Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

28 Ιαν 2012

Νάσος Βαγενάς

Ο Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το αναγνωστικό κοινό τον γνωρίζει ως διακεκριμένο ποιητή αλλά και ως κριτικό σε θέματα της λογοτεχνίας. Από καιρό σχεδιάζαμε να προσεγγίσουμε τον Νάσο Βαγενά. Η αφορμή μας δόθηκε από την έκδοση της νέας του ποιητικής συλλογής «Η νήσος των Μακάρων». Μία συζήτηση με έναν τέτοιο δημιουργό είναι αισθητική απόλαυση αλλά και γνωριμία με τον κόσμο της ποίησης.
Του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ;
Η ανάγνωση της εισαγωγής στο ποιητικό έργο του Κάλβου, η οποία περιέχεται στην πρόσφατη έκδοση των Ωδών. Περιέχει πράγματα ασύστατα τόσο, που προκάλεσε την άμεση αντίδρασή μου. Για να διασκεδάσω έγραψα τα σονέτα για τον Κάλβο. Αυτά μου έβγαλαν και τα σονέτα για τους άλλους ποιητές.

ΤΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΕΣΤΕ ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΟ, ΘΑ ΛΕΓΑΜΕ, ΤΡΟΠΟ.
Προσπαθώ να αποτυπώσω σε αυτά το ποιητικό στίγμα του κάθε ποιητή και τα αισθήματα που τρέφω για το έργο του.

ΓΙΑΤΙ ΣΟΝΕΤΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΛΛΩΝ ΜΟΡΦΩΝ;
Το σονέτο αποτελεί και άσκηση ποιητικής πειθαρχίας, την οποία θεωρώ απαραίτητη στην εποχή μας, όπου ο ελεύθερος στίχος έχει οδηγηθεί σε κατάσταση ποιητικής αμορφίας.

ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΟΠΩΣ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ, Ο ΚΑΛΒΟΣ, Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Ο ΡΙΤΣΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΑΛΛΟΙ. ΌΜΩΣ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΑΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΟΝΕΤΑ
ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥΣ ΟΠΩΣ Ο ΡΑΓΚΑΒΗΣ,
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, Ο ΦΙΛΥΡΑΣ, Ο ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ.
ΤΙ ΣΑΣ ΣΥΝΔΕΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ;

Με τον Ραγκαβή και τον Παράσχο με συνδέουν τα αισθήματά μου για την ποιητική τους μοίρα. Ο Παράσχος αγαπήθηκε όσο κανείς άλλος ποιητής του καιρού του –ήταν, θα έλεγα, ο Ελύτης της εποχής του–, και όμως σήμερα δεν τον διαβάζει κανείς. Ο Ραγκαβής ήταν ποιητής με μεγάλες ποιητικές δυνατότητες, όπως δείχνει το πρώτο ποιητικό του έργο , το «Δήμος και Ελένη» (1831), που είναι σε δημώδη γλώσσα – ένας ποιητής που υπήρξε γλωσσικό θύμα της εποχής του, από τη στιγμή που διοχέτευσε αυτές τις δυνατότητές του στην καθαρεύουσα. Ο Φιλύρας και ο Κοτζιούλας είναι σημαντικοί ελάσσονες, μάστορες του στίχου, και θα συμβούλευα τους νέους ποιητές να μαθήτευαν στην τεχνική τους.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ ΕΧΕΤΕ ΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΑΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ.


Προσπαθώ μ’ αυτό να δείξω γιατί θα πρέπει να τον επανεκτιμήσουμε. Είναι ένας ποιητής του έμμετρου στίχου με ποιήματα πολύ πιο ζωντανά σήμερα, πιο σύγχρονα, απ’ ό,τι τα ποιήματα των ποιητών της εποχής του που έγραφαν σε ελεύθερο στίχο.

ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΒΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ: «Ο ΣΤΙΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΨΥΧΗΣ/ ΣΕ ΠΑΓΩΝΙΑ ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΤΗ ΔΕΝ ΥΠΟΦΕΡΕΤΑΙ». ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ Η ΧΩΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕΙ ΚΑΙ ΒΑΛΣΑΜΟ;
Η ποίηση μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, ή και ελπίδα, όταν οι δύσκολες στιγμές που περνάει η χώρα είναι πολιτικής ή ηθικής φύσεως. Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποτελέσει βάλσαμο όταν η εξαθλίωση είναι οικονομική.

«ΘΟΛΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ, ΑΣΥΝΔΕΤΕΣ, ΑΥΘΑΙΡΕΤΕΣ/ ΔΕΝ ΓΚΡΕΜΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ». ΌΤΑΝ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΦΩΣ ΄Η ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ;
Όταν το όνειρο σήμερα είναι πώς τα πράγματα να μη χειροτερεύσουν, δηλαδή πώς να αποφύγουμε την έσχατη εξαθλίωση, τότε η ελπίδα είναι τόσο αμυδρή, που δεν μπορούμε να μιλάμε για φως. Σ’ αυτή την περίπτωση το όνειρο έχει φτάσει στην κατάντια μιας ευχής. Δεν ονειρευόμαστε, ευχόμαστε.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΜΙΛΗΣΕ ΜΕ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ. ΑΠΟΚΑΛΕΣΕ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ «ΛΑΠΑΔΕΣ». ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΥΠΟΤΙΜΑ
΄Η ΑΔΙΑΦΟΡΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ;
Προφανώς ο βουλευτής αυτός είχε ελάχιστη σχέση με την ποίηση, και μιλούσε για τους ποιητής μέσα από τη γνωριμία του με κάποιος στιχοπλόκους, οι οποίοι εμφανίζονταν ως ποιητές. Θα πρέπει να δούμε μέσα σε ποια συμφραζόμενα τους αποκάλεσε λαπάδες, και γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη, βουλευτής αυτός, να μιλήσει για ποιητές.

ΠΟΙΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΣΤΙΧΟΥΣ ΄Η ΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΗ;
Δεν νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα, αν λάβουμε υπόψη τον μέσο δείκτη πνευματικής καλλιέργειας των πολιτικών μας. Μάλλον χειρότερα θα ήταν, αν στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάναμε και την ποίηση – θα κακοπάθαινε η ποίηση. Βέβαια η ποίηση, και η λογοτεχνία γενικότερα, κακοπαθαίνει και από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, όταν τη συνδέουν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε με την πολιτική. Θέλω να πω, δεν είναι λίγοι οι κριτικοί που στα κείμενά τους χρησιμοποιούν ως αξιολογικά κριτήρια πολιτικά τσιτάτα, ή έχουν στο μαξιλάρι τους κείμενα του αγαπημένου τους κοινωνικοπολιτικού στοχαστή. Ξέρετε, μου φαίνονται αστεία συνθήματα του τύπου «Οι ποιητές στην εξουσία», που τα βλέπω ακόμη και σήμερα σε τοίχους των Εξαρχείων. Για την άσκηση εξουσίας –διακυβέρνησης, αν θέλετε, αν η λέξη εξουσία ενοχλεί– πολύ πιο σημαντική από την εξουσία είναι η λογική, η οποία δυστυχώς απουσιάζει τις τελευταίες δεκαετίες, και όχι μόνο από το πολιτικό μας πεδίο. Μας έχει λείψει και η φαντασία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΤΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ;
Στην αρχαιότητα η ποίηση ήταν σχεδόν όλη η λογοτεχνία – θέλω να πω ότι η ποίηση εκτελούσε και χρέη μυθιστορήματος και διηγήματος, ακόμη και φιλοσοφικού δοκιμίου. Στην εποχή μας δεν είναι μόνο η πεζογραφία –κυρίως το μυθιστόρημα με την ανάδυσή του τους προηγούμενους αιώνες– εκείνη που απορρόφησε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού και το απομάκρυνε από την ποίηση· είναι και η εμφάνιση νέων τεχνών, κυρίως του κινηματογράφου, και η ευρύτατη διάδοση της τέχνης των εικόνων με την τηλεόραση. Όλα αυτά ικανοποιούν ευκολότερα τις λογοτεχνικές –και τις συναφείς με αυτές καλλιτεχνικές– ανάγκες των ανθρώπων. Ακόμη, η ανάγνωση της ποίησης απαιτεί μεγαλύτερη κινητοποίηση από την πλευρά του δέκτη απ’ ό,τι η προσέγγιση άλλων τεχνών, κι αυτό σε μια εποχή γενικής χαλαρότητας, όπως η δική μας, δεν ευνοεί την ανάγνωση των ποιημάτων.

