Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

19 Δεκ 2009

Ορφέας Περίδης - Αχ να σε δω



Μουσική - Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Ερμηνεία: Ορφέας Περίδης, Μελίνα Κανά, Λιζέτα Καλημέρη

Από τα βάθη της ψυχής
κι από του νου τα ύψη
απ' το βυθό της θάλασσας
ως τις βουνοκορφές
ψάχνω να σε βρω

Μια σφαίρα υγρή γύρω απ' τη γη
μια ουράνια δεξαμενή
εκεί που λούζονται οι ψυχές
πριν να χαθούν στο σύμπαν
με ένα πήδο ένα πρωί
να μπω με μια βουτιά εκεί
απ' τον βυθό, απ' τον πάτο
να δω τα πάνω κάτω
να βρω όλα τα χαμένα
ίσως να βρω κι εσένα

Αχ, να σε βρω, αχ, να σε βρω
μόνο για λίγο να σε δω
ν' ακούσω τη σκιά σου
να μου φωνάζει γεια σου

Ακούς στα δέντρα τα πουλιά
άνθρωποι είναι με φτερά
που φέρνουν τα μηνύματα
από τον άλλο κόσμο

Φυσάει αέρας στα κλαδιά
μου απαντούν ψιθυριστά
κι αυτό που ψάχνεις θα στο πουν
τα πιο βαθιά πηγάδια

Έψαξα γη και ουρανό
μια περπατώ και μια πετώ
στων δύο κόσμων το κενό
να βρω την χαραμάδα

Στα βάθη των ωκεανών
ακούω τον ήχο των σεισμών
κι από την γη που άνοιξε
περνάω στον κάτω κόσμο
να βρω όλα τα χαμένα
ίσως να βρω κι εσένα

Αγοράζω, δωρίζω και διαβάζω βιβλία



Αγοράζω, δωρίζω και διαβάζω βιβλία γιατί:

- Χωρούν έναν ολόκληρο κόσμο
- Δεν είναι ποτέ εκτός μόδας
- Είναι καλή συντροφιά
- Διευρύνουν τους ορίζοντές μας και αποτελούν εφαλτήριο για ενδιαφέρουσες συζητήσεις
- Μας ταξιδεύουν σε πολύ μακρινές χώρες
- Είναι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε εμάς, το συγγραφέα και τον κόσμο
- Μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας σε κάποιον από τους ήρωες και να ταυτιστούμε μαζί του
- Μας δίνουν τη δυνατότητα να βιώσουμε έντονα συναισθήματα

Index 36 – Δεκέμβριος 2009 / Ιανουάριος 2010


Κυκλοφόρησε το 36ο εορταστικό τεύχος του περιοδικού index (Δεκέμβριος 2009–Ιανουάριος 2010) με πλούσια ύλη και προτάσεις βιβλίων για όλα τα γούστα και τις διαθέσεις, από τη συντακτική ομάδα και τους συνεργάτες του περιοδικού.

Τα περιεχόμενα του τεύχους, αναλυτικά:

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ:

Η Ελένη Γκίκα συναντά τη Ζυράννα Ζατέλη, σ’ ένα ταξίδι στο συγγραφικό της σύμπαν όπου οι ήρωές της ολοζώντανοι μας συντροφεύουν. Αφορμή της συνάντησης και της συνομιλίας η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της Ζυράννας Ζατέλη Το πάθος χιλιάδες φορές, δεύτερο βιβλίο της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους.

Top 5x7:
Τα Top 5 της συντακτικής ομάδας του περιοδικού index για 7 κατηγορίες βιβλίων: Ημερολόγια, Λευκώματα, Ελληνική πεζογραφία, Ξένη πεζογραφία, Δοκίμια, Παιδικά, Διάφορα.

Αυτο-παρουσιάσεις:
11 συγγραφείς αυτοπαρουσιάζονται και μιλούν για τα πλέον πρόσφατα βιβλία τους (Νίκος Δόικος, Δημοσθένης Δαββέτας, Λίτσα Ψαραύτη, Μαίρη Μανδάλη, Ελένη
Μερκενίδου, Γιάννης Πέτσας, Γιάννης Σπαβέρας, Γιώργος Βέης, Λουκία Ρικάκη, Νίκος Μουρατίδης, Γωγώ Ατζολετάκη).

Βιτρίνα:
Οι συντακτική ομάδα και οι συνεργάτες του index προτείνουν στους αναγνώστες του περιοδικού ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασαν πρόσφατα.

Ακόμα:

Focus:
J. G. Ballard/ Η σπάνια σοφία των ανθρώπων που είναι συμφιλιωμένοι με τη ζωή/Από την Κατερίνα Κουτσούκη
Sergi Pàmies/ Καταλανική πρωτοπορία/ Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο

Από την πένα στο πιρούνι και… αντίστροφα
Γευστικές διαδρομές στη λογοτεχνία αλλά και στην καθημερινότητα. Αυτό το μήνα: Χριστουγεννιάτικη γλύκα… Από τη Χριστίνα Οικονομίδου και τη Γιώτα Συκιώτη.

