Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

21 Αυγ 2010

26η γιορτή κρασιού στους Αμπελοκήπους (Αρφαρά) Αιγείρας Αχαΐας

Μουσική, χορός και γεύσεις

Χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο την πρώτη Παρασκευή και Σάββατο μετά της Παναγίας στις 15 Αυγούστου πηγαίνουν στο δημοτικό Άλσος Χρυσαμπέλων Αιγείρας. Εκεί ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αμπελοκήπων «ΑΡΦΑΡΑ» οργανώνει τη γιορτή κρασιού.

Η εκδήλωση περιλαμβάνει μουσική, χορό, τραγούδι, παραδοσιακά φαγητά σε πολύ καλές τιμές. Πίνοντας δωρεάν ντόπιο κρασί οι επισκέπτες χορεύουν ασταμάτητα δημοτικούς και λαϊκούς χορούς. Ένα Σαββατοκύριακο αξέχαστης εμπειρίας και γευσιγνωσίας.


Διαδρομή: Αιγείρα - Χρυσάνθιο - Αμπελόκηποι - Όαση - Συνεβρό

Σημείο αφετηρίας είναι το κέντρο της Αιγείρας και η πινακίδα που προτείνει: Χρυσάνθιο (9 χλμ.), Συνεβρό (18 χλμ.), Όαση (15 χλμ.) και Αμπελόκηποι (10 χλμ.) απέναντι από τον Άγιο Παντελεήμονα.

Ανεβαίνουμε με ... απαιτήσεις (αφού περνάμε λίγη ζάλη από τις πρώτες στροφές), μέσα από την πανέμορφη κωμόπολη της Αιγείρας. Οι μυρωδάτες λεμονιές και πορτοκαλιές είναι για να τις κοιτάζετε όχι για να μαζέψετε λεμόνια και πορτοκάλια γιατί είναι περιφραγμένες. Έχει μουσμουλιές και ελιές ο τόπος...

Ακολουθώντας την επαρχιακή οδό (στην κορυφογραμμή) ανεβαίνουμε προς τα πάνω και συναντάμε παραθεριστικές κατοικίες με πολύ καλή θέα καθώς και πάρα πολύ καλό κλίμα. Αριστερά μας περνά ανενόχλητος ο ποταμός Κριός. Δε στρίβουμε σε καμία διασταύρωση και δεξιά μας ο ποταμός Θολοπόταμος διέρχεται μέσα από ελαιώνες και λιβάδια.

Στα 7 χλμ. συναντάμε πινακίδα που μας προειδοποιεί ότι αριστερά πάμε για Χρυσάνθιο (2 χλμ.) και δεξιά για Αμπελόκηπους και Όαση. Παίρνουμε το δρόμο αριστερά καθώς κι αυτός μας πάει στους Αμπελόκηπους και στην Όαση. Στα 8,8 χλμ. μπαίνουμε στο χωριό Χρυσάνθιο (600 μ. υψόμετρο) και αντικρίζουμε κερασιές και αμπέλια. Είναι η παλαιά Βερσοβά.

Κλασικά όπως συμβαίνει στα περισσότερα χωριά της ορεινής Αχαΐας θα βρείτε πλατεία με τον πλάτανο ακριβώς στη μέση της. Τα σπίτια είναι παλιά παραδοσιακά, πέτρινα. Ακριβώς απέναντι από τον πλάτανο είναι η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και στη γωνία της με την πλατεία υπάρχει ηλιακό ρολόι, αν το δικό σας δεν πάει καλά. Αριστερά της εκκλησίας καταβαίνει ο δρόμος προς την κάτω γειτονιά όπου σε απόσταση 150 μ. θα συναντήσουμε τη βυζαντινή Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.

Στο κέντρο του Χρυσάνθιου υπάρχει πινακίδα για όλα τα γούστα: Αμπελόκηποι (1 χλμ.), Όαση (6 χλμ), Συνεβρό (9 χλμ)., Βελά (8 χλμ.), Εξοχή (15 χλμ.), Βαλιμή (5 χλμ.) και Ζαρούχλα (25 χλμ.). Όρεξη να ’χετε δηλαδή.

Στο 9,8 χλμ. ήδη είμαστε στους Αμπελόκηπους και στα αριστερά, μας «φλερτάρει» το κοινοτικό άλσος Χρυσαμπέλων (ένωση Αμπελοκήπων - Χρυσανθίου). Όμορφο, όνομα και πράγμα. Εκεί κάθε χρόνο γίνεται η γιορτή κρασιού Αμπελοκήπων. Εμπρός μας έχουμε το μνημείο των προεπαναστατικών μαχών Αρφαρά και Βερσοβά 15 και 18 Μαρτίου του 1821 κάτω από τον έλατο.

Ακολουθούμε το δρόμο αριστερά του μνημείου και στα 100 μ. συναντάμε το Δημοτικό ξενώνα. Δεξιά μας είναι τα Δημαρχόσπιτα των Οικονομόπουλου και Γιαννούλη. Στο κέντρο βρίσκεται ο μεγάλος πλάτανος και ακριβώς πάνω από τον ξενώνα το Δημαρχόσπιτο Κουβέλη. Εκεί ήταν η παλαιά έδρα του Δήμου Αιγείρας. Αν συνεχίσουμε θα συναντήσουμε τον επαρχιακό δρόμο στα 80 μ. που είναι χωμάτινος. Στρίβοντας αριστερά πάμε Βελά - Όαση - Συνεβρό ή Εξοχή.

Στρίβοντας δεξιά στα 20 μ. θα μπούμε στην άσφαλτο και στα 800 μ. περίπου θα συναντήσουμε τρεις δρόμους. Ο πρώτος δεξιά μάς επιστρέφει στο Χρυσάνθιο, ο δεύτερος εμπρός μας πηγαίνει στην Αιγείρα και ο τρίτος ο αριστερός μάς οδηγεί στην πλατεία των Αμπελόκηπων (730 μ. υψόμετρο). Πρόκειται για τα παλαιά Αρφαρά, ένα παραδοσιακό χωριό από πέτρα και ξύλο σαν και αυτά που το χειμώνα, τα τρώει η ερημιά και την άνοιξη και το καλοκαίρι τα χαϊδεύει ο βουνίσιος τουρισμός.

Μεγάλη πλατεία μπροστά στην εκκλησία (κλασικό και εδώ το ύφος) και με παραδοσιακή ψησταριά για όσους συνδυάζουν το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αριστερά από την πλατεία υπάρχει το διατηρητέο κτίριο της Αρχόντισσας. Από την πλατεία ανηφορίζοντας προς τα πάνω στα 500 μ. ξεκινά ο δρόμος όπου σε 2,5 χλμ. μας οδηγεί στο δρόμο Ακράτας - Ζαρούχλας. Εκτός από τη διαδρομή με αυτοκίνητο πάνω στο δρόμο προς Βαλιμή και στο σημείο που είναι η σημερινή εκκλησία Άγιος Γεώργιος υπάρχει αρχαίο μονοπάτι που στο παρελθόν εξυπηρετούσε την επικοινωνία από την Αρκαδία - Νωνάκριδα - Αιγείρα.

Η διαδρομή αυτή σήμερα μπορεί να γίνει με τα πόδια ή με άλογο. Καλλιέργειες αμπελώνων, κερασιάς και αγριολούλουδων εξηγούν από μόνες τους προς τι το όνομα Αμπελόκηποι.

Βγαίνοντας από τους Αμπελοκήπους στρίβουμε δεξιά για Όαση και Συνεβρό. Στο βάθος βλέπουμε το Μοναστήρι του Αγίου Βασιλείου χτισμένο στην καρδιά του βράχου. Μη σας ξεγελάσει ο χωματόδρομος που μεσολαβεί στα 100 μέτρα από τους Αμπελόκηπους, γιατί αμέσως μετά συνεχίζει άσφαλτος. Μόλις περάσουμε το ρυάκι του Γουλά (παραπόταμος του Κριού) στα 150 μ. αρχίζει το μονοπάτι που οδηγεί με τα πόδια στο Μοναστήρι του Αγίου Βασιλείου.