ΔΙΑΒΑΖΕΙ Ο ΈΛΛΗΝΑΣ ΠΟΙΗΣΗ;
Διαβάζει ελάχιστα περισσότερο απ’ όσο γράφει ποίηση. Θέλω να πω, οι αναγνώστες της ποίησης –πιστεύω όχι μόνο για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω, αλλά και γιατί ο ποιητικός μας λόγος σήμερα βρίσκεται στην ακμή στην οποία βρισκόταν στα μέσα του περασμένου αιώνα– είναι λίγο περισσότεροι από εκείνους που εκφράζονται με την ποιητική γραφή, δηλαδή ελάχιστοι σε σύγκριση με εκείνους που διαβάζουν πεζογραφία –κυρίως μυθιστόρημα– χωρίς να έχουν οι ίδιοι συγγραφικές φιλοδοξίες. Αυτό δεν είναι μόνο κακό, έχει και τα καλά του. Διότι αν είναι η ποίηση να ξανακερδίσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών, αυτό θα γίνει με τους δικούς της όρους, τους όρους που θα επιβάλει η ποιητική τέχνη, και όχι με το κίνητρο της ευρείας, της εμπορικής αναγνωσιμότητας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΥΧΝΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗΣ. ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ
Η ΠΟΙΗΣΗ;

Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικά, δεν διδάσκεται. Ή έχεις το λογοτεχνικό ταλέντο ή δεν το έχεις – είναι χάρισμα φυσικό, το οποίο, βέβαια, χρειάζεται και να το αναπτύξει όποιος το έχει. Δεν θέλω να πω ότι τα μαθήματα «δημιουργικής γραφής», τα οποία παρακολουθούν στις μέρες μας πολλοί –έχουν γίνει της μόδας–, είναι εντελώς ανώφελα. Στους ταλαντούχους δεν πιστεύω ότι προσφέρουν κάτι το σημαντικό. Αυτοί βρίσκουν τον δρόμο μόνοι τους. Είναι χρήσιμα για τους μη ταλαντούχους, γιατί τους βοηθούν να βελτιώσουν την επικοινωνία τους με τη λογοτεχνία, να γίνουν καλύτεροι αναγνώστες της – με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι όσοι «διδάσκουν» τα μαθήματα αυτά είναι ταλαντούχοι συγγραφείς.

ΣΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΑΣ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΤΕΧΕΙ ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΘΕΣΗ. ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΑΣ «Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ» ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΝΕΤΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ. ΚΑΙ Ο ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΕΦΤΑ ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΕ ΤΟ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΕΥΤΗΣ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ;

Όχι μόνο τα εφτά κείμενα αλλά και το ποίημα που αναφέρατε, που είναι κι αυτό ποίημα «κριτικό», είναι συμπληρωματικά του βιβλίου, που είναι ένα βιβλίο νεανικό, μια διδακτορική διατριβή. Από το 1979, που δημοσιεύτηκε, ως το 2009, που γράφτηκε το τελευταίο από αυτά τα κείμενα, είχα τον χρόνο να μελετήσω καλύτερα ορισμένες πτυχές του έργου του Σεφέρη, που, αν είχαν σχολιαστεί στη διατριβή, θα την έκαναν καλύτερο βιβλίο. Αλλά τα κείμενα αυτά γράφτηκαν και από αντίδραση στην υποτιθέμενη περισπούδαστη αμφισβήτησης του σεφερικού έργου από ανθρώπους που συγχέουν τους κανόνες της «πολιτικής ορθότητας» με εκείνους της λογοτεχνικής κριτικής.

Πηγή: intex

27 Ιαν 2012

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ντίνος Χριστιανόπουλος


Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι
μπατιρημένο κουρεῖο
Σάββατο βράδυ
χωρὶς δουλειὰ
μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα

τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ

τὸ γατί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
θέλει καὶ φαΐ
τὸ κορμί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
θέλει καὶ χάδια

ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἑξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
μὲ γέλασες
μὲ γέρασες

μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας

κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος

ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;

ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου

θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν

Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία

τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς

«ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους

ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα

καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος

μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο

ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;

γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ

H ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ- Γ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ - 1966




Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο

Νάτη πετιέται απο ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου

Πηγή: http://tomarasnik.blogspot.com/

26 Ιαν 2012

Καθρέφτης, Barbara Korun


Ένας άντρας γέρνει επάνω μου
σαν πάνω από νερό.
Εύχεται να δει το πρόσωπό του
στον υδάτινο καθρέφτη μου
όμως το νερό μου είναι σκοτεινό,
σκοτεινό και βαθύ, δεν θα
αποδώσει την μορφή του.
Ψάχνει, έκπληκτος
μετά έκθαμβος, και φοβάμαι ότι
θα πηδήξει μέσα, μέσα μου,
και κοιτάζοντας επίμονα τον εαυτό του
θα βρει το πρόσωπό του εκεί, νεκρό।

(μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ένας πολιτικά επίκαιρος συγγραφέας

Την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου η φιλόλογος και συγγραφέας Μαρία Σπυροπούλου - Θεοδωρίδου, στα πλαίσια τριήμερου αφιερώματος στον Παπαδιαμάντη, θα κάνει μια εμπεριστατωμένη και πυκνή παρουσίαση του "πολιτικού" Παπαδιαμάντη, όπως αυτός αποκαλύπτεται μέσα από τα γραπτά του, με τίτλο: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ένας πολιτικά επίκαιρος συγγραφέας".
O Μανώλης Γιούργος θα αποδώσει κείμενα του Παπαδιαμάντη।

Ώρα έναρξης: 20.00
Είσοδος ελεύθερη.

διεύθυνση: Ελευθερίου Βενιζέλου 17 και Β. Κων/νου, Μαρούσι
επικοινωνία - κρατήσεις θέσεων: 210 6817042

25 Ιαν 2012

«Έφυγε» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος


Έχασε τη μάχη για τη ζωή, σε ηλικία 77 ετών, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο οποίος νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας νοσοκομείου στο Φάληρο αφότου τραυματίσθηκε σοβαρά σε τροχαίο.

Τον σκηνοθέτη παρέσυρε μοτοσικλέτα στην περιφερειακή οδό Δραπετσώνας, μετά το πρώτο τούνελ, στο ρεύμα προς Κερατσίνι. O Θόδωρος Αγγελόπουλος βρισκόταν στο σημείο για γύρισμα ταινίας και τη στιγμή που διέσχιζε το οδόστρωμα παρασύρθηκε από τη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ειδικός φρουρός εκτός υπηρεσίας.

O Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν ο δημιουργός του «Θίασου», του «Μεγαλέξανδρου» και άλλων επικολυρικών ταινιών που έκανε γνωστή την Ελλάδα σε όλη την υφήλιο για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες. Ο κορυφαίος και πολυβραβευμένος διεθνής Έλληνας σκηνοθέτης με διακρίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος εγκατέλειψε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή της Αθήνας και το 1961 έφυγε στο Παρίσι, όπου αρχικά παρακολούθησε στη Σορβόννη μαθήματα γαλλικής φιλολογίας και φιλμογραφίας, καθώς και μαθήματα εθνολογίας και στη συνέχεια μαθήματα κινηματογράφου στη Σχολή Κινηματογράφου IDHEC και στο Musee de l' homme.
Σκηνή από την ταινία «Η Σκόνη του Χρόνου»

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1964 και μέχρι το 1967 εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή, μαζί με τον Βασίλη Ραφαηλίδη και την Τώνια Μαρκετάκη. Με τον κινηματογράφο άρχισε να ασχολείται το 1965 και το 1968 παρουσίασε την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, Εκπομπή, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Το 1970, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Αναπαράσταση, κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς και άλλες διακρίσεις στο εξωτερικό, και σηματοδότησε την αυγή του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Έκτοτε, οι ταινίες του έχουν συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και έχει κερδίσει πολλά βραβεία, τα οποία τον καθιέρωσαν παγκοσμίως ως έναν από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου.

Πολλά αφιερώματα που τιμούν τη δουλειά του Θόδωρου Αγγελόπουλου έχουν πραγματοποιηθεί σ' όλο τον κόσμο. Έχει αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας των Πανεπιστημίου των Βρυξελλών, του Πανεπιστημίου X Ναντέρ (Nanterre) στο Παρίσι και του Πανεπιστημίου του Έσσεξ (Essex). Μαζί με τον Βασίλη Ραφαηλίδη υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος.

To 1998 στις Κάνες κατακτά τον Χρυσό Φοίνικα για την ταινία του "Αιωνιότητα και μια μέρα" κάνοντας ξανά την Ελλάδα περήφανη για τον πολιτισμό της.

«Φτιάχνουμε συνεχώς την ίδια ταινία»
Σκηνή από την ταινία «Το λιβάδι που δακρύζει»
«Πιστεύω ότι όλοι φτιάχνουμε συνεχώς την ίδια ταινία. Είμαστε καταδικασμένοι να κάνουμε μόνο μια ταινία ή να γράψουμε μόνο ένα βιβλίο ή μόνο ένα ποίημα σε διάφορες εναλλαγές. Χάρη στην επανάληψη, γίνεται τραγούδι», είχε δηλώσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος το 2008, κατά τη βράβευσή του με το χρυσό μετάλλιο του ιδρύματος Circulo de Bellas Artes στη Μαδρίτη.