Σταυροδρόμια:
Περί ορέξεως… σούπα με τον Κάφκα / Από τη Γιώτα Συκιώτη

Και, φυσικά, οι μόνιμες στήλες, όπου οι συνεργάτες του περιοδικού αναλύουν και σχολιάζουν βιβλία –και όχι μόνο:
ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΝ ΑΦΩΝΟΥΣ, FLYERS (ειδήσεις, σχόλια, προσκλήσεις και προκλήσεις), ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ (Δόκιμοι συγγραφείς, βιβλιοκριτικοί αλλά και «απλοί» αναγνώστες κρίνουν τα βιβλία που αγάπησαν ή αντιπάθησαν. Ακόμα: Το βιβλίο της άμμου, All time classic: Γρηγόριος Ξενόπουλος), ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ… (μουσική, θέατρο, διαδρομές, εικαστικά, γεύσεις, κινηματογράφος, διασκέδαση…).

18 Δεκ 2009

Ουίνσλοου Χόμερ (Winslow Homer)



(24 Φεβρουαρίου 1836 - 29 Σεπτεμβρίου 1910)
Ένας από τους πιο δημιουργικούς και σημαντικούς αμερικανούς ζωγράφους, ο Ουίνσλοου Χόμερ του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, δημιούργησε ένα διακριτό αμερικανικό κλασσικό στυλ στη ζωγραφική.

Γι' αυτόν, αλλά και για άλλους λόγους, η δουλειά του, συχνά συγκρίνεται με έργα εμβέλειας όπως αυτά δημιουργών σε άλλους χώρους τέχνης, όπως συγγραφέων του 19ου αιώνα, του Henry Thoreau, του Herman Melville, και του Walt Whitman.

Ο λόγος, είναι ότι, συχνά ο Ουίνσλοου Χόμερ σε έργα του διαπραγματεύτηκε συχνά ίδια θέματα με τους προαναφερθέντες, όπως ο ηρωισμός που μπορεί να δείξει ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, όταν αντιμετωπίζει φαινομενικά αξεπέραστες δυσκολίες• την συντροφικότητα, την φιλία μεταξύ των στρατιωτών ή των εργατών· την απομόνωση του ατόμου μπροστά στο «διαφορετικό».

Γεννήθηκε στη Βοστόνη, στις 24 Φεβρουαρίου του 1836. Αρχικά πήρε εκπαίδευση από την μητέρα του, Henrietta Benson Winslow, η οποία υπήρξε ζωγράφος στα νεαρά της χρόνια. Μεταξύ των 1856 έως ’57 υπήρξε μαθητευόμενος John H. Bufford, ενώ το 1859 πήρε μαθήματα ζωγραφικής στη Νέα Υόρκη και έκανε τότε και τις πρώτες εκθέσεις του (ανάμεσα στα έργα αυτά ήταν και το Skating in Central Park, Απρίλιος 1860, National Academy of Design).

Το 1861 εργάστηκε στην εφημερίδα Harper's Weekly, ως καλλιτεχνικός ανταποκριτής για τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο όμως οι διευθυντές του δεν έμειναν ευχαριστημένοι με τον τρόπο που απεικόνισε στα έργα του τις εικόνες της μάχης.

Ανάμεσα στα έργα που παρουσίασε ήταν τα: The Surgeon at Work at the Rear During an Engagement (1862), Soldier Dancing (1862) A Punishment for Intoxication (1863), A Sharp-Shooter on Picket Duty (1867).

Έργα του που προκάλεσαν το ενδιαφέρον ήταν τα: A Game of Croquet (1866), The Trapper, Adirondacks (1870), After the Hunt (1892), Snap the Whip (1872), The Country School (1871), Mending the Nets (1882), The Fog Warning (1885), Eight Bells, (1887), After the Hurricane (1899) και πολλά ακόμη.

Πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1910 στο Prout's Neck

Έκθεση των παιδικών καρτών προς τον Πρωθυπουργό



Η αποστολή καρτών από τα παιδιά προς τον Πρωθυπουργό, στο πλαίσιο της εκστρατείας Μαζί για το Κλίμα του WWF Ελλάς και της Greenpeace, κορυφώνεται με την έκθεση των χιλιάδων αυτών μικρών έργων τέχνης στο
Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50, 1ος όροφος, Αίθουσα Ιακωβίδη), από την Πέμπτη 17/12 μέχρι και τη Δευτέρα 21/12.
Γεμάτες από ευρηματικότητα αλλά και αθωότητα, περισσότερες από 3.000 κάρτες θα είναι διαθέσιμες σε σχολεία και κοινό, μεταξύ 9.00-13.00 και 17.00-21.00 καθημερινά και το Σάββατο, ενώ την Κυριακή η έκθεση θα λειτουργήσει 9.00-13.00.