Συνεχίζοντας την άσφαλτο περίπου σε 1 χλμ. και πριν πέσουμε στην κατηφόρα της Κουντούσας μπορούμε να στρίψουμε δεξιά σε χωματόδρομο και να ανεβούμε με αυτοκίνητο στην Αγία Παρασκευή, εκκλησία του πρώτου οικισμού Τσιλαρδής όπου από εκεί γύρω στα 1680 έφυγε μια ομάδα κατοίκων και εγκαταστάθηκε στα Αρφαρά Μεσσηνίας.

Στα 13 χλμ. συναντάμε διχάλα. Στα δεξιά στα 3 χλμ. πάει για Βελά και αριστερά για Όαση. Αναζητώντας την Όαση στρίβουμε αριστερά με φόντο πεύκα, κυπαρίσσια και αμπέλια. Ο δρόμος γίνεται κατηφορικός και χαλάει για λίγο. Η Όαση βρίσκεται μπροστά μας στα 16,5 χλμ., με τον τεράστιο πλάτανο, μνημείο της φύσης (450 μ. υψόμετρο).

Στα 18,8 χλμ. συναντάμε γέφυρα με παραπόταμο του Κριού ποταμού (Σούβαλτος που κατεβαίνει από τη Βελά) και ήδη στα αριστερά μας εμφανίζεται από μακριά το Συνεβρό (470 μέτρα υψόμετρο), όμορφο χωριό αμφιθεατρικά χτισμένο με θέα προς τη θάλασσα και πλάτη στο βουνό.

Στα 19 χλμ. μπαίνουμε στο Συνεβρό με τις υπέροχες κερασιές και αμυγδαλιές την άνοιξη. Από την πλατεία του χωριού, ευθεία φτάνουμε στη νεροτριβή (μετά από 500 μέτρα), όπου έπλεναν παλιά τα ρούχα τους οι κυράδες. Και για τους περίεργους γύρω από το όνομα του χωριού, έχει απάντηση ο γέροντας που συναντήσαμε: «Συν και Εβρός, μετά τη φωτιά των Τούρκων συνευρέθηκαν εδώ δύο Εβροί, δηλαδή δύο ελάφια».

Διαδρομή σε χωματόδρομο

Από το Συνεβρό για να συνεχίσουμε τη διαδρομή γυρίζουμε πίσω όπου συναντάμε αριστερά μας το χωματόδρομο που θα μας οδηγήσει στο χωριό Εξοχή. Ακολουθώντας το δρόμο αυτό πάνω από το βράχο του Συνεβρού και βαδίζοντας παράλληλα με το αυλάκι του χωριού συναντάμε στα 4 χλμ. την πέτρινη γέφυρα της Σελιάνας που συνδέει τους δύο επαρχιακούς δρόμους (17η, 18η).

Εμείς στρίβουμε δεξιά και μέσα από τις κοινοτικές βοσκές της Εξοχής (παλαιά Αράχοβα) φτάνουμε στην πλατεία του χωριού. Και εδώ υπάρχουν η εκκλησία, τα πλατάνια και η κεντρική βρύση από την οποία ρέει άφθονο νερό.

Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου συνεχίζεται και σήμερα με αρκετές χιλιάδες ζώα (1.150 μ. υψόμετρο). Από το χωριό μέσα από τους κτηνοτροφικούς δρόμους επισκεπτόμαστε τα δύο μεγάλα λιβάδια και από την κορυφογραμμή βλέπουμε το Σαραντάπηχο και το Αεροδρόμιο. Από την άλλη πλευρά είναι ο Χελμός. Στα 5 χλμ. συναντάμε το χωριό της Αγίας Βαρβάρας στη Νωνάκριδα.

Αν λοιπόν στο 13ο χλμ. της κύριας διαδρομής από την Αιγείρα, αντί να στρίψετε αριστερά προς Όαση - Συνεβρό, στρίψετε δεξιά προς Βελά, σε 3 χλμ. θα βρεθείτε στο χωριό. Αφού έχουμε περάσει και έχουμε αφήσει πίσω μας τα μαντριά των κτηνοτρόφων, στη βάση του Βελαίτικου βλέπουμε το ομώνυμο χωριό (850 μ. υψόμετρο).

Όπως σε όλα τα χωριά της Ελλάδας, υπάρχει η πλατεία στο κέντρο του χωριού με τη βρύση και την εκκλησία. Το χωριό είναι παραδοσιακό με κυρίαρχα στοιχεία την πέτρα και το ξύλο. Συνεχίζοντας μέσα από τη Βελά με χωματόδρομο μπορούμε να φτάσουμε στην Εξοχή.

20 Αυγ 2010

Ποιητική βραδιά στο Μουσείο Ελιάς και Λαδιού Πηλίου

Την Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010 στις 20:30 το βράδυ στο Μουσείο, η εταιρεία Πήλιον Όρος διοργανώει αφιέρωμα στον Γάλλο ποιητή Pierre Goldin.

Ο ποιητής είναι καθηγητής σε Λύκειο. Είναι λάτρης της Μαγνησίας και τα τελευταία χρόνια παραθερίζει στην περιοχή.

Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές στη Γαλλία. Η τελευταία ποιητική συλλογή είναι εμπνευσμένη από την ζωή και την φύση της Μαγνησίας.

Για τον Pierre Goldin θα μιλήσει ο Γιώργος Ταβέλης. Ποιήματά του θ' απαγγελθούν στην γαλλική και την ελληνική, από τη Θεατρική Ομάδα του Δήμου Ν. Αγχιάλου.

Στην εκδήλωση θα παραστεί ο ίδιος ο ποιητής.

Ποιος τραβάει πιστόλι όταν ακούει «κουλτούρα»;

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ουμπέρτο Εκο: «Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του διανοούμενου να θεωρεί τον εαυτό του στρατευμένο στην ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα»

Στη γειτονική μας Ιταλία, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι έχει κηρύξει «πόλεμο» εναντίον των διανοουμένων. Σχεδόν καθημερινά, υπουργοί της κυβέρνησης ή και ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι εξαπολύουν υβριστικές επιθέσεις είτε εναντίον της διανόησης γενικά είτε εναντίον επώνυμων εκπροσώπων της. Η αντίδραση του Ουμπέρτο Εκο καταγράφεται στο ακόλουθο κείμενο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Alfabeta 2».

Ποιος τραβάει το πιστόλι; Εχουμε συνηθίσει εδώ και πολύ καιρό στις επιθέσεις εναντίον των διανοουμένων, από την κλασική έκφραση, που αποδίδεται κατά διάφορους τρόπους στον Γκέμπελς, τον Γκέρινγκ ή του Χες, «όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα τραβάω πιστόλι» (η οποία στην πραγματικότητα προέρχεται από το ναζιστικό δράμα Schlageter του Χανς Γιοστ) έως τους «κουφιοκεφαλάκηδες» διανοούμενους της μακαρθικής περιόδου, τους «κουλτουριάρηδες» του Σπύρου Αγκνιου και τους «χρήσιμους ηλίθιους», φράση που αποδίδεται στον Λένιν, αλλά που χρησιμοποιήθηκε έπειτα, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ιταλία, για να υποδεικνύει τους διανοούμενους της αριστεράς ή τους «συνοδοιπόρους» του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε χοντρές γραμμές, επρόκειτο πάντοτε για υπαινικτικές αναφορές στον «βρομοδιανοούμενο», που γέννησαν μάλιστα και το λαϊκό ανέκδοτο για τους χωροφύλακες που βαδίζουν πάντοτε τρεις μαζί, ένας που ξέρει να διαβάζει, ένας που ξέρει να γράφει και ένας που ελέγχει αυτούς τους δύο επικίνδυνους διανοούμενους.

