα όλα -
Μπράτσα με βραχιόλια και άσπρα και γυμνά
(Μα υπό το φως της λάμπας, με χνούδια καστανά!)
Να ‘ναι το μύρο απ’ το φουστάνι
Που να εκτρέπομαι με κάνει;
Μπράτσα απλωμένα στο τραπέζι, ή αγκαλιασμένα από ένα σάλι.
Μήπως θα ‘πρεπε τότε να τολμήσω;
Και πώς θα ‘πρεπε να ξεκινήσω;
                                            .     .     .     .     .
Μήπως να ‘λεγα πως, ξεκίνησα το σούρουπο μέσα από στενά
Κοιτώντας τα ντουμάνια που υψώνονται απ’ τις πίπες
Μονήρων αντρών με πουκάμισα, στα παράθυρα σκυμμένοι;…

Θα ‘πρεπε να ‘μουν ένα ζευγάρι τραχιές δαγκάνες
Που εγκάρσια διατρέχει τα πατώματα σιωπηλών θαλασσών.
                                            .     .     .     .     .
Και τ’ απομεσήμερο, η βραδιά κοιμάται τόσο ειρηνεμένα!
Αμβλυμμένη από δάχτυλα μακριά,
Κοιμισμένη … κουρασμένη … ή που το υποκρίνεται θεατρικά,
Ξαπλωμένη στο πάτωμα εδώ, ανάμεσα σε σένα και σε μένα.
Θα ‘πρεπε, μετά το τσάι και τα κέικ και τα παγωτά,
Να ‘χα το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της μεθοδικά;
Και παρότι θρήνησα και νήστεψα, θρήνησα και προσευχήθηκα,
Παρότι είδα το κεφάλι μου (το ελαφρώς φαλακρό)                                                  
                   φερμένο πάνω σε πιατέλα,
Προφήτης δεν είμαι – κι ούτε αυτό είναι το θέμα·
Είδα τη στιγμή του μεγαλείου μου να τρεμοπαίζει,
Κι είδα τον αιώνιο Θυρωρό το παλτό να μου κρατά, και να μ’ εμπαίζει,
Και κοντολογίς, φοβήθηκα.

Και θ’ άξιζε, τελικά,
Μετά τα φλιτζάνια, το τσάι, τη μαρμελάδα,
Ανάμεσα στις πορσελάνες, μεταξύ μιας κουβέντας μας,
Θ’ άξιζε τον κόπο,
Μ’ ένα χαμόγελο το θέμα να δαγκώσω,
Το σύμπαν σε μια μπάλα να συμπυκνώσω
Να την κυλήσω προς ένα αβάσταχτο ερώτημα,
Να πω: «Είμαι ο Λάζαρος, απ’ τους νεκρούς φερμένος,
Επέστρεψα για να σας πω τα πάντα, και θα τα πω σε όλους» -
Αν κάποια, φτιάχνοντας το μαξιλάρι στο κεφάλι της,
Έλεγε: «Δεν είναι αυτό που εννοούσα, διόλου.
Δεν είναι αυτό, καθόλου».

Και θ’ άξιζε, τελικά,
Θ’ άξιζε τον κόπο,
Μετά τις αυλόπορτες και τους βρεγμένους δρόμους και τα ηλιοβασιλέματα,
Μετά τις νουβέλες, μετά τα φλιτζάνια, έπειτα απ’ τις φούστες που σέρνονται στα πατώματα -
Κι αυτό, κι άλλα τόσα πολλά; -
Είναι αδύνατον να πω τι εννοώ ακριβώς!
Μα σαν να σκιαγραφούσε τα νεύρα σε μια οθόνη ένας λαμπτήρας μαγικός:
Θ’ άξιζε τον κόπο
Αν κάποια, φτιάχνοντας το μαξιλάρι ή βγάζοντας το σάλι,
Στρεφόταν προς το παράθυρο κι έλεγε:
«Δεν είναι αυτό, καθόλου,
Δεν είναι αυτό που εννοούσα, διόλου».
                                            .     .     .     .     .
Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκιπας Άμλετ, ούτε προοριζόμουν να ‘μαι·
Είμαι ένας άρχοντας βοηθός, κάποιος που αρκεί
Για να σημειωθεί μια πρόοδος, ν’ αρχίσει μια σκηνή ή δυο,
Τον πρίγκιπα να συμβουλεύσει· αναμφιβόλως, εργαλείο βολικό,
Πειθήνιος, για τη χρησιμότητά του ευτυχής,
Λεπτολόγος, επιφυλακτικός, και συνετός·
Όλο αριστοκρατικά μιλώντας, αλλά λίγο κουτός·
Ενίοτε, πράγματι, σχεδόν γελοίος -
Σχεδόν, ενίοτε, ο Γελωτοποιός.