Κάλεσμα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη



Σάββατο 19 Δεκεμβρίου στις 2 το μεσημέρι ποιητές, φίλοι της λογοτεχνίας και όχι μόνο...

Δεν μπορώ - Αλκίνοος Ιωαννίδης



Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,
να πετούσες σαν αερικό...
Θα πεθάνω αυτό το βράδυ,
θα πεθάνω αν δε σε δω.

Με γλυκό κρασί θα γίνω
αργοναύτης να 'ρθω να σε βρω.
Να σε ανταμώσω λίγο
στης ψυχής μου το βυθό.

Δεν μπορώ,ο χειμώνας με πληγώνει,
άλλο πια δεν μπορώ...
Δεν μπορώ,την αυλή μου καίει το χιόνι,
άλλο πια δεν μπορώ...

Είσαι τ' άγγιγμα του ανέμου
που μου ξαφνιάζει το κορμί.
Δε σε χόρτασα ποτέ μου,
όλα ήταν μια στιγμή.

Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,
να πετούσες σαν αερικό...
Θα πεθάνω αυτό το βράδυ,
θα πεθάνω αν δε σε δω.

Φίλιππος Μανδηλαράς - Ο Άγιος Βασίλης είμαι εγώ, εσύ κι όλοι αυτοί που έχουν καρδιά να αγαπάνε - Εκδόσεις Πατάκη


Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, καταφτάνει στο γραφείο του Μαξ Μαρίλο, ενός ντετέκτιβ ειδικευμένου σε παραφυσικά φαινόμενα, ένα γράμμα από έναν άγνωστο σ’ αυτόν οργανισμό, ο οποίος του ζητάει να αποδείξει αν υπάρχει ή όχι Άγιος Βασίλης. Έκπληκτος από την απρόσμενη αυτή αποστολή, ο ντετέκτιβ μεταβαίνει στα κεντρικά γραφεία του οργανισμού, στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας, επισκέπτεται ένα ιδιόρρυθμο μουσείο για τον Άγιο Βασίλη, μαθαίνει μαζί με τους αναγνώστες για τα πρόσωπα που έχει λάβει ο Άγιος ανά τους αιώνες, τους λόγους που οδήγησαν στην καθιέρωσή του ως «Αγίου των παιδιών» τον τελευταίο αιώνα και, τέλος, αφού επισκεφτεί διαδικτυακά διάφορους τόπους ανά τον κόσμο που σχετίζονται μ’ αυτόν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι...

Μία αναδρομή στην ιστορία της μορφής του Άγιου Βασίλη ανά τον κόσμο, μέσα από μία περιπέτεια γραμμένη με χιούμορ, γεμάτη απρόοπτα και καλά κρυμμένα μυστικά.

17 Δεκ 2009

Οικολογικός φωτισμός του Δέντρου της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ




Οικολογικός φωτισμός του Δέντρου της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ

Την Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου στις 12.30

θα παρουσιαστεί ένας οικολογικός τρόπος φωτισμού του χριστουγεννιάτικου δέντρου της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ. Σύμφωνα με το πνεύμα των ημερών και της παγκόσμιας Διάσκεψης για την κλιματική αλλαγή στην Κοπεγχάγη, διακόσια χριστουγεννιάτικα λαμπάκια θα ανάψουν από την ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγει ένας/μία ποδηλάτης/τισσα κάνοντας πεντάλ σε ένα τροποποιημένο ποδήλατο γυμναστικής. Όποιος/α επιθυμεί να δει φωτισμένο το δέντρο, θα πρέπει να κουρασθεί λίγο... κάνοντας πεντάλ, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον και κάνοντας καλό στην υγεία του/της.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ο πολιτισμός εις το χωριον



Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Ως προς την δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχώς δεν ηλήθευσε το ρητόν, «η πρώτη δούλα, η δεύτερη κυρά». Η Θοδωριά, η πτωχή, υπέφερεν όλας τας αγγαρείας, όσας τής επέβαλλεν ο σύζυγός της. Ασβεστάς εκείνος, φουρνάρισσα αυτή. Το πτωχόν νήπιον, ο Ελευθέρης, δεν είχε χορτάσει το γάλα της μητρός του. Εφαίνετο γηράσασα ήδη, αν και μόλις είχεν υπερβεί το τριακοστόν πέμπτον έτος. Ο μπάρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε έτη μεγαλύτερός της, την είχε πάρει εις δεύτερον γάμον, και μάλιστα με το σπαθί του˙ την έκλεψε. Ο μικρός Ελευθέριος, τετραέτης ήδη, ήτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος και η μήτηρ του ούτε να τον θρέψει ήτο ικανή ούτε να τον «αποκόψει» ηδύνατο. Οι μαζοί της, ως να είχαν παραψηθεί από την αντιλαμπήν του φούρνου, εκρέμαντο μαραμμένοι υπό την τραχηλιάν, και ο μικρός δυσκόλως εύρισκεν εκεί σταγόνα γάλακτος.
Της είχαν πεθάνει τα δύο πρώτα παιδιά της, το εν θήλυ, το άλλο μικρόν αγόρι, και τώρα όλαι αι ελπίδες της εκρέμαντο εις τον Λευθέρην. Αλλά μέγας φόβος την είχε κυριεύσει, διότι και αυτό της το παιδί ήτον άρρωστον. Α! η καρδούλα της ήτον καμένη! Καλύτερα να μη ’μβαίνει στον κόσμο άνθρωπος. Ενθυμείτο μετά σπαραγμού την στιγμήν, όταν «αγγελιάστηκε» το μικρόν κοράσιόν της. Πηγαίνει και το βρίσκει στην κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μια φωνή. Τρέχουν δυο γειτόνισσες. «Τι έχεις; Τι είναι;» «Το παιδί μου! Το παιδί μου!» Φωνάζουν το γιατρό. Όσο να ’ρθει ο γιατρός, το κορίτσι «έσωσε». Σε μια ώρα, μια ωρίτσα! Ήρθεν η γειτόνισσα η Κατερίνα η Μπροστινή, το σαβάνωσε˙ η Θοδωριά έψαξε και ηύρε τα ρουχάκια του˙ έσκυφτε μες στην κασσέλα να τα εύρει, κ’ εμοιρολογούσε σιγανά! Η Κατερίνα την εμάλωνε, λέγουσα ότι δεν μοιρολογούν τον νεκρόν, πριν τον ενδύσουν. Το στόλισαν όμορφα-όμορφα, το ξάπλωσαν στο κιλίμι, και το σκέπασαν να μην το βλέπει ο μικρός και κλαίει. Ο Χαραλαμπάκης ήτον δυο χρόνια μεγαλύτερος, κ’ ένοιωθε, τον επήραν οι γειτόνισσες και τον απεμάκρυναν, έως να γίνει η εκφορά. Ύστερα το βράδυ, όταν ο Χαραλαμπάκης ερωτούσε: «Πού ’ναι το Χρυσώ, μάννα, που πάει το Χρυσώ;» του απήντησαν ότι επήγε να κοιμηθή «στα λουλούδια». Κι η Κατερίνα η Μπροστινή του είπε ότι πάει «Στου παπά τ’ αλώνι – κι στο περιβόλι». Και ο μικρός εξηκολούθει να ερωτά: «Πότε θα ’ρθει, μάννα, πίσω το Χρυσώ μας;» έως ότου επέρασαν τρεις ημέραι και το εξέχασε.