Ας ορίσουμε λοιπόν τον διανοούμενο. Ηδη από την αρχαιότητα υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα σε φιλελεύθερες τέχνες και μηχανικές ή δουλικές τέχνες. Το ότι έπειτα μεταξύ των μηχανικών υπήρχαν και ζωγράφοι και γλύπτες ήταν μια αντίφαση που οφειλόταν στην κοινωνική οργάνωση εκείνων των καιρών. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και σήμερα διανοητική εργασία υποτίθεται ότι πραγματοποιεί όποιος εργάζεται περισσότερο με τον νου παρά με τα χέρια, δηλαδή όποιος εργάζεται καθιστός και με την πένα, σε αντίθεση με σκαφτιάδες, σιδηρουργούς, οικοδόμους, ξυλουργούς κ.ο.κ.

Με αυτή την έννοια (και υποχρεωτικά) διανοούμενοι θα ήταν όχι μόνον οι καθηγητές, δικαστές, δικηγόροι, ποιητές, αλλά και οι τραπεζίτες ή ακόμα και υπάλληλοι που εργάζονται με τη σκέψη -οριακά ακόμα και ένας θυρωρός που στέκεται στο θυρωρείο διαχωρίζοντας την αλληλογραφία και υποδεχόμενος τους επισκέπτες.

Επρεπε ωστόσο να υπάρχει και ένα άλλο κριτήριο για να διακρίνουμε τον Αϊνστάιν από έναν υπάλληλο του ληξιαρχείου, που κάθεται πίσω από το γκισέ. Θα λέγαμε τότε ότι τόσο ο Αϊνστάιν όσο και ο υπάλληλος πραγματοποιούν διανοητική εργασία, αλλά ότι τον ρόλο του διανοούμενου τον παίζει όποιος αναπτύσσει μια κριτική και δημιουργική δραστηριότητα. Με αυτή την έννοια, ο Εντισον, ο οποίος εφηύρε (μαστορεύοντας ακόμα και με τα χέρια) τον λαμπτήρα, ήταν διανοούμενος και τον ρόλο του διανοούμενου τον παίζει και ο καλλιεργητής ο οποίος αμφισβητεί τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους καλλιέργειας, για να επινοήσει ένα νέο τρόπο για την παραγωγή ντομάτας, ενώ θα έπρεπε (έστω και αν, για το καλό της ειρήνης, δεν το κάνουμε) να αρνηθούμε το ρόλο του διανοούμενου από έναν πανεπιστημιακό καθηγητή, ο οποίος εδώ και τριάντα χρόνια δεν παράγει τίποτα καινούριο και επαναλαμβάνει κουραστικά έννοιες που έχει αντλήσει από εγχειρίδια γραμμένα από άλλους.

Γιατί όμως η ύβρις για τον βρομοδιανοούμενο προέρχεται πάντοτε από τα δεξιά και ποτέ από τα αριστερά; Στην αριστερά ωστόσο επινοήθηκε η μορφή εκείνου του ψευδοδιανοούμενου που ήταν ο οργανικός διανοούμενος, τόσο οργανικός στο κόμμα του ώστε να μπορεί να ασκεί κριτική μόνο στους εχθρούς και ποτέ στο ίδιο το κόμμα. Εχουν αντίθετα δίκιο εκείνοι που λένε ότι ο αληθινός διανοούμενος είναι κυρίως αυτός που γνωρίζει να ασκεί κριτική σε εκείνους της δικής του παράταξης, επειδή για να ασκείται κριτική στον εχθρό αρκούν οι άνθρωποι του γραφείου τύπου, οι οποίοι βέβαια πραγματοποιούν διανοητική εργασία, αλλά δεν το κάνουν με τρόπο κριτικό και δημιουργικό. Αυτή είναι η εργασία του διανοούμενου, με κίνδυνο να συντριβεί έπειτα πάνω στον τοίχο. Κάθε δραστηριότητα όμως συνεπάγεται τις δικές της επαγγελματικές ασθένειες.

Το θεμελιώδες ερώτημα ωστόσο παραμένει: γιατί η επίθεση στους διανοούμενους προέρχεται πάντοτε από τα δεξιά και ποτέ από τα αριστερά; Μήπως στη δεξιά δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν διανοούμενοι; Τίποτα δεν είναι πιο εσφαλμένο από αυτό. Το να μιλάμε για κριτική και δημιουργική λειτουργία δεν σημαίνει να σκεφτόμαστε μόνο κριτικές και προτάσεις που θέλουν να είναι «προοδευτικές». Αναπτύσσει κριτική λειτουργία ακόμα και ο σκληροπυρηνικός αντιδραστικός, ο οποίος μιλάει εναντίον του κόσμου έτσι όπως αυτός είναι και προτείνει την επιστροφή σε ένα παρελθόν πιο σοφό από το παρόν.

Ο Δάντης ήταν ένας διανοούμενος της δεξιάς (σκεφτείτε, να κηρύσσει την επιστροφή στην Αυτοκρατορία, ενώ άνθιζαν οι ελεύθερες κοινότητες!) και τέτοιος ήταν και ο Ντε Μεστρ, ο οποίος μάλιστα εγκωμίαζε τις ανθρωποθυσίες, ενώ μιλούσε εναντίον του πνεύματος της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά με πόση δημιουργικότητα και ελευθερία κρίσης! Τότε όμως γιατί οι δεξιές δεν επαναλαμβάνουν ποτέ αυτά τα παραδείγματα, αναγνωρίζοντας σε αυτά τους δικούς τους μεγάλους διανοούμενους, και το πολύ πολύ πάνε να διαβάσουν ένα μισοπάλαβο όπως ο Εβολα;

Δεν είναι όμως αληθινό ότι στη δεξιά δεν ενεργοποιούνται οι διανοούμενοι της δεξιάς. Είναι αλήθεια ότι πρέπει να διακρίνουμε μια διανοητική δεξιά από μια πολιτική δεξιά και ότι ανάμεσα στους δύο κόσμους υπάρχει ένα ρήγμα πιο βαθύ από εκείνο που υπάρχει ανάμεσα σε διανοητική αριστερά και πολιτική αριστερά. Ο μεγάλος διανοούμενος της δεξιάς είναι ή συντηρητικός ή αντιδραστικός. Ο αντιδραστικός είναι πολύ οργισμένος με τον κόσμο, καλλιεργεί αριστοκρατικά το όνειρό του για μιαν επιστροφή στις αξίες της παράδοσης και δεν θεωρεί κομψό να συμβιβάζεται με μια πολιτική στράτευση. Επομένως, η πολιτική δεξιά γνωρίζει αόριστα το όνομά του, αλλά δεν τον διαβάζει και με δυο λόγια είναι δύσπιστη απέναντί του (όπως εξάλλου ο αντιδραστικός σοφός είναι δύσπιστος απέναντι στην πολιτική δεξιά). Ο συντηρητικός, από τη μεριά του, είναι βέβαια στρατευμένος σε μια υπεράσπιση του υπάρχοντος συστήματος (πράγμα που δεν αποκλείει μιαν ήπια κριτική και μια σειρά ακόμα και δημιουργικών προτάσεων για μια βελτίωση του στάτους κβο, προκειμένου ακριβώς να μη γίνει επιθυμητή η ανατροπή του) αλλά ιδιαίτερα ο ήρεμος τόνος της κριτικής του τον καθιστά ελάχιστα χρήσιμο ως εργαλείο μάχης. Διαφορετικά, όταν η κριτική του στρέφεται εναντίον των ίδιων των ομάδων της δεξιάς, τότε δεν τον αντέχουν και τον χαρακτηρίζουν βρομοδιανοούμενο.

Ετσι όμως δεν έκανε και ο Τολιάτι; Ναι, βέβαια. Αλλά πρώτα απ' όλα δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό και κανείς δεν είπε ποτέ ότι ο Τολιάτι ήταν ένα υπόδειγμα φιλελεύθερης σκέψης και, σε κάθε περίπτωση, εδώ αναρωτιόμαστε για τις καταγωγές και τις χρήσεις της προσβολής εναντίον των διανοουμένων ως κατηγορίας και αυτό ο Τολιάτι δεν το έκανε, επειδή η πολιτική του απέβλεπε αντίθετα στο να κολακεύσει και να σαγηνεύσει τους διανοούμενους.