O χρόνος

Για τη σχέση με το χρόνο είχε πει τα εξής: «Στην κινηματογραφική μου σύλληψη υπάρχει ένας χρόνος. Γι' αυτό προσπάθησα να βάλω το παρελθόν στο ίδιο επίπεδο με το παρόν, σαν να μην υπήρξε καμία διακοπή, σαν να συνέβαιναν όλα στο παρόν».

«Εκείνο που με έκανε να θέλω να γίνω σκηνοθέτης ήταν το θέατρο»

«Η πρώτη ταινία που είδα», είχε δηλώσει το 2002 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, «ήταν οι "Αγγελοι με λασπωμένα πρόσωπα" το 1946, στη Νίκαια του Πειραιά. Ηταν την ηρωική εκείνη εποχή που τα αγόρια πηδούσαν τη μάντρα του θερινού σινεμά για να δουν τον Χόμφρεϊ Μπόγκαρτ, τη Ρίτα Χαίηγουορθ, τον Γκάρι Κούπερ.

»Εκτοτε, είδα πολλές ταινίες, εκατοντάδες ταινίες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ στο Ροζικλαίρ, στην Αλάσκα. Και προ παντός έβλεπα ταινίες αστυνομικές. Με τρελένανε τα βιβλία του Ντάσιελ Χάμετ. Ηθελα να γυρίσω αστυνομικές ταινίες. Εκείνο όμως που με έκανε να θέλω να γίνω σκηνοθέτης δεν ήταν ο κινηματογράφος, αλλά το θέατρο. Μια παράσταση που είδα με τον Αλέξη Μινωτή και την Κατίνα Παξινού. Ηταν η "Ηλέκτρα" του Ευριπίδη. Η Παξινού ήταν που με συγκλόνισε. Δεν ξεκίνησα από ανάγκη να εκφραστώ, εξηγεί. Εκφραζόμουν από 16 χρονών με ποιήματα και διηγήματα που δημοσιεύονταν στη Νέα Εστία».

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1968 "Εκπομπή" μικρού μήκους 
1970 "Αναπαράσταση" 
Βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ του Hyeres (1971), 
Βραβείο Georges Sadoul (1971) 
1972 "Μέρες του '36 " 
Βραβείο FIPRESCI Βερολίνο 1973
1975 "Ο Θίασος" 
Βραβείο FIPRESCI, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1975, 
Βραβείο Interfilm Βερολίνο "Forum" 1975, 
Βραβείο καλύτερης ταινίας της χρονιάς, British Film Institute 1976, 
Βραβείο Καλύτερης ταινίας στον κόσμο για τη δεκαετία 1970-80, Ένωση Κριτικών Ιταλίας, 
Μία από τις καλύτερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου, FIPRESCI, 
Καλύτερη ταινία της χρονιάς, Grand Prix για τις τέχνες, Ιαπωνία, 
Βραβείο Golden Age, Βρυξέλλες 1976 
1977 " Οι κυνηγοί" 
Βραβείο καλύτερης ταινίας Golden Hugo, Σικάγο 1978 
1980 "Μεγαλέξανδρος" 
Βραβείο Χρυσό Λιοντάρι και FIPRESCI, Βενετία 1980 
1981 "Ένα χωριό, ένας χωριάτης" ντοκιμαντέρ 
1983 "Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη" τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ 
1984 "Ταξίδι στα Κύθηρα" 
1986 "Ο μελισσοκόμος" 
1988 "Toπίο στην ομίχλη" 
1991 "Το μετέωρο βήμα του πελαργού" 
Cinema Lumiere, Μπολόνια (Ιταλία), Μάρτιος - Απρίλιος 2002, 
Φεστιβάλ Σίδνεϊ (Αυστραλία), Ιούνιος 2003 
1995 " Το βλέμμα του Οδυσσέα" 
Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1995 
FIPRESCI Βραβείο της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 1995, 
Felix των Κριτικών ταινίας της χρονιάς, 1995 
1998 " Μια αιωνιότητα και μια μέρα" 
Χρυσός Φοίνικας στο Διεθνές Φεστιβάλ Καννών, 1998 
2004 "Το λιβάδι που δακρύζει" 
2008 "Η σκόνη του χρόνου"

Πηγή: naftemporiki.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

24 Ιαν 2012

Οι ξεχασμένες μέρες, Άννα Νιαράκη

Ποιον αφορούν στ' αλήθεια;
Σκεπασμένες νερά
Σε βυθούς ξεκουράζουν
Τα μέλη τους

Οι άλλες είναι που με ανησυχούν

Αυτές που έρχονται με ορμή
Αυτές που γεννιούνται τώρα
Που με καλύπτουν με τη λύσσα τους

Αυτές φοβάμαι.