Ά! ποίος το ήξευρε ότι τόσον γρήγορα έμελλε να υπάγει να την ανταμώσει. Στο χρόνο απάνου, ο Χαραλαμπάκης πέφτει άρρωστος. Το γιατρό, ευθύς, το γιατρό να μη ξαναπάθουν τα ίδια. Έρχεται ο γιατρός, το βλέπει. «Δεν έχει τίποτε», τους στέλνει ένα γιατρικό, άλλο γιατρικό. Όσο έπαιρνε τα γιατρικά, τόσο άναβεν η ζέστη κι η φλόγα που είχε. Έρχεται το ξαναβλέπει, «Μετά τρεις ημέρας θα είναι καλά». Μετά τρεις ημέρας ήτον αποθαμένο. Αχ! με τι καρδιά να ψάξει να βρει τα ρουχάκια του, και με τι χέρια να το στολίσει; Ευτυχώς ήτον εκεί η Κατερίνα η Μπροστινή, με την ακούραστον προθυμίαν της, με το λευκόν τουλπάνι υπό την πολίτικην μανδήλα, με τους ελαφρώς διαγραφομένους μύστακάς της, και την απήλλαξε του κόπου. Με τι στόμα να το μοιρολογήσει; Τι τραγούδια να του πει; Ήλθαν οι παπάδες και το επήραν κι αυτό, και το ετραγούδησαν και το επήγαν «στα λουλούδια», εκεί που είχαν υπάγει και την μικράν Χρυσώ προ ενός έτους,
Τώρα, αυτό το παιδάκι, ο Ελευθέρης, της έμενε. Ήτον εξαπλωμένη πλησίον του, ανέχουσα την κεφαλήν διά του βραχίονος υπέρ το προσκέφαλον του παιδίου, έχουσα την κεφαλήν του παιδίου υπό την αριστεράν μασχάλην της. Τα ενθυμείτο όλα όσα υπέφερε, και δεν είχεν ύπνον. Εις την εστίαν, οι ολίγοι μείναντες άνθρακες, χωμένοι εις την στάκτην, ετυφλόκαιαν ακόμη. Υπεράνω της κεφαλής της έκαιε το κανδήλι εμπρός εις τα εικονίσματα, σημειούν με φωτεινήν γραμμήν τας μελαγχολικάς μορφάς των Αγίων. Ο σύζυγος της εξηπλωμένος εκ δεξιών της, έρρεγχε προ πολλού, από της ενάτης ώρας. Είχε γυρίσει δις ήδη και από τα δύο πλευρά, και ανέπνεε δυνατά, και κάτι εμορμύριζε, κ’ ενίοτε εμυκάτο εις τον ύπνον του. Ο καημένος ο μπαρμπα-Στέργιος δεν ήτο και πολύ κακός, αν και ηγάπα να τρώγη το ψωμί του από τα «φουρνιάτικα». Έλεγεν ότι, με το να κολλά τον φούρνον εις την γειτονιάν, η γυναίκα του, έβγαινεν από ένα κόπον, τού να ζυμώνει. Κλαδιά της εκουβαλούσεν άφθονα, με το ονάριον του, όσα επερίσσευαν από το καμίνι. Ήτο εν τούτοις εργατικός, και δεν την εβασάνιζε και πολύ, την γυναίκα του. Μόνον όταν ετύχαινε να πωλήσει μαζωμένον ασβέστην, κι έπαιρνε τίποτε λεπτά, ποτέ δεν εγύριζε στο σπίτι με τα θυλάκια πλήρη ή με τον στόμαχον κενόν. Συνήθως «τα άναβε τα καντήλια». Και αν μάλιστα ήτον Σάββατον βράδυ, «εβαστούσε τρίμερο», καθώς έλεγεν η Θοδωριά, και ήτον «εν τη δόξη του» έως το πρωί της Δευτέρας. Αλλ’ αυτή το ήξευρε το σύστημά του, και όταν τον έβλεπε να είναι «στα πράματα», δεν του ωμιλούσε, διότι τότε ήτον φόβος μην «τες φάει». Μόνον την Δευτέραν, πρωί, πριν αναχωρήσει διά να υπάγει στο καμίνι, του εζήτει να της αφήσει τίποτε λεπτά, αν του είχαν περισσεύσει, κι εκείνος τότε ήρχετο κάπως εις αίσθησιν.
Τας προλαβούσας ημέρας των Χριστουγέννων, το είχεν «αλαλάξ τω Κυρίω», διότι είχε πωλήσει πολλά καντάρια ασβέστην, κι επήρεν ολίγα τάλληρα. Τώρα, τα Χριστούγεννα πέρασαν, ήρχετο Άις Βασίλης, κι επειδή εν τω μεταξύ ήτο και Κυριακή, δεν είχε μαζωχθεί ακόμη. Την εσπέραν ταύτην πάλιν ήτο ολίγον «στο φίλο, στο χορό», αλλ’ ευτυχώς είχεν έλθει ενωρίς απόψε, κι εντεύθεν η Θοδωριά εσυμπέρανεν ότι τα τάλληρα θα εσώθηκαν, από την τελευταίαν