Πότε αρχίζει λοιπόν η χρήση του «διανοούμενου» ως αρνητικής κατηγορίας από μέρους της σκέψης της δεξιάς; Ο όρος έχει μιαν ιστορία δύο τουλάχιστον αιώνων. Ορισμένοι τον εντοπίζουν στον Σεν Σιμόν το 1821, στον Σεβαλιλέ ντε Τους (1864), στον Μπαρμπέ ντ' Ορεβιγί, στον Μοπασάν το 1879, στον Λεόν Μπλουά το 1866, αλλά αυτός θα χρησιμοποιηθεί με τρόπο συστηματικό (και, όπως θα δούμε, συγκρουσιακά πολεμικό) στη διάρκεια της υπόθεσης Ντρέιφους, τουλάχιστον από το 1898, όταν στις 14 Ιανουαρίου μια ομάδα συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων, όπως ο Προυστ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Σορέλ, ο Μονέ, ο Ρενάρ, ο Ντιρκέμ (για να μη μιλήσουμε για τον Ζολά, ο οποίος θα γράψει έπειτα το αιχμηρό «Κατηγορώ» του), με ένα μανιφέστο που δημοσιεύτηκε στην Aurore με τη συνδρομή του Κλεμανσό, δήλωναν πεπεισμένοι ότι ο Ντρέιφους ήταν θύμα μιας αντισημιτικής συνωμοσίας και ζητούσαν την αναθεώρηση της δίκης του.

Αυτοί θα οριστούν διανοούμενοι από τον Κλεμανσό, αλλά ο ορισμός θα επαναληφθεί αμέσως με συκοφαντικό νόημα από εκπροσώπους της αντιδραστικής σκέψης, όπως ο Μπαρές και ο Μπρινετιέρ, για να υποδείξουν τα πρόσωπα τα οποία, αντί να ασχοληθούν με την ποίηση, την επιστήμη ή άλλες μυστηριώδεις ειδικεύσεις (με δύο λόγια, με τις δικές τους υποθέσεις), χώνουν τη μύτη τους σε ζητήματα για τα οποία δεν είναι αρμόδια, όπως είναι τα προβλήματα διεθνούς κατασκοπίας και στρατιωτικής δικαιοσύνης (η οποία πρέπει να αφεθεί στους στρατιωτικούς).

(Θυμίζουμε, ανοίγοντας μια παρένθεση, ότι σε αυτή τη μάχη εναντίον του διανοούμενου δεν διακρίθηκε μόνον η δεξιά αλλά και οι σοσιαλιστές, οι οποίοι αργότερα με τον Λαφάργκ, στο Le socialisme et les intellectuels, θα δουν τους διανοούμενους ως τους παλιάτσους της «τάξης που πληρώνει». Στη διάρκεια της υπόθεσης Ντρέιφους, εμφανίζεται μια έκκληση των σοσιαλιστών βουλευτών προς το προλεταριάτο, η οποία προσκαλεί τον λαό να μην ασχολείται με την «επονείδιστη διαμάχη» που αντιπαραθέτει τους εβραίους καπιταλιστές, οι οποίοι υπερασπίζονται τον Ντρέιφους για να καλλιεργήσουν την εικόνα που τους θέλει διωκόμενους, και τους συντηρητικούς αστούς. Από την άλλη μεριά υπήρχε ένας πασίγνωστος σοσιαλιστικός αντισημιτισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο εβραίος ταυτιζόταν με τον εκμεταλλευτή του λαού). (...)

Ολη αυτή η θεματική μετασχηματίζεται στον επόμενο αιώνα, όταν από τη μια μεριά έχουμε την πολεμική του Μπεντά εναντίον της «προδοσίας των διανοουμένων», οι οποίοι αφοσιώνονται υπερβολικά στην πολιτική, αντί να ασχοληθούν με τις μεγάλες αξίες που είναι το αντικείμενο μιας ανιδιοτελούς γνώσης, και από την άλλη μεριά το εγκώμιο του Σαρτρ στη στράτευση των διανοουμένων, όπου το να χώνει τη μύτη του παντού γίνεται ακριβώς η αποστολή του διανοούμενου. Μόνο που, στις συζητήσεις που απασχολούν την αριστερά γύρω από την έννοια της στράτευσης, βαθμιαία η έκκληση για στράτευση στην κριτική και τον μετασχηματισμό του παρόντος συγχέεται με την έκκληση για οργανικότητα, δηλαδή για στράτευση σε υπεράσπιση και υποστήριξη του κόμματος.

Ο Ζολά έκανε την αρχή με το δικό του «Κατηγορώ». Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του διανοούμενου, και μάλιστα στον βαθμό που αυτός είναι ελεύθερος και «μη οργανικός», να θεωρεί τον εαυτό του στρατευμένο στην ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα, πρώτα απ' όλα ως πολίτης και κατά δεύτερο λόγο ως πολίτης ο οποίος από το επάγγελμά του είναι συνηθισμένος να υποβάλλει τα φαινόμενα στο κόσκινο του στοχασμού και της κριτικής -αν και τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι ο στοχασμός του και η κριτική του είναι αλάθητα- αλλά ακριβώς γι' αυτό οφείλει να καθιστά τους στοχασμούς του δημόσιους και ανοιχτούς στον συλλογικό έλεγχο. Και είναι ορθό, τη στιγμή που αναβιώνει η χρήση του όρου «διανοούμενος» ως προσβολή και ως στιγματισμός εκείνου που θέλει να χώνει τη μύτη του σε ζητήματα που δεν θα 'πρεπε να τον αφορούν, το ότι χρειάζεται να διεκδικούμε αυτό το καθήκον επαγρύπνησης που χαρακτηρίζει τη διανοητική λειτουργία.

http://www.enet.gr

Δύο ελληνικά πανεπιστήμια στα 500 καλύτερα του κόσμου

Το Χάρβαρντ διατήρησε για όγδοη χρονιά τα πρωτεία στην λίστα με τα 500 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου σύμφωνα με την Ακαδημαϊκή Ταξινόμηση των Παγκόσμιων Πανεπιστημίων (ARWU) για το 2010.

Η Ελλάδα εκπροσωπείται στην λίστα από το Εθνικό και Καποδιστριακό της Αθήνας και το Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το Καποδιστριακό βρίσκεται στη 221η θέση παγκοσμίως και στην 85η στην Ευρώπη, ενώ το Αριστοτέλειο έχει την 301η θέση στον κόσμο και την 124η θέση στην Ευρώπη.


Οι ΗΠΑ μονοπωλούν την πρώτη δεκάδα, με οκτώ πανεπιστήμια ενώ έχουν 54 στις 100 πρώτες θέσεις. Στην δεκάδα εκτός από το Χάρβαρντ βρίσκονται το Μπέρκλεϊ, το Στάνφορντ, το MIT, το Κέμπριτζ, το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας, το Πρίνστον, το Κολούμπια, το πανεπιστήμιο του Σικάγου και της Οξφόρδης.

Η κατάταξη των πανεπιστημίων στη σχετική λίστα γίνεται με κριτήριο έξι δείκτες όπως ο αριθμός των αποφοίτων και καθηγητών τους που έχουν κερδίσει βραβείο Νόμπελ, ο αριθμός σημαντικών ερευνητών που διδάσκουν σε αυτά, τα άρθρα που έχουν δημοσιεύσει καθηγητές τους σε μεγάλες εφημερίδες καθώς και η απόδοση των φοιτητών τους.

Δείτε ολόκληρη τη λίστα.

http://www.enet.gr

19 Αυγ 2010

Γυμνό σώμα, Γιάννης Ρίτσος



Δεν είχα να προσθέσω
άλλο στίχο,
άλλη λέξη,
στο σώμα σου βίωνα
όλη την ποίηση.