Την καινούργια λύπη

Που ξεχειλώνει τα μάτια μου
Την καινούργια οργή
Που αναβλύζει αθεράπευτη

Θέλει καιρό η λήθη

Να κάνει τη δουλειά της.
Θέλει καινούργια κόλπα
τη μνήμη να ξεκάνει.

Να τη διαλύσει εντελώς

Να τη θρυμματίσει
Να μην θυμάμαι
πώς ενώνονται
Αυτά τα κομμάτια
Που σκόρπισαν
Ξανά και ξανά και ξανά

Να μην θυμάμαι τις ενώσεις θέλω.

Να ξεγραφτούν οι συνταγές.

Ολοι οι αρμοί να χάσκουν

ασυνάρτητοι

Κι αν είναι να ξαναδιπλωθώ

Ας γίνει αυθόρμητα
Εξώθερμα
Αργά

Χωρίς κατάλυση.


Θέλει χρόνο η λήθη να κάνει τη δουλειά της.

Να με ξεγράψει εντελώς απ' το κιτάπι.

Κάτι τέτοιες ώρες νοσταλγώ

τις ξεχασμένες μέρες.
Μα δεν τις συλλογιέμαι και πολύ
μην τις ταράξω.

Μ' αρέσει να τις σκέφτομαι

Γυμνές, άγνωστες, ξένες
Σε μπλε βυθούς ανάσκελα
Ν' ατενίζουν το σκοτάδι.

23 Ιαν 2012

Ο γλάρος, Μανόλης Λιδάκης




Στίχοι: Βάσω Αλαγιάννη
Μουσική: Βάσω Αλαγιάννη
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Λιδάκης

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρα μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.
Μου ‘πε: κοίτα πως πετάω
κι από τα ψηλά κοιτάω
έτσι είδα τα όνειρά σου
κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου.

Μου ‘πε κι άλλα - μου ‘πε κι άλλα
ώσπου άρχισε ψιχάλα...
έλα, μου ‘πε, πάμε τώρα
δε φοβόμαστε τη μπόρα...

Θα πετάξουμε παντού
έχω θύελλα στο νου
αστραπή μες στην καρδιά μου
ουρανό τα όνειρά μου.

Έκανα τη μοναξιά μου
παραμύθι στα όνειρά μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.

Μικρές απαγγελίες, Πάμπος Κουζάλης


Μονήρης και κατηφής Δεκέμβριος
ζητεί Αλκυονίδα μέρα
για φωτερό σκοπό

***

Ζητείται
αποχαιρετιστήριο βλέμμα
σε παραμεθόριο σκίρτημα
για επείγουσα
σιδηρόδρομη αναχώρηση

***

Σοβαρός κύριος
κυρίως μόνος
ζητεί
για μερική απασχόληση
ανεμοχαρή σκέψη

***
Διατίθεται σώμα
ανεπίσκεπτο
σε άριστη κατάσταση
λόγω αιφνίδιας αναχώρησης
της νιότης του

***

Κερδοφόρος μοναξιά
και πόθος ανεκπλήρωτος
έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου

***

Ραπτομηχανή ζητά επειγόντως
κλωστή μεταξωτή
για προσαρμογές
σε ρούχα που μεγάλωσαν
μακριά απ’ τα σώματά τους

***

Διατίθεται λόγος διφορούμενος
για χείλη πολυμήχανα
κι αμήχανα χαρτιά

***

Πωλείται πανσέληνος
υψηλής φωτεινότητας
χαμηλής κατανάλωσης
για μεγάλης διάρκειας
ώρες πυρακτώσεως

22 Ιαν 2012

Μενέλαος Λουντέμης (1906 ή 1912 - 22 Ιανουαρίου 1977)

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας। Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του '50, του '60 καιτου '70.

Γεννήθηκε το 1906 ή κατ' άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία εμπνεύστηκε το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.

Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα 'πρεπε να 'χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι...μιά ρετσίαν..», έγραφε σ' ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ' ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο - αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Μέρος της κριτικής (Ζήρας) του καταλογίζει τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της, αφήγησης, αλλά αναγνωρίζει τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ' ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ' ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.


Πηγή: sansimera