Γερνώ … γερνώ …
Τα ρεβέρ στα παντελόνια θα γυρνώ.

Να κάνω χωρίστρα στα μαλλιά μου; Τολμώ να φάω απ’ τη ροδακινιά;
Λευκό φορώντας παντελόνι, θα περπατήσω στην αμμουδιά.
Άκουσα τις γοργόνες να τραγουδούν, μια προς μια.

Αμφιβάλλω ότι θα τραγουδήσουνε για μένα.

Καβάλα στη θάλασσα τις είδα τα κύματα να ιππεύουν
Και των κυμάτων να χτενίζουν τα πάλλευκα μαλλιά
Καθώς ο άνεμος φυσούσε τ’ ασπρόμαυρα νερά.

Στα θαλάσσια δωμάτια χασομερούμε
Με σειρήνες στεφανωμένες φύκια καφέ και πορφυρά
Ώσπου ανθρώπινες φωνές να μας ξυπνήσουν, και να πνιγούμε.


Μετάφραση:  Χάρης Γαρουνιάτης

21 Ιουν 2018

Σταυρούλα Τσούπρου, Στὴν θέ­ση του

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

Η συνέχεια εδώ

19 Ιουν 2018

Ο αντίπαλος, Γεωργία Δεληγιαννοπουλου

Φίλος  μου ποτέ
Ούτε κι εχθρός
αντίπαλος , ναι
Ισχυρός όσο  εγώ και λίγο πιο πολύ
Τόσο που να  με συντρίβει στα μαύρα  χαλίκια
Εκεί που πέφτεις ηττημένος από την ασκήμια και τη δίκαιη χλεύη
Τόσο όσο να γυμνάσεις τα λυμφατικά σου δάκρυα να γίνουν πιο ισχυροί κρουνοί
Να ποτίζεται η αδικία της ζωής και να φυτρώνει ρώμη

Δεν είναι καθημερινή σχέση
Σχόλη και γυμνάσιο
Δεν είναι προβλέψιμος
Είναι πάντα απρόβλεπτος μέχρι να τον μάθεις
Και  τότε  ξάφνου  διαφεύγει κι ανασυντάσσεται ξένος
Μέχρι στη στροφή του μαγικού κύκλου να εμφανιστεί πάλι
Στητός μπροστά θεόρατος
Με τα πικρά τιτάνια λόγια
Πάνοπλος όχι να σε πληγώσει μα να πληγωθείς

Τον είδα πάλι χτες
Με επισκέφτηκε απρόσμενα στο κατώφλι μου και βάλθηκε να με σακατεύει
Με τόση μαύρη αλήθεια που μου άξιζε
Με τόσα γεγονότα και διαψεύσεις  στο μεδούλι
Κομμάτι μου η αλήθεια  του
Την προσκυνώ

Μα ξαφνικά
Με μια δικιά τους θέληση
Άρχισαν με βία να μακραίνουν τα μαλλιά μου άσπρα
Γίναν ποταμοί χειμερινοί αφρισμένοι
Κι εγώ εντός τους ένα ασημένιο ψάρι 
Ρωγμή στο θυμωμένο κύμα

Ιλύς κι αφροί κι αναπνοή
Κι αρχίνησε ένα  τραγούδι μόνο του
Από μια  σχισμή τόση δα
Τραυματισμένου σώματος
-Πως μπορεί, Θεέ μου,  το όλον να αναβλύζει από ένα χάραμα-
Κι εκεί τα μάτια μου αποσύρθηκαν από τον κόσμο αυτό
Και κατοικήθηκαν αβρά 
Από της λεμονιάς  τον δροσερό μίσχο