Από την ποιητική συλλογή Τα ερωτικά, Εκδόσεις Κέδρος

18 Αυγ 2010

Λιγότερη ύλη στην Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού στα μαθήματα των Φυσικών Επιστημών, των Μαθηματικών και της Γεωγραφίας

Με απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Εύης Χριστοφιλοπούλου – και μετά από εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου – το Υπουργείο Παιδείας προχωρά σε αναδιάρθρωση και εξορθολογισμό της διδακτέας ύλης στα μαθήματα των Φυσικών Επιστημών, των Μαθηματικών και της Γεωγραφίας, στις τάξεις Ε΄ και Στ’ Δημοτικού.

Η ελάφρυνση της ύλης αφορά διδακτικά κεφάλαια, τα οποία κρίνονται δυσνόητα ή επουσιώδη και σε ορισμένες περιπτώσεις επαναλαμβάνονται σε διάφορες τάξεις. Στόχος είναι ο συγχρονισμός της ύλης συναφών μαθημάτων.

Στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας

http://www.minedu.gov.gr/publications/docs/eksorthologismos_ylhs_dhmotiko_100812.doc
έχουν αναρτηθεί πίνακες με αναλυτικά στοιχεία.

Βιωματικό Εργαστήριο για παιδιά 6-11 ετών: «Προετοιμασία για μια Καινούργια Αρχή»

Τίτλος εργαστηρίου: «Προετοιμασία για μια Καινούργια Αρχή»
Διάρκεια: 5 δίωρες συναντήσεις
Έναρξη: Από 2 έως 11 Σεπτεμβρίου 2010 - κάθε Τρίτη, Πέμπτη(18:00-20:00) και Σάββατο (10:00-12:00)
Διοργάνωση: Κέντρο Βιωματικής & Συνεργατικής Μάθησης: Ανοιχτό Σχολείο, 2106640433 (Παιανία)
Συντονίστρια: Βαρβάρα Ρεκλείτη (Ψυχολόγος )


Το καλοκαίρι τελειώνει, σύντομα θα αρχίσουν τα σχολεία … στόχος αυτού του εργαστηρίου είναι να προετοιμάσει τα παιδιά σε συναισθηματικό επίπεδο για το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Στο εργαστήριο αυτό, μέσα από ευχάριστες ομαδικές δραστηριότητες (όπως μαγειρική, κηπουρική, ζωγραφική και πολλά άλλα), θα μπορέσουν οι συμμετέχοντες να βγουν σταδιακά από την “ξεγνοιασιά “ του καλοκαιριού και να μπουν στο απαιτητικό κλίμα μιας νέας σχολικής χρονιάς.

Πληροφορίες και εγγραφές:
τηλ:2106640433, site: www.anoixto-sxoleio.gr, e-mail: anoixto@anoixto-sxoleio.gr

17 Αυγ 2010

Χάρτινο το φεγγαράκι, Νίκος Γκάτσος / Μάνος Χατζιδάκις



Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Νανά Μούσχουρη
Άλλες ερμηνείες: Κώστας Χατζής || Ηλίας Λιούγκος || Ελευθερία Αρβανιτάκη & Δήμητρα Γαλάνη ( Ντουέτο ) || Γιώργος Νταλάρας & Dulce Pontes ( Ντουέτο )


Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ' αγέρι
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι.

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θα 'σαν όλα αληθινά.

Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θα 'σαν όλα αληθινά. (δις)

16 Αυγ 2010

Τέσσερις ποιητές: Σίλβια Πλαθ, Αν Σέξτον, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν

Η Σίλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1932 και πέθανε στο Λονδίνο το 1963. Οταν πλησίαζε στο τέλος της - ο γάμος της με τον άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ ήδη διαλυμένος - η επιφάνεια της ζωής της ήταν, κυριολεκτικά, η ποίηση.

Το 1951 στην Αμερική είχε πάθει νευρικό κλονισμό και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Είχε γράψει γι' αυτή την περίοδο της ζωής της στο μυθιστόρημα The Bell Jar (Ο γυάλινος κώδων), που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963 με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας. Οταν αρρώστησε σοβαρά, στο Λονδίνο, το 1963, δεν είχε κανέναν να τη φροντίσει, και στο τέλος αυτοκτόνησε ανοίγοντας το γκάζι. Το πρώτο της βιβλίο, Colossus (Κολοσσός, 1960) απέσπασε πολλούς επαίνους· αλλά η δεύτερη συλλογή, Ariel (Αριέλ, 1965), που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, ήταν αυτή που την ανέδειξε ως μείζονα ποιήτρια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αφιερωμένοι στην επιφάνεια της ζωής τους, κι αυτό τους προφυλάσσει από τις πιέσεις του ποιητικού συλλογισμού: από να νοιάζονται έντονα για το τι -από υλική άποψη- δεν έχει σημασία. Επειδή για μερικούς μήνες η Σίλβια Πλαθ μετέτρεψε όλη της την ύπαρξη σε ποίηση (τα δύο παιδιά της, ο μόνος περισπασμός), οι κριτικοί θεώρησαν πως η υποτιθέμενη θεματογραφία της -τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και η μοίρα των Εβραίων- ήταν το πραγματικό της θέμα. Ενας κριτικός, που την αποκάλεσε «ελάσσονα ποιήτρια μεγάλης εμβέλειας», δήλωσε ότι «τα τελευταία, αξιόλογα ποιήματα αποκορυφώνονται σε μια πράξη ταύτισης, μια απόλυτη σχέση με όσους βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν». Λίγο περίεργο... Ενας άλλος (κριτικός, όχι γιατρός) θεωρεί ότι έπασχε από σχιζοφρένεια και κηρύσσει ότι η ποίησή της «διατυπώνει την εποχή σχιζοφρενικά». Αλλά η πάθησή της ήταν μάλλον μανιοκαταθλιπτική, όπου η ψυχική ευφορία και η κατάθλιψη συνυπάρχουν (ο ιταλός ποιητής Ντίνο Καμπάνα και ο Ρουμάνος ποιητής Τζορτζ Μπακόβια είχαν την ίδια ψυχική πάθηση). Τα τελευταία ποιήματα της Πλαθ αναμφίβολα είχαν αυτή την τάση.

Ελάσσονα ποιήματα (αλλά θα' λεγα ιστορικά προφητικά, όταν σκεφτείς τις απαράδεκτες, τις άθλιες συνθήκες που παρουσιάζει η αστικοποίηση τη σήμερον ημέρα), διότι το θέμα τους δεν είναι τίποτε άλλο από τη δική της ασθένεια. Κι έτσι, «ελάσσων ποιήτρια μεγάλης εμβέλειας» είναι σωστό. Και αυτό αρκεί. Διότι αυτά τα ποιήματα μιλούν για τη φύση της ψυχικής, και συνεπώς ανθρώπινης, αρρώστιας της.

Οταν ο Α. Αλβάρεζ, ένας ικανός κριτικός και, ώς ένα σημείο, σωστός όσον αφορά τη Σίλβια Πλαθ, λέει πως «έπαιξε... και έχασε», υπονοώντας «για χάρη της ποίησης», ξεφεύγει από το θέμα. Το πρόβλημά της δεν ήταν να μη ρισκάρει, αλλά να παραμείνει ντόμπρα, ακόμα και στην καταθλιπτική, αυτοκαταστροφική κατάσταση, διαποτισμένη με μια δόση ψυχικής ευεξίας, στην οποία βρισκόταν. Τα ποιήματά της γι' αυτή την κατάσταση μας μιλούν -όχι για τον «σχιζοφρενικό κόσμο», σύμφωνα με τη ρητορική ενός κριτικού.

Παρ' όλα αυτά η Σίλβια Πλαθ βρήκε τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψει την κατάστασή της, καθώς περίμενε το τέλος της. Ολα της τα ποιήματα έχουν να κάνουν με την αυτοκτονία. Δεν υπάρχει περίπτωση να έχουν σχέση με κάποιο είδος αγάπης. Είναι ποιήματα φρίκης. Κι όμως, αν αυτό μειώνει το ανάστημά τους, παραμένουν σημαντικά για την ανατριχιαστική ακρίβεια με την οποία περιγράφουν τον τρόμο.

