Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23 Αυγ 2026

📗 Ασπριχώρα: Ο φίλος που φωτίζει τον δρόμο

 

Το Φεγγάρι και η κουκουβάγια στην Ασπριχώρα.
Από την εικονογράφηση της Χριστίνας Δημητρά για την «Ασπριχώρα».

Πολλοί μπορούν να σταθούν γύρω μας.
Να μοιραστούν ένα τραπέζι,
μια συνήθεια, μια διαδρομή,
ίσως και λίγη από τη χαρά μας.

Ο φίλος, όμως, δεν βρίσκεται απλώς γύρω μας.
Βρίσκεται μέσα στην ιστορία μας.

Ξέρει τα φανερά και τα κρυμμένα,
όσα κατορθώσαμε
κι εκείνα που ακόμη μας βαραίνουν.
Μας γνώρισε μέσα στον χρόνο
και άντεξε τις αλλαγές του.
Δεν χρειάστηκε κάποιον ρόλο για να μείνει.
Ούτε έναν λόγο για να επιστρέφει.

Ίσως γι’ αυτό ο αληθινός φίλος
δύσκολα χωρά στον πληθυντικό.

Για τον Πεύκο ήταν το Φεγγάρι.

Δεν του είπε ποιον δρόμο να ακολουθήσει.
Δεν του υποσχέθηκε πως δεν θα φοβηθεί.
Δεν ξερίζωσε όσα τον κρατούσαν πίσω.

Του πρόσφερε μόνο το φως του.

Ένα φως αρκετό
για να περάσει πέρα από τα στενά όρια των ριζωμάτων,
να γνωρίσει τον κόσμο
και να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν.

Και όταν ο Πεύκος ξέχναγε τη μοναδικότητά του,
το Φεγγάρι βρισκόταν εκεί για να του την ψιθυρίσει.

Γιατί ο φίλος δεν περπατά τον δρόμο αντί για εμάς.
Δεν μας κρατά ακίνητους κοντά του
ούτε ζητά να του μοιάσουμε.

Φωτίζει αθόρυβα αυτό που είμαστε
και μένει παρών,
ακόμη κι όταν βρίσκεται μακριά.


Ασπριχώρα – Νίκος Τομαράς

Εικονογράφηση: Χριστίνα Δημητρά (Studded Betrayal)

Εκδόσεις Πατάκη

14 Αυγ 2026

Ποιος είναι τελικά ο "παρεκκλίνων"; Σκέψεις με αφορμή τον "Καλό Οιωνό" του Μανώλη Νανούρη

 



Υπάρχουν λέξεις που δεν περιγράφουν απλώς μια κατάσταση αλλά αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Μία από αυτές είναι η λέξη «παρεκκλίνων». Στον Καλό Οιωνό, ο Μανώλης Νανούρης δεν την χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους ήρωές του. Την χρησιμοποιεί για να θέσει ένα ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Ποιος ορίζει την κανονικότητα και ποιος αποφασίζει ποιος βρίσκεται έξω από αυτήν;

Το ψυχιατρικό ίδρυμα όπου εκτυλίσσεται η ιστορία δεν είναι απλώς ένας τόπος εγκλεισμού. Είναι ένας μικρόκοσμος όπου δοκιμάζονται οι βεβαιότητές μας. Οι άνθρωποι που συναντά ο αφηγητής δεν παρουσιάζονται ως περιπτώσεις ούτε ως διαγνώσεις. Είναι πρόσωπα με μνήμη, φόβους, ανάγκη για αποδοχή, στιγμές τρυφερότητας και εκρήξεις οργής. Είναι πάνω από όλα άνθρωποι.

Καθώς προχωρά η αφήγηση γίνεται φανερό ότι τα πιο ισχυρά τείχη δεν είναι οι κλειστές πόρτες του ιδρύματος αλλά όσα κουβαλά ο καθένας μέσα του. Η καχυποψία, ο φόβος, οι ενοχές, η σχέση με τον πατέρα και η δυσκολία να εμπιστευτείς τον άλλον συνθέτουν έναν αόρατο εγκλεισμό. Ο πραγματικός εγκλεισμός δεν είναι πάντοτε ένας χώρος. Μπορεί να είναι μια ανάμνηση, μια ετικέτα ή μια πληγή που αρνείται να κλείσει.