Έμεινε αυτός για λίγο
Μετέωρος άτρωτος αρραγής
Περιμένοντας να πω κάτι
Γονάτισα
Τι άλλο θες του είπα
Σε όλα  είχες δίκιο

Και τον αψήφησα

17 Ιουν 2018

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η άνοδος της ασημαντότητας

Το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας» εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1995 και αποτελεί μια συλλογή από κείμενα του, με το στοχασμό του για τη σύγχρονη πραγματικότητα, την κοινωνία και την πολιτική. Μονάχα κάποια από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται είναι η κρίση των δυτικών κοινωνιών, τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα, η αποσάθρωση της δύσης, η άνοδος της ασημαντότητας, το κενό της εποχής, η δημοκρατία ως διαδικασία και ως καθεστώς.

Η συνέχεια εδώ

15 Ιουν 2018

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὸ Σπιτάκι στὸ Λιβάδι (1896)

Δὲν εἶχε μείνει πλέον οὔτε τόσον νερὸν εἰς τὴν μικρὰν λίμνην, ὅσον διὰ νὰ καραβίσουν* ὁ Παντελὴς ὁ Φάντης καὶ ὁ Χαράλαμπος ὁ Σανταβελὴς τὰ καραβάκια τους, ὅταν ἐδραπέτευον κάθε δειλινὸν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, μὲ τοὺς «φύλακας»* κρεμαστοὺς ὑπὸ μάλης, καὶ τρέχοντες ἀνεσήκωναν τὰς περισκελίδας των μακρόθεν, οὔτε τόση μούργα, ὅσον διὰ νὰ γεμίζῃ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν μικρὰν φιάλην της ἡ γρια-Παναγιοὺ ἡ Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα ἀπὸ βοῦρκον εἰς βοῦρκον, καὶ ξεχωρίζουσα μὲ τὸν πῆχύν της καὶ μὲ τὸ τενεκεδένιο πενηνταράκι της τὸ κατακάθισμα τοῦ λαδιοῦ ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ ἀπὸ τὴν λάσπην. Ὁ Κύριος εἰσήκουσε τὰς δεήσεις τῶν πτωχῶν καὶ τοὺς στεναγμοὺς τῶν πενήτων, καὶ ἐσώρευσε τόσας νεφέλας εἰς τὸν αἰθέρα, καὶ ἤστραψε καὶ ἐβρόντησε τόσον τρομακτικὰ εἰς τὸ στερέωμα, καὶ ἔρριψε τόσον ἄφθονον νερὸν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἀκαθαρσία εἰς τὴν γειτονιὰν καὶ νὰ γίνῃ ἓν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα.

Η συνέχεια εδώ

13 Ιουν 2018

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Μέθη

Μες στο λάθος αναγεννιόμαστε αιώνιοι.
Ξεκουρδίζεται ο κόσμος. Τόσο ξένος
όσο το σώμα μετά τον έρωτα.

Χθες βράδυ, μίκρυνα επικίνδυνα,
Μια πελώρια σκιά με σίμωνε μια,
μια ξεμάκραινε. Κρύφτηκα,
σε μια παλιά φωτογραφία.
Άχρηστες όμως οι κρυψώνες, αφού ξέρεις,
φάντασμα της νύχτας, δεν υπάρχει.
Τα άγνωστα βήματα που ακούς, δικά σου μόνο
κι η βρώμικη ανάσα, όχι τέρατος. Εσύ,
αειθαλές παιδί σ' ένα κορμί, ναυάγιο.

Σκιά τρομακτική μα οικεία, θυμήσου
κάθε φορά που κοιτάζεις στην ντουλάπα,
κούτες παιχνίδια, τα ρούχα, τα παπούτσια,
την δική σου βρίσκεις, ηλικία παιδική.

Καινούργια μέρα. Ο ήλιος
επιβάλλεται στο δώμα.
Χρυσό το σκήπτρο του, χαράσσει
χαμόγελα στο στόμα. Μόνο οι μπουκάλες
παραταγμένες στο τραπέζι, μαρτυρούν
πως εχθές βράδυ
με απάτησα με τον εαυτό μου.

Από τη συλλογή Εξορία στην γέννηση, 2015
Ενότητα : Οι νάνοι

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...