Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

17 Ιαν 2021

Πώς η πανδημία διαταράσσει τις φιλικές μας σχέσεις

 

Με το δεύτερο εγκλεισμό, η συνάντηση με τους φίλους μετατράπηκε, για άλλη μία φορά, σε σπαζοκεφαλιά. Οι φιλίες μας, ωστόσο, είναι απαραίτητες για την προσωπική μας ισορροπία. Χάρη αυτές τις προνομιακές σχέσεις, μπορούμε να εμπιστευόμαστε, να υποστηριζόμαστε και να αλληλοβοηθιόμαστε -κάτι περισσότερο από την συνδιασκέδαση. Ο αληθινός φίλος είναι η «ασφαλής επένδυσή» μας, το άτομο με το οποίο μπορούμε να μοιραζόμαστε τις χαρές και τις δυσκολίες της ζωής.


Η συνέχεια εδώ

15 Ιαν 2021

Eric Andersen, Blue River

 

Blue River, γραμμένο από τον Eric Anderson, το πέμπτο κατά σειρά τραγούδι του ομότιτλου άλμπουμ του Αμερικάνου τραγουδιστή - τραγουδοποιού Eric Anderson.
Ηχογραφήθηκε το 1971 και κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1972.

Ύφος τραγουδιού: Folk
Ύφος άλμπουμ: Folk, rock

 Blue River

Old man go to the river
To drop his bale of woes
He could go if he wanted to
It's just a boat to row you know listen to me now
Blue River keep right on rollin
All along the shore line
Keep us safe from the deep and the dark
Cause we don't want to stray too far
Spent the day with my old dog Mo
Down an old dirt road
What he's thinking lord I don't know
But for him bet the time must go so slow
Don't you know
Blue River keep right on rollin
All along the shore line
Keep us safe from the deep and the dark
Cause we don't want to stray too far

Harmonica break

Young Rob stands with his ax in his hand
Believin that the crops are in
Fire wood stacked ten by ten
For the wife the folks the kids
All of the kin and a friend listen to me now
Blue River keep right on rollin
All along the shore line
Keep us safe from the deep and the dark
Cause we don't want to stray too far


Πηγή: Rhythmic Horizons

13 Ιαν 2021

Τά­σος Γου­δέ­λης, Κέρδη τοῦ χρόνου

 

Με το χρόνο γι­νό­μα­στε πιὸ ἐ­φευ­ρε­τι­κοὶ στὸν ὑ­παι­νιγ­μό: ἀ­πό­λυ­τα δι­α­κρι­τι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τί σὲ ὅ­σα ἄλ­λο­τε θὰ φρον­τί­ζα­με νὰ μᾶς φο­βί­ζουν. Για­τὶ, στὴ θέ­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­δο­νῆς μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο ποὺ κά­πο­τε προ­κα­λού­σα­με, βρί­σκε­ται τώ­ρα ὁ γνω­στός, ἀ­πτό­η­τος τρό­μος:


Η συνέχεια εδώ

11 Ιαν 2021

GIOCONDA BELLI (ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ), Από το ημερολόγιο της Αριάδνης (Del diario de Ariadna)

 Μ’ έριξαν στης Κρήτης το λαβύρινθο

γνωρίζοντας τον έρωτά μου για το Μινώταυρο
και βρίσκομαι παγιδευμένη σε μια γωνιά
σε μια χαραμάδα όπου εκείνος να με δει δεν το μπορεί.

Τόσο κοντά μου βρίσκεται
που ως και την ανάσα του ακούω.
Δεν ψάχνει να με βρει, γνωρίζοντάς με δέσμια
του προσεχτικού του γρίφου που εξύφανε για να με πιάσει.
Τον γνωρίζω και συνάμα δεν τον κατανοώ,
τον αγαπώ και ταυτοχρόνως τον απεχθάνομαι:
άγρυπνη τις νύχτες με κρατά η θύελλα των ήχων του.