Η Αν Σέξτον (1928-1974), γεννήθηκε στο Νιούτον της Μασαχουσέτης. Παντρεύτηκε το 1948 και απέκτησε δύο κόρες. Συνήθως τη συνδέουν με την επονομαζόμενη «εξομολογητική σχολή», αν και η ίδια θα προτιμούσε να την κατατάσσουν στους «παραστατικούς», με τον τρόπο που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της. Γράφει, αναπόφευκτα, στη σκιά τής Σίλβια Πλαθ, καθώς μερικά από τα ποιήματά της αφορούν την ψυχοπάθεια. Η πρώτη της συλλογή είχε τίτλο Το Bedlam and Part Way Back (Στο τρελοκομείο και εν μέρει επιστροφή, 1960), και μεταξύ άλλων είχε σχέση με μια απόπειρα αυτοκτονίας. Η συλλογή ποιημάτων της Selected Poems δημοσιεύτηκε το 1964.

Ακολούθησαν δύο άλλες συλλογές: Live or Die (Ζήσε ή πέθανε, 1967) και Love Poems (Ερωτικά ποιήματα, 1969). Το θεατρικό έργο Οδός Οίκτου ανέβηκε στη Νέα Υόρκη το 1969. Η Αν Σέξτον είναι μια έξοχη συγγραφέας λυρικής αυτοβιογραφίας. Περιγράφει τα δικά της βιώματα - ασθένειες, μητρότητα, έρωτα, όχι ηθογραφικά ή σεμνότυφα. Τα ποιήματά της δημιουργούν λίγες αντηχήσεις, αυτοβιογραφικώς είναι «τοπικά» (ζούσε στα περίχωρα της Βοστόνης). Τα ερωτικά της ποιήματα, για παράδειγμα, είναι άκρως σαρκικά, με θηλυκότητα, καθόσον δεν επιχειρούν να βγάλουν «νόημα» από τις ηδονές που καταγράφουν. Ως ερωτική ποιήτρια είναι πιθανώς ασύγκριτη.

Ο Ράνταλ Τζάρελ, που γεννήθηκε στο Νάσβιλ του Τενεσί το 1914, πέθανε στις 14 Οκτωβρίου 1965, όταν ρίχτηκε κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού. Ανήκε στην προικισμένη γενιά των Ντέλμορ Σγουόρτς (1913-67), Ρόμπερτ Λόουελ (1917-77) και Τζον Μπέριμαν (1914-72) και, όπως αυτοί, δίδασκε σε πανεπιστήμια. Επιπροσθέτως ήταν μέλος του Εθνικού Ιδρύματος Τεχνών και Γραμμάτων και σύμβουλος ποίησης στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στην Αμερικανική Αεροπορία. Υπήρξε ιδιοφυής κριτικός, συγγραφέας δύο τόμων, Poerty and the Age (Ποίηση και η εποχή) και Α Sad Heart at the Supermarket (Μία λυπημένη καρδιά στην υπεραγορά) - και μέγας καλαμπουρτζής, εις βάρος όλων των ακαδημαϊκών κύκλων.

Εγραψε κι ένα μυθιστόρημα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, σατιρίζοντας την πανεπιστημιακή ζωή (Εικόνες από ένα ίδρυμα, 1954). Πάνω απ' όλα ο Τζάρελ ήταν αισθαντικός ποιητής: αισθαντικότητα για την καταδικασμένη να αποτύχει αναζήτηση του ανθρώπου για ευπρέπεια και καλοσύνη. Εγραψε πολλά βιβλία για παιδιά, καθώς η αθωότητα ήταν αυτό που τον ενδιέφερε. Δυστυχώς, παρασύρθηκε σε συναισθηματισμούς, ενδίδοντας στον αναμενόμενο πειρασμό. Πιθανότατα να τον ονομάσουν ελάσσονα ποιητή· δεν είναι τόσο φιλόδοξος όσο ο Λόουελ και δεν προσπαθεί για περισσότερα όσο ο Μπέριμαν.

Η ποίηση που έγραψε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ίσως να είναι η πιο αξιόλογη απ' όλες που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή. Τα καλύτερα απ' αυτά τα ποιήματα, μαζί με άλλα, συμπεριλαμβάνονται στην επιλογή Selected Poems (1955). Ο μεταπολεμικός Τζάρελ, λάτρης των αδελφών Γκριμ, δεν μπορούσε πάντα να αποφύγει τα καπρίτσια. Πάντως στα τελευταία χρόνια της ζωής του βρήκε ένα πιο κατάλληλο ύφος. Τα ποιήματα, τα περισσότερα μονόλογοι γυναικών, βρίσκονται στη μεταθανάτια συλλογή The Lost World (Ο χαμένος κόσμος, 1966). Στην καλύτερη περίπτωση έχουν το απόλυτο ποιον της νοσταλγίας τού αγαπημένου του Μαρσέλ Προυστ. «Σκέπτοντας τον χαμένο κόσμο» αρχίζει:

Αυτή η κουταλιά σοκολατένιας ταπιόκας
Εχει τη γεύση φιστικοβούτυρου, του εκχυλίσματος
Βανίλιας που η μαμά μου είπε να μην πιω.
Καταπίνοντας την κουταλιά, ήδη ταξίδευσα
Στο χρόνο μέχρι την παιδικότητα. Απορώ
Πως η ηλικία είναι έτσι...

Και οι παρακάτω στίχοι:

Ολοι έχουν φύγει
Εκτός από μένα· και για μένα τίποτα δεν έχει φύγει-
Το σώμα της κότας εξακολουθεί να γυρίζει
Γύρω γύρω με ευρύτερους κύκλους...
Η μαμά, ο μπαμπάς κι η Ντανντήν είναι ακόμα εκεί
Στην Εύθυμη Δεκαετία του Είκοσι.

Και τελειώνει:

Κρατώ στα χέρια μου, ευτυχισμένος,
τίποτα: το τίποτα για το οποίο δεν υπάρχει αμοιβή.

Λίγοι αμερικανοί ποιητές είχαν το χάρισμα να γράφουν τόσο όμορφα και τόσο απλά - και συγχρόνως να αποφεύγουν την ψυχοπάθεια, την ανωμαλία και τη φρίκη.

Ο Τζον Μπέριμαν (1914-1972), που γεννήθηκε στο Μακάλιστερ της Οκλαχόμα, από θρησκόληπτους Καθολικούς γονείς, και του οποίου ο πατέρας αυτοπυροβολήθηκε μπροστά στα μάτια του, όταν ο ίδιος ήταν στην ηλικία των 12 ετών, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως κατεξοχήν εξομολογητικός ποιητής. Το στυλ του είναι συχνά αινιγματικό, επιτηδευμένο, περιελισσόμενο· μα το θέμα της ποίησής του (αρχίζοντας με τα Σονέτα που έγραψε τη δεκαετία του '40, αλλά τα δημοσίευσε μόνο το 1967) είναι κυρίως ο εαυτός του: οι νοητικές του διαταραχές, η μοιχεία του, οι φίλοι του, η αγωνία του γενικώς. Προφανώς ο Μπέριμαν είναι στα Ονειρικά άσματα -77 ονειρικά άσματα (1964), Το παιχνίδι του, το όνειρό του, η ανάπαυσή του (1968) - συχνά κάκιστος ποιητής: απροσπέλαστα δυσνόητος, να παραπέμπει ανηλεώς σε προσωπικά ζητήματα, στρυφνός, αρχαϊκός, μελοδραματικός. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, εκτός από κάποιον επιπόλαιο αναγνώστη που δεν τον έχουμε ανάγκη. Το ερώτημα είναι αν με τα Ονειρικά άσματα όσο και με τα Σονέτα ο Μπέριμαν, με το να ρισκάρει, πέτυχε ένα καινούριο, καλύτερο και πιο καθαρό ύφος. Ναι, πέτυχε ένα συναρπαστικό και διαφορετικό ποιητικό ύφος που άξιζε να μελετηθεί.