Κι όμως μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται κάτι απρόσμενο. Όχι ο ηρωισμός αλλά η ανθρώπινη παρουσία. Μια κουβέντα στον διάδρομο, μια θέση δίπλα σε κάποιον άγνωστο, μια σιωπή που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ο Καλός Οιωνός υπενθυμίζει ότι πολλές φορές η αρχή της θεραπείας δεν βρίσκεται σε μια μεγάλη αποκάλυψη αλλά στη στιγμή που κάποιος παύει να σε αντιμετωπίζει ως πρόβλημα και αρχίζει να σε βλέπει ως άνθρωπο.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου. Δεν ζητά τη συμπόνια μας για τους ήρωές του. Ζητά κάτι δυσκολότερο. Να αναγνωρίσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας μέσα τους. Και τότε η λέξη «παρεκκλίνων» χάνει τη βεβαιότητά της. Γιατί ίσως κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι έχουμε βρεθεί έξω από τα όρια αυτού που οι άλλοι θεωρούν φυσιολογικό.

Ο Καλός Οιωνός δεν είναι τελικά ένα βιβλίο για την ψυχική οδύνη. Είναι ένα βιβλίο για τον άνθρωπο. Για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τις σχέσεις που μας πληγώνουν αλλά και εκείνες που μας κρατούν όρθιους. Δεν ζητά τη συμπόνια του αναγνώστη ούτε του προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Του ζητά μόνο να αφήσει για λίγο τις βεβαιότητές του και να κοιτάξει τον άνθρωπο πίσω από την ετικέτα. Αν το καταφέρει, τότε το βιβλίο έχει ήδη πετύχει τον σκοπό του.

1 Αυγ 2026

Η απουσία μέσα στη θεραπευτική σχέση

 


Το καλοκαιρινό διάλειμμα δεν βρίσκεται αναγκαστικά έξω από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Εισάγει την εμπειρία της απουσίας μέσα στη σχέση και μπορεί να ενεργοποιήσει παλαιότερους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος έχει βιώσει τον αποχωρισμό, την απώλεια ή την εξάρτηση. Για κάποιον μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη, για άλλον ανακούφιση από τις απαιτήσεις της θεραπείας και για κάποιον τρίτο μια φαινομενική αδιαφορία που τον προστατεύει από την αναγνώριση της ανάγκης του άλλου. Καμία αντίδραση δεν έχει από μόνη της ένα προκαθορισμένο νόημα. Αποκτά κλινική σημασία μόνο όταν συνδεθεί με την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου και με τη μοναδικότητα της θεραπευτικής σχέσης.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο θεραπευόμενος ή ο συμβουλευόμενος μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Είναι αν όσα έχουν δημιουργηθεί μέσα στη σχέση μπορούν να διατηρήσουν μια εσωτερική συνέχεια κατά την απουσία του άλλου. Η θεραπευτική παρουσία δεν εσωτερικεύεται ως μια φωνή που δίνει έτοιμες απαντήσεις, αλλά ως μια σταδιακά αναπτυσσόμενη δυνατότητα παρατήρησης, σκέψης και συναισθηματικής ρύθμισης. Τόσο στην ψυχοθεραπεία όσο και στη συμβουλευτική, αν και με διαφορετικό βάθος και τρόπο, η υποστήριξη αποκτά ουσιαστική αξία όταν παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από την πραγματική παρουσία του επαγγελματία και μετατρέπεται σε προσωπικό ψυχικό πόρο.

Για τον λόγο αυτό το διάλειμμα χρειάζεται σαφές πλαίσιο, έγκαιρη ανακοίνωση και συγκεκριμένο χρόνο επιστροφής. Μια επιδείνωση, μια ακύρωση, η υποτίμηση της διαδικασίας ή η επιθυμία διακοπής μπορεί να σχετίζονται με τον επικείμενο αποχωρισμό, δεν αποτελούν όμως έτοιμες ερμηνείες. Είναι ενδεχόμενα προς διερεύνηση. Η εργασία διακόπτεται στην εξωτερική της μορφή, όχι αναγκαστικά και στις εσωτερικές της συνέπειες. Η απουσία δεν αποκτά θεραπευτική αξία από μόνη της. Αποκτά όταν μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης.