Βλέπω το φως στην είσοδο·
αχ να μπορούσα να βγω,
να σου έδειχνα, Θησέα, το τρωτό σημείο,
μα τρέμω, προσμένω
– εδώ σ’ αυτό το σπήλαιο του χρόνου,
αόρατη και διάφανη,
υπολογίζοντας υποψιασμένη
πώς να τον γλιτώσω απ’ τα χέρια σου, Θησέα –
να με φωνάξεις: Αριάδνη! Αριάδνη!
για να σου παραδώσω τον μίτο τον λαμπρό
που μ’ αυτόν για πάντα θα τον βγάλεις
από τούτον τον λαβύρινθο της ζωής μου.

9 Ιαν 2021

Ζίγκμουντ Μπάουμαν – Η σκοτεινή πλευρά του διαδικτύου

 

Το ακόλουθο κείμενο του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν (1925-2017) είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «La vita tra reale e virtuale» (Egea 2014).

Ρώτησαν κάποτε τον Βόλφγκανγκ Γκέτε, τον μεγάλο Γερμανό ρομαντικό ποιητή, αν η ζωή του ήταν ευτυχισμένη. Η απάντηση: «Βέβαια, έζησα μια ζωή πολύ ευτυχισμένη, αλλά δεν θυμάμαι να έχω περάσει έστω και μία μόνο βδομάδα ευτυχίας». Το μήνυμα που περιέχεται στην απάντηση είναι πολύ σαφές: η ευτυχία δεν βρίσκεται στην απαλλαγή από προβλήματα, αλλά στη χαρά να ξεπερνάμε τα προβλήματα.

Η συνέχεια εδώ 

7 Ιαν 2021

Τόμας Τζέφερσον: “Είμαι και εγώ επικούρειος”. Το γράμμα στον Αδαμάντιο Κοραή

Ο Τόμας Τζέφερσον, κατά την διάρκεια του πολιτικού του βίου, πάλεψε για την εφαρμογή των αξιών και των νόμων εκείνων που καθιστούν ένα κράτος ικανό να προσφέρει στους πολίτες την δυνατότητα επιδίωξης μιας ευτυχισμένης ζωής. Η παιδεία που είχε αποκτήσει μέσω των βιβλίων της κλασικής, ελληνιστικής και ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και των άλλων φωτεινών διανοητών της εποχής του, ήταν οδηγός για την προσπάθεια αυτή. Πολλές από τις διδαχές του Επίκουρου ανιχνεύονται στις βασικές φιλοσοφικές του αρχές, οι οποίες αποτυπώθηκαν και στην πολιτική που άσκησε, όπως αυτές για την θέσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.


Η συνέχεια εδώ

5 Ιαν 2021

Στέλιος Σπεράντσας, Φώτα

 Φώτα, φως άγιας γιορτής

γύρω λαμπυρίζει.
Άγιος Γιάννης Bαφτιστής
το Xριστό βαφτίζει.
 
Σήμερα μες στο νερό,
θάλασσα, ποτάμι,
ρίχνουν το χρυσό σταυρό,
τ’ άγιασμα να κάμει.
 
Σ’ όλα τα νερά αγιασμός
και σε μας ο φωτισμός.
Στου σπιτιού μας τη μεριά
πάμε μ’ αναφτά κεριά.


Από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975

3 Ιαν 2021

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἀγάπη στὸν κρεμνό (1913)

 

Καθὼς εἴχομεν ἀναβῆ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅιν-Ταξιάρχην, ἐγὼ κι ὁ Γιαννάκης τοῦ καπετὰν Ἀργυροῦ, τὸ Πετρὶ δὲν τὸ ηὕραμεν ἐκεῖ, ἔλειπεν· ὁ σύζυγός της μᾶς ἐδεξιώθη εἰς τὸν κῆπον, ὁ Γιάννης τ᾿ Πετριοῦ, ἀνεψιὸς τῆς Ζήσαινας. Ἐπατήσαμεν ἐπάνω στοὺς τοίχους τῆς στέρνας διὰ νὰ περάσωμεν, ἐγὼ κατέβην διὰ τῆς ἀντηρίδος τῆς στέρνας, ὁποὺ ἦτο μισοχαλασμένη καὶ λιποπετροῦσα. Ἐντεῦθεν δὲν εἶχε τίποτε τὸ ὀλισθηρόν, ἂν καὶ πλαγία διαγώνιος, κ᾿ ἐπάτει τις ἀσφαλῶς ἐπ᾿ αὐτῆς. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ βόδια ἔβοσκον ἐκεῖ εἰς τὸ ὑψηλὸν λιβάδι, ἄνω τῆς πρώτης αἱμασιᾶς. Τὰ εὐλογημένα ζῷα, καθὼς κοιτάζουν μὲ βλοσυρὸν καὶ ἀπλανὲς βλέμμα, μεγαλόμματα καὶ μὲ τὰ ἄτακτα κινήματα ποὺ κάμνουν συχνά, εἶναι ἱκανὰ νὰ τρομάξουν πάντα ἄνθρωπον. Δι᾿ αὐτὸ ἐδέησε ν᾿ ἀναβῶμεν ἐπὶ τῆς στέρνας, ὅπως διέλθωμεν.

Η συνέχεια εδώ 

31 Δεκ 2020

Πηνελόπη Δέλτα, Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι

 Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ’ αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω’ δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

– Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια. Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;

-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου και είναι πολύ όμορφο. Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ’ αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ’ αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

– Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

– Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

– Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια… είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω.

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης… μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ’ ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα.

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα.

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του. Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

– Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς…

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

– Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε’ άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ’ ακούς; Τραγουδά απ’ έξω… Θα είναι κανένα αγοράκι… φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

– Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

– Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού… και να μας πει τι γίνεται έξω.

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

– Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν.

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει.

– Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ’ όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος. Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί.

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια.

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος’ με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ’ έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ’ άσπρα δέντρα.

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει.

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια’ τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης… ψιθύρισε.

– Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

– Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα… Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

– Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό.

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη. Αχ! λίγη ζέστη.

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ’ άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ’ ορφανό τον κοίταξε μ’ έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα…

– Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου… Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου…

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου. Και δωσ’ μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια.

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ’ όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ’ όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

30 Δεκ 2020

Βουτσά Κατερίνα, Οι περιπέτειες των Σκουόφς , Εκδόσεις Μικρογραφίες


Όταν τα παιδιά γίνονται μεγάλοι συγγραφείς βγαίνουν μικρά αριστουργήματα. Μπράβο στην Κατερίνα Βουτσά που κατάφερε να δώσει μορφή στα μικρά της ξωτικά τα οποία αφού ανέλαβαν επικίνδυνες αποστολές έχτισαν φιλίες και κατάφεραν το αδύνατο. 

Τι συνέβη στο δάσος και γιατί τα Σκουόφς ζουν κρυμμένα κάτω από τις ρίζες του μεγάλου δέντρου; Γιατί οι μεγάλοι αποφεύγουν να μιλήσουν γι’αυτό; Στον κόσμο των ξωτικών κάτι τρομερό έχει συμβεί και τα μικρά Σκουόφς είναι τα μόνα που μπορούν να το διορθώσουν.

Η Κλάρμιν, η Λαρέντα, ο Στέφαν, ο Μόριν, ο Λάσφεν και η Άμπερ, θα ριχτούν με τόλμη στη μεγάλη περιπέτεια που θα τους οδηγήσει στην άκρη του κόσμου τους και θα τους αποκαλύψει κρυμμένα μυστικά, αλλά και τον τρόπο να νικήσουν τα καταστροφικά νέφη και να φέρουν πάλι τη γαλήνη και τη χαρά στο μεγάλο δάσος. 

Στον δρόμο τους θα ανακαλύψουν νέες πολιτείες, θα πολεμήσουν με άγρια τέρατα, θα γνωρίσουν καινούριους φίλους και θα αποδείξουν σε όλους, πως όταν έχουν ο ένας τον άλλο, πολλά και μαγικά μπορούν να συμβούν !!!


Εικόνες βιβλίου: Φώτης Βουτσάς

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...