Ο Μπέριμαν ποτέ δεν έκρυψε ότι διψούσε για φήμη· κι όμως, σε μια συνέντευξη στη βρετανική τηλεόραση είπε πως είχε μόνον έξι αναγνώστες που κατανοούσαν τι επεδίωκε. Αραγε να το εννοούσε; Οι πολυάριθμες προσωπικές αναφορές στα ποιήματά του δείχνουν, από μια έννοια, ότι πράγματι το εννοούσε. Αλλά, δυστυχώς, ήταν μια ερώτηση που δεν θα 'θελε ν' απαντήσει. Ισως επειδή ως Καθολικός άφηνε τέτοιες υποθέσεις στον Θεό. Εξαρτημένος από το αλκοόλ, αυτοκτόνησε σε μια κρίση κατάθλιψης, η οποία εν μέρει προκλήθηκε από το γεγονός ότι έκοψε το ποτό.

Ο Μπέριμαν ξεκίνησε λίγο-πολύ ως ακαδημαϊκός ποιητής, γράφοντας με αυστηρές στροφές. Συγκέντρωσε όσα από τα πρώτα του ποιήματα ήθελε να διασώσει στη συλλογή Short Poems (Μικρά ποιήματα, 1967), αλλά αυτά διαφέρουν πολύ από τις τρεις επόμενες σειρές. Homage to Mistress Bradstreet (Φόρος τιμής στην κυρία Μπράντστριτ, 1956) είναι μια σειρά ποιημάτων βασισμένων στη διπλή έπαρση ότι η πουριτανή Αν Μπράντστριτ, (Anne Bradstreet, 1612-72), η πρώτη αμερικανίδα ποιήτρια, είναι η ερωμένη του - και το άλλο εγώ του. Με το να συμμετέχει στη ζωή της (για την οποία ο Μπέριμαν είχε κάνει έρευνα) ο ποιητής φωτίζει πώς ανακάλυψε την ίδια του τη χώρα.

Τα Ονειρικά άσματα είναι οργανωμένα έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να ερευνήσει τον εαυτό του και τον κόσμο του με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία. Το κάθε ποίημα αποτελείται από δεκαοχτώ στίχους μοιρασμένους σε τρεις στροφές, η καθεμιά με έξι στίχους. Το μάκρος, ο τόνος των στίχων και η ομοιοκαταληξία ποικίλλουν. Ο Μπέριμαν μεταφέρει τον εαυτό του σε διάφορες φωνές: ο Χένρι, ένας λευκός με μαύρο πρόσωπο, που μιλάει σαν νέγρος τραγουδιστής, ένας ανώνυμος φίλος που τον αποκαλεί κύριο Μπόουνς, και κάτι άλλες, όχι επακριβώς καθορισμένες φωνές. Αυτός ο Χένρι και ο φίλος του δεν είναι παρά αναγνώριση εκ μέρους του ότι ουδείς ποιητής μπορεί να είναι το «εγώ» σε κανένα ποίημα· μπορεί μόνον να το προσποιείται. Αυτή η προσποίηση δεν είναι κατ' ανάγκην μεμπτή· αλλά όχι κατάλληλη για ένα τόσο μακροσκελές και μεγαλεπήβολο έπος που ο Μπέριμαν είχε σχεδιάσει. Το ποίημα δίκαια έχει θεωρηθεί φτιαχτό, άνισο και εξεζητημένο.

Η περιπαικτική διάθεση του Μπέριμαν σε πολλά σημεία δείχνει τον ποιητή σαν αυτό που είναι, και με το παραπάνω. Υπάρχουν οι συνεπακόλουθοι κίνδυνοι, που μπορούν να καταλήξουν σε ποίηση όχι μόνο εγωκεντρική αλλά και προσβλητική. Πάντως για κάποιον που ενδιαφερόταν για το παρελθόν της ποίησης, και την ιδέα της προσπάθειας να το πραγματοποιήσει, έπρεπε να κάνει τη βουτιά. Είναι περισσότερο ιστορικού παρά εσωτερικού ενδιαφέροντος. Δεν ξέρω με τα χρόνια τι αποτέλεσμα έχει ή θα έχει. Ωστόσο η σημαντικότητα του έργου δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε ενώπιον του κοινού από τον υπογράφοντα δημιουργό του, την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009, στο κτήριο της Παλαιάς Βουλής των Ελλήνων, στη σειρά Ομιλίες με θέμα τη σχέση της λογοτεχνίας με τη δεκαετία 1960-1970, κι όλα αυτά ενταγμένα στον εορτασμό επί τη συμπληρώσει σαράντα ετών από την κυκλοφορία του δίσκου του Δ. Σαββόπουλου «Το περιβόλι του τρελλού» (1960-2009).
www.enet.gr

15 Αυγ 2010

Τι μεταμορφώνει την αγέλη σε κοινωνία;

Tου Χρήστου Γιανναρά

Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου: από τις λίγες πια αφορμές που απόμειναν για να διαπομπεύουμε οι Νεοέλληνες επιδεικτικά τον μεταφυσικό άξονα τού κάποτε πολιτισμού μας. Θρησκευτικές παράτες πανηγυριώτικου εντυπωσιασμού, πομπώδεις κενολογίες πολιτικών, δημοσιογράφων και δεσποτάδων – αχταρμάς επιδείξεων ασχετοσύνης και απαιδευσίας. Ολα να βεβαιώνουν την άγνοια ή την κυρίαρχη αδιαφορία για την πάλη «νοήματος» που μεταμορφώνει την αγέλη σε κοινωνία («οίον γιγαντομαχία τις περί της ουσίας»).

Η οικονομική χρεοκοπία και ο έσχατος διεθνής εξευτελισμός μας, η διαφθορά και κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος, η αλλοτρίωση του κοινωνικού σώματος σε αρένα διεκδικήσεων κτηνώδους ιδιοτέλειας, αυτά και τα συναφή εκεί έχουν την αιτία τους: στη συμπλεγματική ταύτιση του μηδενισμού με την «πρόοδο», στην επηρμένη χλεύη για κάθε ιερό και όσιο. Κυρίως, στη διαστροφή των θησαυρισμάτων και θεσμών της μεταφυσικής παράδοσης: στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος.

Θολές οι αιτίες, τόσο από τη χρονική απόσταση των απαρχών όσο και από τη σύγχυση των φρενών. Για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, η υποδούλωση στους Τούρκους εξαφάνισε την ενεργό παρουσία του Ελληνισμού από το ιστορικό προσκήνιο. Και αυτό που προέκυψε σαν Ελληνισμός μετά από τόσο μακρό διάστημα, ήταν ένα μεταπρατικό κρατίδιο που πάλευε (και παλεύει) και πιθηκίζει τρόπο βίου (πολιτισμό) με αναποδογυρισμένους τους όρους της ελληνικής πρότασης και ταυτότητας.

Στη διάρκεια των αιώνων της ελληνικής απουσίας, ένας άκριτος και ανεξέλεγκτος από τα κριτήρια των Ελλήνων πολιτισμός γεννήθηκε στη μεταρωμαϊκή (βαρβαρική τότε) Δύση. Εκπληκτικός σε δυναμισμό πολιτισμός με κέντρο το άτομο, την εξυπηρέτηση και κολακεία των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής: Αντί για την ελληνική ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν», η ταύτιση της αλήθειας με τη «σύμπτωση» (adaequatio) ατομικού νου και αντι-κείμενου νοουμένου – σαρωτική επιβολή της νοησιαρχίας, του ατομοκεντρισμού. Αντί της «κοινωνίας» η societas («εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι»). Αντί του «δικαίου» (του «ανά τον λόγον») το jus: κώδικας χρησιμοθηρικών κανονιστικών αρχών. Αντί της δημοκρατίας, η res publica. Αντί για την ελευθερία (άθλημα αυθυπέρβασης) η συμβατική (με σύμβαση) θωράκιση ατομικών δικαιωμάτων. Αντί για το εκκλησιαστικό γεγονός (την αγαπητική κοινωνία της ύπαρξης και της γνώσης), η θρησκεία (ατομική αξιομισθία, ατομική σωτηρία). Και πάει λέγοντας.

Ετσι, βγαίνοντας από την υποδούλωση στους Τούρκους ο Ελληνισμός (αλλά και οι υπόλοιπες κοινωνίες της Ορθόδοξης ελληνορωμαϊκής και σλαβικής «οικουμένης») στον 19ο αιώνα, βρέθηκαν σε ριζικά καινούργιο ιστορικό περιβάλλον, στους αντίποδες του πολιτισμού που είχε διαμορφώσει η συνάντηση της ελληνικής «πόλεως» με τη χριστιανική «εκκλησία». Ο πριν από την Τουρκοκρατία πολιτισμός ήταν πια ένα απόμακρο παρελθόν, κατασυκοφαντημένο λυσσωδώς από τη Δύση, μετονομασμένο χλευαστικά σε «Βυζάντιο»! Το ρεαλιστικό τώρα δίλημμα για τους Ορθόδοξους ήταν: ή το μοντέλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή η καθήλωση στην ιστορική καθυστέρηση και υπανάπτυξη, ή η μίμηση του καινούργιου, «πεφωτισμένου και λελαμπρυσμένου» κόσμου της Δύσης.

Η ίδια η απελευθέρωση των Ορθοδόξων από τον τουρκικό ζυγό δεν κατορθώθηκε με άξονα και στόχο να αποκατασταθεί η άλλοτε ενιαία σε πολιτισμό ελληνορωμαϊκή «οικουμένη», ιστορική σάρκα, πολυεθνική - πολυφυλετική, της Μιας Καθολικής Εκκλησίας, από την οποία είχε αποσχιστεί η Δύση. Η απελευθέρωση κατορθώθηκε στο όνομα και με το όραμα του καινούργιου μοντέλου συλλογικότητας που είχαν γεννήσει στη Δύση ο ατομοκεντρισμός και η απολυτοποιημένη χρησιμοθηρία: το μοντέλο του «έθνους - κράτους». Οι ορθόδοξοι λαοί απελευθερώθηκαν χάρη στην έγκαιρη παγίδευσή τους στο αντιμεταφυσικό μένος της Δύσης (απόλυτα δικαιωμένο εκεί ιστορικά) και στα παράγωγά του (φυσιοκρατία, δικαιώματα του φυσικού ατόμου) σαρκωμένα στο συναρπαστικό υπόδειγμα της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης.

Διέσωζαν οι Ορθόδοξοι την επίγνωση διαφοράς ή και αντίθεσης προς τη θρησκειοποιημένη Χριστιανοσύνη της Δύσης. Αλλά κατανοούσαν και εξέφραζαν τη διαφορά ή αντίθεση με τους όρους που είχε πια καθολικά επιβάλει η Δύση: Ορους ιδεολογικής αντιμαχίας, δογματικών - νοησιαρχικών διατυπώσεων άσχετων με την πραγματικότητα της ζωής και το «νόημά» της. Τώρα και για τους Ορθοδόξους «πίστη» σήμαινε ατομικές «πεποιθήσεις» βασισμένες σε αξιωματικές a priori παραδοχές, με μοναδικό τάχα βιωματικό στοιχείο την επιδίωξη ατομικής αξιόμισθης ηθικότητας, ατομικής (στεγανά εγωκεντρικής) σωτηρίας.

Στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει μάλλον αδύνατο να εντοπίσει κανείς συνοδικό κείμενο, επισκοπικό κήρυγμα, οποιαδήποτε έκφραση επίσημου εκκλησιαστικού λόγου, που να εκφράζει επίγνωση της διαφοράς της Εκκλησίας από τη θρησκεία, διαφοράς του μετέχειν - κοινωνείν από τον ατομοκεντρισμό τού να θρησκεύει κανείς για την αξιομισθία. Η γενίκευση μοιάζει αφοριστική, αλλά οι δυνατότητες για να ελεγχθεί προσφέρονται πληθωρικά: Οι τηλεοπτικές αναμεταδόσεις πανηγυριώτικου ιδεολογικού και ηθικοπλαστικού ευτελισμού της σημερινής Γιορτής θα κατακλύσουν τα Δελτία Ειδήσεων. Κάθε Κυριακή ο Ελληνας τηλεθεατής των κρατικών καναλιών μπορεί να κρίνει αν το αφόρητης κενολογίας κήρυγμα του καθεδρικού ναού των Αθηνών (ή της Θεσσαλονίκης) διαφέρει, έστω και ελάχιστα, από κάθε αντίστοιχη ρωμαιοκαθολική ή προτεσταντική ευσεβολογία. Και η υπεράσπιση της «Ορθοδοξίας», πανομοιότυπη με την ξύλινη ιδεολογική αντιμαχία «ορθόδοξων» μαρξιστών με «σχισματικούς» τροτσκιστές, ρεφορμιστές ή όποιους άλλους συμπλεγματικούς της μονοτροπίας.

Η ιδεολογική αλλοτρίωση και θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος κατακερμάτισε την άλλοτε Μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (που πραγμάτωση και φανέρωσή της ήταν η κάθε τοπική σύναξη Ευχαριστίας) σε πλήθος εθνοφυλετικών κρατικών εκκλησιών, κατά κανόνα υποταγμένων στις σκοπιμότητες του κρατικού εθνικισμού. Πριν από τη θρησκειοποίηση, την ενεργό και λειτουργική ενότητα των διάσπαρτων στην οικουμένη εκκλησιών την εξασφάλιζε το «συνοδικό σύστημα» με ραχοκοκαλιά τον θεσμό της «πενταρχίας των πατριαρχών». Ο θεσμός ακυρώθηκε, όταν οι Ρώσοι, το 1589, απαίτησαν εκβιαστικά τον «ανύψωσή» τους σε πατριαρχείο εκλαμβάνοντας τον τίτλο σαν προνόμιο εξουσιαστικής ισχύος, προϋπόθεση αυτοκρατορικής αυτοτέλειας. Τους ακολούθησαν στην αδαή εθνικιστική θρασύτητα οι Σέρβοι, το 1920, οι Ρουμάνοι, το 1925, οι Βούλγαροι, το 1953. Σκανδαλωδέστεροι οι Νεοέλληνες, είχαμε αυτοανακηρυχθεί, το 1833, «αυτοκέφαλοι», με την εκκλησία μας «επικρατούσα θρησκεία»!

Η πανηγυριώτικη ασχετοσύνη στη γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου έχει ρίζες τόσο βαθιές στο παρελθόν μας όσο και η ανίατη παραπληγία του πολιτικού μας συστήματος.

http://www.kathimerini.gr/

Ο Αντρέα Μποτσέλι στο Ηρώδειο, στις 7 Σεπτεμβρίου

Συναυλία για φιλανθρωπικούς σκοπούς
Αθήνα - Σάββατο 14 Αυγούστου 2010


Στο Ηρώδειο θα εμφανιστεί τις 7 Σεπτεμβρίου ο κορυφαίος τενόρος Αντρέα Μποτσέλι, προσκεκλημένος του Ιδρύματος Δράσης Κατά του Καρκίνου του Μαστού.

«Εάν ο Θεός είχε φωνή, θα έμοιαζε με τη φωνή του Αντρέα Μποτσέλι» είναι το πασίγνωστο σχόλιο της Σελίν Ντιόν για το διάσημο καλλιτέχνη.

Η παγκόσμια αναγνώριση της ποιότητας της φωνής του τον έχει εντάξει ανάμεσα στους καλλιτέχνες-θρύλους με τις μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκων διεθνώς και με το δικό του Aστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Ηollywood.

Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

Όλα τα έσοδα θα διατεθούν για τους σκοπούς του Ιδρύματος.

Τιμές εισιτηρίων: 30 ευρώ (φοιτητικά), 45 ευρώ, 70 ευρώ, 95 ευρώ, 130 ευρώ και 200 ευρώ (VIP)

Προπώληση εισιτηρίων: Ταμεία Φεστιβάλ Αθηνών, καταστήματα Public. Τηλεφωνικές κρατήσεις: 210 3362888 και μέσω Διαδικτύου στο www.ticketshop.gr