25 Ιουλ 2026

«Κυνηγοί Καταιγίδων» του Δικαίου Χατζηπλή, σε εικονογράφηση Μυρτώς Δεληβοριά

 


Κάποιες καταιγίδες συμβαίνουν στον ουρανό. Άλλες ξεσπούν μέσα στο παιδικό δωμάτιο, στην αυλή του σχολείου ή στην ψυχή ενός παιδιού. Μπορεί να είναι ένας φόβος, μια απώλεια, μια αποτυχία ή μια αλλαγή που κάνει τον κόσμο να μοιάζει ξαφνικά απειλητικός. Τότε το παιδί χρειάζεται έναν ενήλικο που δεν θα παρασυρθεί από τον φόβο του παιδιού, αλλά θα μπορέσει να παραμείνει σταθερά κοντά του.

Στο εικονογραφημένο βιβλίο «Κυνηγοί Καταιγίδων», ο Δικαίος Χατζηπλής δημιουργεί μια ομάδα ηρώων που αντιμετωπίζει καταιγίδες, σεισμούς, ηφαίστεια και ανεμοστρόβιλους. Οι ήρωες αυτοί δεν έρχονται από κάποιον μακρινό πλανήτη. Είναι οι καθημερινοί άνθρωποι που στέκονται δίπλα στα παιδιά: οι γονείς τους.

Η παρουσίαση αυτού του βιβλίου έχει για μένα ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο Δικαίος είναι φίλος. Πίσω από τη φαντασία και το χιούμορ της αφήγησης αναγνωρίζω μια βαθύτερη ευαισθησία απέναντι στο παιδί και στις σχέσεις που το διαμορφώνουν, μια ματιά που δεν εξιδανικεύει τη γονεϊκότητα, αλλά αναδεικνύει τη σταθερή και διαθέσιμη παρουσία του γονιού ως τον ουσιαστικό πυρήνα της.

Από τη σκοπιά της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας, η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στην έννοια του συναισθηματικού κρατήματος. Το παιδί δεν χρειάζεται έναν παντοδύναμο γονιό που θα εξαφανίζει κάθε δυσκολία. Χρειάζεται έναν ενήλικο που θα αντέχει τον φόβο του χωρίς να τον ακυρώνει και χωρίς να πανικοβάλλεται μαζί του, έναν γονιό που, αντί να λέει «μη φοβάσαι», μπορεί να πει: «Βλέπω ότι φοβάσαι. Είμαι εδώ και θα το περάσουμε μαζί».

Μέσα σε αυτή τη σχέση, το παιδί «δανείζεται» αρχικά την ηρεμία του ενηλίκου, μαθαίνει να αναγνωρίζει και να ονομάζει όσα αισθάνεται και σταδιακά αναπτύσσει τους δικούς του τρόπους συναισθηματικής ρύθμισης. Ο γονιός δεν υπόσχεται ότι δεν θα ξαναβρέξει. Βοηθά το παιδί να ανακαλύψει ότι μπορεί να περάσει μέσα από τη βροχή χωρίς να διαλυθεί.

Η πολύχρωμη εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά, το χιούμορ και το παιχνίδι δημιουργούν την απαραίτητη απόσταση, ώστε ο φόβος να μπορεί να γίνει εικόνα, λέξη και σκέψη, αντί να παραμένει κάτι ακατανόητο που κατακλύζει το παιδί. Έτσι, το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο έναυσμα για γονείς και εκπαιδευτικούς να συζητήσουν με τα παιδιά για όσα τα φοβίζουν και για εκείνους που τα βοηθούν να αισθάνονται ασφαλή.

Οι «Κυνηγοί Καταιγίδων» υπενθυμίζουν τελικά στους γονείς ότι δεν χρειάζεται να είναι αλάνθαστοι ή παντοδύναμοι. Χρειάζεται να είναι παρόντες, διαθέσιμοι και αρκετά σταθεροί ώστε να αντέχουν μαζί με το παιδί τη βροχή, μέχρι εκείνο να μάθει, σιγά σιγά, να κρατά τη δική του ομπρέλα.


Δικαίος Χατζηπλής, Κυνηγοί Καταιγίδων, εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη.