Στην προηγούμενη ανάρτηση, με αφορμή τα 15 χρόνια Ψηφιακής Αφήγησης στην Ελλάδα, έγραψα πως η δύναμη μιας αφήγησης δεν βρίσκεται μόνο σε όσα αφηγείται, αλλά κυρίως σε όσα αφυπνίζει μέσα μας.
Η ιστορία που προηγήθηκε αποτελεί ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια προσωπική εμπειρία μπορεί να αποκτήσει καθολικό ανθρώπινο νόημα.
Με αφορμή την εμπειρία του καρκίνου, η αφηγήτρια δεν μιλά τελικά για μια ασθένεια. Ο καρκίνος είναι η αφορμή. Το πραγματικό θέμα είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η συνέχεια της ζωής δεν είναι αυτονόητη.
Η μεταφορά του τρένου είναι γι' αυτό τόσο ισχυρή. Όσο ταξιδεύουμε, ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουμε το δρομολόγιο. Κάνουμε σχέδια, αναβάλλουμε επιθυμίες, πιστεύουμε ότι υπάρχει πάντα χρόνος. Μέχρι τη στιγμή που, έστω και για μια στιγμή, αντιλαμβανόμαστε ότι κανείς δεν γνωρίζει σε ποιον σταθμό θα κληθεί να κατέβει.
Από ψυχολογική σκοπιά, η εμπειρία αυτή σηματοδοτεί μια βαθιά ρήξη με την αίσθηση της παντοδυναμίας που, λίγο ή πολύ, όλοι διατηρούμε. Η συνάντηση με τη σοβαρή ασθένεια, την απώλεια ή τη θνητότητα δεν αλλάζει μόνο τις προτεραιότητές μας. Αναδομεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο, τις σχέσεις και την ίδια την έννοια της καθημερινότητας.
Ίσως γι' αυτό οι ιστορίες αυτές μας συγκινούν τόσο βαθιά. Δεν αναγνωρίζουμε μόνο τον άνθρωπο που αφηγείται. Αναγνωρίζουμε τη δική μας ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Και τότε η αφήγηση παύει να είναι μια προσωπική μαρτυρία. Μετατρέπεται σε έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο ο καθένας συναντά τον εαυτό του.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ψηφιακής Αφήγησης. Δεν μεταδίδει απλώς εμπειρίες αλλά δημιουργεί χώρο για ενσυναίσθηση, στοχασμό και βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ίσως η αξία του ταξιδιού να μην κρύβεται στο ότι γνωρίζουμε τον προορισμό, αλλά στο ότι, όσο συνεχίζεται, μπορούμε ακόμη να μοιραζόμαστε ιστορίες.