πώλησιν. Ό,τι όμως ηγνόει είναι ότι, εντός της ημέρας, ο μπάρμπα-Στέργιος επώλησε και άλλον ασβέστην. Και ο λόγος δι’ όν είχεν έλθει ενωρίς ήτο ότι είχε βαρυνθεί κάπως την κραιπάλην, και ησθάνετο και σφοδρόν πονοκέφαλον. Εν τούτοις η Θοδωριά ευχαριστήθη, διότι αφού έβλεπε το παιδί της άρρωστον, θα είχε τουλάχιστον σύντροφον, έστω και κοιμώμενον, και ο ρογχασμός του ανδρός της ήτο ως παρηγορία τις διά την ανησυχίαν της.
Εν τούτοις το παιδίον εχειροτέρευεν. Η Θοδωριά, ήτις δεν ηδύνατο να κλείσει όμμα επιβλέπουσα αγρύπνως το άρρωστον, είδεν αίφνης ότι το τεκνίον ηγωνία και επνευστία, βήχον ξηρώς. Ωχρόν ήτο το μέτωπόν του, απεξηραμμένα τα χείλη του, τα όμματά του θολά, και ελαφρά ερυθρότης ανέβαινεν από τας παρειάς του εις τους κροτάφους. Η γυνή ενθυμείτο τα συμπτώματα από τα δύο άλλα παιδιά της και ήτο έντρομος και περιδεής.
Τότε έσπευσε να εξυπνίσει αποτόμως τον σύζυγόν της.
— Σήκω, Στέργιο! … κοιμάσαι, άνδρα μου;
Ο μπάρμπα-Στέργιος, μισοκοιμισμένος, εξηροτανύσθη κι εχασμήθη.
— Τι είναι; … Τι θέλεις; … Δεν κοιμάσαι, Θοδωριά;
Κι εγύρισεν από το άλλο πλευρόν.
Η γυνή τον έσεισε σφοδρώς.
— Δεν ακούς, άνδρα; Ξανακοιμήθηκες; Σε καλό σου!
— Τι λες, μωρή γυναίκα;
— Σήκω, δεν μπορεί το παιδί μας.
— Και τι να σ’ κάμω εγώ; … Σα δεν μπορεί, ας γιάνει …
Και ήδη επέπλεεν ως υπεράνω αβύσσου χασκούσης να τον καταπίει κάτωθεν, οίαν εφαντάζετο το στόμα της συζύγου του, και προσεκολλάτο εις το προσκεφάλαιον, ως εις το χείλος μαλακής, ηδυπαθούς αιώρας, οποία τού εφαίνετο ο ύπνος˙ και ως ο κολυμβητής ο ετοιμαζόμενος εις κατάδυσιν, ητοιμάζετο να βυθισθεί εκ νέου εις τον ύπνον.
— Θα σηκωθείς, πατέρα;
Το πατέρα τούτο το είπε με τρόπον η Θοδωριά, ως εκ μέρους δήθεν του νοσούντος τέκνου. Είτα μη δυνηθείσα να κρατήσει τα δάκρυα επανέλαβε:
— Θα σηκωθείς, πατέρα, ή θα μ’ αφήσεις να πεθάνω κι εγώ, καθώς πέθανε το Χρυσώ μας κι ο Χαραλαμπάκης μας; Εκείνα τα δυο, πατέρα, είναι «στα λουλούδια», στον άλλο κόσμο, στην αληθινή ζωή, εκεί όπου όλα τα μικρά έχουν ένα πατέρα … Σ’ αυτόν τον κόσμο, εδώ, εγώ άλλον πατέρα από σένα δεν έχω, και συ άλλο παιδί από μένα δεν έχεις …
Ο μπάρμπα-Στέργιος, ακούσας το παράπονον τούτο συνεκινήθη και απωθήσας το εφάπλωμα, ανεκάθισεν επί της στρωμνής του, κι έστρεψε λημώντας τους οφθαλμούς προς την κοιτίδα του παιδίου. Η γυνή του έφερεν αγγείον πλήρες ύδατος, κι έβρεξε τους οφθαλμούς του.
— Δεν πας να φωνάξεις το γιατρό, Στέργιο μου;
— Τι γιατρό και γιατρό; … Έχουν τώρα αυτοί πίστη και σπλάχνα; … Θαρρείς πως λυπούνται, μωρή γυναίκα; Θα πάω, θα τον φωνάξω, θα ρίξω πέτρες στο παραθύρι, και θα κάμει τον κουφό, ή θα σηκωθεί να με βρίσει και να με διώξει. «Δεν ηξέρατε από πιο νωρίς να ’ρθήτε; Τώρα, μεσάνυχτα, ήρθες να ξυπνίσεις το γιατρό;» Άχ! να ήξερες τι σκληροί είναι, γυναίκα!
