Το καλοκαιρινό διάλειμμα δεν βρίσκεται αναγκαστικά έξω από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Εισάγει την εμπειρία της απουσίας μέσα στη σχέση και μπορεί να ενεργοποιήσει παλαιότερους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος έχει βιώσει τον αποχωρισμό, την απώλεια ή την εξάρτηση. Για κάποιον μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη, για άλλον ανακούφιση από τις απαιτήσεις της θεραπείας και για κάποιον τρίτο μια φαινομενική αδιαφορία που τον προστατεύει από την αναγνώριση της ανάγκης του άλλου. Καμία αντίδραση δεν έχει από μόνη της ένα προκαθορισμένο νόημα. Αποκτά κλινική σημασία μόνο όταν συνδεθεί με την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου και με τη μοναδικότητα της θεραπευτικής σχέσης.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο θεραπευόμενος ή ο συμβουλευόμενος μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Είναι αν όσα έχουν δημιουργηθεί μέσα στη σχέση μπορούν να διατηρήσουν μια εσωτερική συνέχεια κατά την απουσία του άλλου. Η θεραπευτική παρουσία δεν εσωτερικεύεται ως μια φωνή που δίνει έτοιμες απαντήσεις, αλλά ως μια σταδιακά αναπτυσσόμενη δυνατότητα παρατήρησης, σκέψης και συναισθηματικής ρύθμισης. Τόσο στην ψυχοθεραπεία όσο και στη συμβουλευτική, αν και με διαφορετικό βάθος και τρόπο, η υποστήριξη αποκτά ουσιαστική αξία όταν παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από την πραγματική παρουσία του επαγγελματία και μετατρέπεται σε προσωπικό ψυχικό πόρο.
Για τον λόγο αυτό το διάλειμμα χρειάζεται σαφές πλαίσιο, έγκαιρη ανακοίνωση και συγκεκριμένο χρόνο επιστροφής. Μια επιδείνωση, μια ακύρωση, η υποτίμηση της διαδικασίας ή η επιθυμία διακοπής μπορεί να σχετίζονται με τον επικείμενο αποχωρισμό, δεν αποτελούν όμως έτοιμες ερμηνείες. Είναι ενδεχόμενα προς διερεύνηση. Η εργασία διακόπτεται στην εξωτερική της μορφή, όχι αναγκαστικά και στις εσωτερικές της συνέπειες. Η απουσία δεν αποκτά θεραπευτική αξία από μόνη της. Αποκτά όταν μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης.