— Δεν πειράζει, σύρε συ, και ρίξε τ’ άδικα σ’ εμένα. Πες, η γυναίκα σου δεν σού’ πε αποβραδύς πως ήτον το παιδί άρρωστο.
Ο μπάρμπα-Στέργιος ηγέρθη, εφόρεσε την βράκα του, την τσάκα του, εζώσθη το κίτρινον, πλατύ και φουντωτόν ζωνάρι του, υπέδησε τα πέδιλα εις τους πόδας, έλαβε το φέσι του το ξασπρισμένον με την κοντήν μαδημένην φούνταν, εφορτώθη την κάπαν του, επήρε το φανάρι, οπού του ήναψεν η γυναίκα του, κι εξήλθεν. Έξω ήτο σκότος βαθύ, ολίγα άστρα έλαμπαν τήδε κακείσε, και ο ουρανός εφαίνετο ωμιχλιασμένος. Είχε κοπάσει προ μιας ώρας ο μαινόμενος από τριών ημερών χιονιστής βορράς, κ’ έκαμνε παράξενην γλύκαν, την οποίαν ο μπαρμπα-Στέργιος αμέσως ενόησεν, ούσαν προάγγελον χιόνος στρωτής, ης αι πρώται αραιαί νιφάδες είχαν αρχίσει ήδη να πίπτωσι. «Ά! κι η Θοδωριά γυρεύει να φέρω το γιατρό, εψιθύρισε χασμώμενος ο ασβεστάς˙ θα θελήσει ο γιατρός να ’ρθει μεσάνυχτα με το χιόνι!»
Εντοσούτω εστράφη δεξιά, εβάδισεν έως διακόσια βήματα από συνοικίας εις συνοικίαν, και τέλος φθάσας υπό την οικίαν του ιατρού, έκαμεν ως είπε, κατά γράμμα. Έκρουσε μάτην την θύραν. Είτα έρριψε χαλίκια εις εν παράθυρον, όπου ήξευρεν ότι ήτο ο κοιτών του ιατρού. Ουδεμίαν απάντησιν έλαβε. Τέλος ηνοίχθη κατά το ήμισυ εν παραθυρόφυλλον κάτω του ισογείου, και η υπηρέτρια, με ένα βόστρυχον από τα ξέπλεκα μαλλιά της προβάλλοντα και κρεμάμενον έξω του παραθύρου, είπε:
— Δεν είναι εδώ ο γιατρός.
— Πού είναι; ηρώτησεν ο μπάρμπα-Στέργιος.
— Είναι όξου.
— Πού, όξου;
— Δεν ήρθε ακόμα. Θα πήγε σε κανέναν άρρωστο.
— Τέτοια ώρα;
— Όπως τον γυρεύεις και τουλόγου σου, τέτοια ώρα, έτσι μπορεί να τον εγύρεψαν κι άλλοι.
Ο μπάρμπα-Στέργιος ίστατο αναποφάσιστος. Αίφνης η θεραπαινίς, ως να ήθελε να δείξη πλείονα του συνήθους εμπιστοσύνην, προσέθηκε:
— Κοίταξε μην είναι κανένα μαγαζί ανοιχτό στην πιάτσα, μην παίζουνε πουθενά τα χαρτάκια. Μην πεις πως σ’ το είπα εγώ.
Και αμέσως έκλεισε το παραθυρόφυλλον κ’ έγινεν άφαντος.
Ο μπάρμπα-Στέργιος υπώπτευσεν ότι η πονηρά υπηρέτρια θα τον «εγέλασεν μες στα μάτια». «Βέβαια, βέβαια, έλεγεν, έτσι μας γελούν τώρα ημάς τους γέρους, αυτές οι δούλες, που μας βλέπουν και δεν αξίζουμε τίποτα. Ως τόσο, εγώ δεν είμαι και πολύ γέρος, και δεν υπανδρεύθηκα παραπάν’ από δυο φορές, κι αν τυχόν μου πέθαινε η Θοδωριά …» Δεν ετελείωσε τον στοχασμόν του, όστις ήτο οιονεί τελευταία τις υποτροπή τής από ημερών κραιπάλης του, και η εικών του χλωμού παιδίου με την ασθενή αναπνοήν και της μητρός, με τα δάκρυα, ήλθε και επάγωσε την αιφνιδίαν νεανικήν θέρμην του. Επανήλθε τότε εις την μνήμην του η φράσις της υπηρετρίας «μη παίζουν πουθενά τα χαρτάκια». Και επειδή είχε ξενυστάξει, κι εντρέπετο να γυρίσει άπρακτος εις την οικίαν, απεφάσισε να επιστρέψει διά της αγοράς, όπως ίδει μη τυχόν συναντήσει που τον ιατρόν.

٭٭٭٭٭٭

Κοντά εις όλα τα άλλα δεινά, είχε κολλήσει και η ψώρα αυτή εις το παραθαλάσσιον χωρίον, να μάθουν οι νέοι να παίζουν χαρτιά. Από όλους τους υπαλλήλους, μόνον ο υποτελώνης όστις είχεν εγγύησιν δοσμένην, και ο ειρηνοδίκης, όστις εφρόντιζε διά την υπόληψίν του, καθώς και ο ελληνοδιδάσκαλος, δεν ελάμβανον μέρος εις τας εσπερινάς συναναστροφάς, αίτινες εγίνοντο τακτικά εις την οικίαν τού ενός και του άλλου των υπαλλήλων. Όλοι οι άλλοι, ο υπολιμενάρχης, ο υγειονόμος, οι δύο βοηθοί ή υπολογισταί του υπολιμεναρχείου, ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, ο τηλεγραφητής, και όλοι, εκαίοντο κάθε βράδυ εις τα χαρτιά.
Αλλά δεν ήτο και εντελώς φερτόν το νόσημα, και απόδειξις ότι, τας ημέρας ταύτας ιδίως, ότε αι εσπερίδες εγίνοντο εις το κομψόν και καλώς ευτρεπισμένον καπηλείον του Θανάση του Μωρεγυιού, ελάμβαναν μέρος και πολλοί εντόπιοι, ο γραμματεύς της δημαρχίας, δύο νέοι χασάπηδες, οίτινες είχον υπηρετήσει εις τον στρατόν, ο φραγκορράπτης, όστις τον περισσότερον καιρόν έκαμνε τον δικολάβον, είς κουρεύς και δύο ναυτικοί. Ο δημοδιδάσκαλος ήρχετο τακτικά καθ’ εσπέραν, κι εποντάριζε μίαν ή δύο δεκάρες εις το έξ, και αν τας έχανεν, έφευγε σιωπηλώς, χωρίς να πίει ούτ’ ένα ρούμι˙ αλλ’ εάν τας εκέρδιζεν, εκάθητο με το εν σκέλος εξηπλωμένον επί της μπαγκέτας, με το άλλο κάτω εις το δάπεδον, με το κοντόν τσιμπούκι του ακοίμητον πάντοτε, έπινε δύο-τρία ρούμια, ίσα-ίσα το κέρδος, και άμα το ωρολόγιον εσήμαινε την δωδεκάτην, έφευγε κι επήγαινε να κοιμηθεί.
Οι άλλοι εξενυκτούσαν συνήθως, πότε ως τας τρεις, πότε ως τας τέσσαρες. Ο κάπηλος, ο Θανάσης ο Μωρεγυιός, ευχαριστείτο τα μέγιστα εκ του είδους τούτου του εμπορίου, διότι εκτός του «νομίμου βιδανίου» είχε και το εμπόριον του μοσχάτου οίνου και των άλλων ποτών. Η συντροφιά έπαιζε και έπινεν. Όποιος εκέρδιζεν, ευχαρίστως εκέρνα τους άλλους, μόνον ότι σπανίως ευρίσκετό τις να ομολογήσει ότι εκέρδισε. Και ίσως να ήσαν και ειλικρινείς, διότι, κατά το αξίωμα των χαρτοπαικτών, δύο άνθρωποι κερδίζουν˙ όστις δεν παίζει ποτέ και όστις εισπράττει το βιδάνιο. Εις εκ της πρώτης κατηγορίας ήρχετο κατά πάσαν εσπέραν, ο καπετάν Γιωργός ο Ασπρουδάκης, όστις ποτέ δεν έπαιζεν, αλλά και ποτέ δεν έλειπεν από τας εσπερίδας. Δύο-τρεις άλλοι, όρθιοι όπισθεν των νώτων των παικτών, έμενον ως απολιθωμένα φαντάσματα, ως η ζώσα προσωποποίησις της καλής και της κακής τύχης. Επίσης ήρχετο κι ο μπάρμπ’ Αντώνης ο Πρίφτης, γηραιός βαρκάρης, όστις έμενε μεχρισότου αποφασίσει τις να κεράσει «στα όλα», και τότε, αφού έπινε το ρούμι του, έφευγε, συναπάγων και τους άλλους, τους ορθούς ισταμένους, ως να ήσαν κολλημένοι εις την πλάτην των παικτών˙ εάν όμως έβλεπεν ότι αργούσαν να κεράσουν, έφευγε κρυφά, ή επήγαινεν εις την βάρκαν του διά να πλαγιάσει.
Ενίοτε όμως ο μπάρμπ’ Αντώνης ο Πρίφτης με τον καπετάν Γιωργό τον Ασπρουδάκη και με δύο άλλους έπαιζαν απλώς σκαμπίλι με συνήθη κεράσματα, χωρίς λεπτά, παρά τινα γωνίαν αποσυρόμενοι, συντρόφοι πάντοτε οι δύο. Ο καπετάν Γιωργός έκαμνε πάντοτε τον μάστορα, και αν συνέβαινε να χάσουν, έμενον οι δύο παίζοντες «τον κακό τον σύντροφο», ως τας δύο μετά τα μεσάνυχτα. Τελευταίος δ’ έχανε συνήθως ο μπάρμπ’ Αντώνης, διαμαρτυρόμενος πάντοτε ότι ο καπετάν Γιωργός τον έκλεπτε.
Την εσπέραν εκείνην, ενώ η συντροφιά ευρίσκετο εις το κομψόν καπηλείον, έξαφνα χιών ήρχισε να πίπτει, αλλά τόσον ήσυχα και τόσον μαλακά, ως να έστρωνε ο Θεός λευκά σινδόνια διά τους πτωχούς και διά τους αστέγους, εις την οδόν. Ο άνεμος είχε κοπάσει αίφνης, δεν υπήρχε ψύχος επαισθητόν. Τόσον γλυκά και σιγανά, ευρέθησαν έξαφνα πλατείαι λευκαί λωρίδες καλύπτουσαι την γην. Είς των χαρτοπαικτών, σηκωθείς διά να ξεμουδιάσει από την τράπεζαν (ήτο ημίσεια μετά τα μεσάνυκτα) είχεν έλθει προς το παράθυρον, κι ηθέλησε να κοιτάξει έξω διά της θολωμένης υέλου. Αλλά σχεδόν δεν έβλεπε τίποτε, ειμή έν αχανές υπόλευκον φαιόν. Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα του καπηλείου, μανδαλωμένη έσωθεν.
— Άνοιξε, κυρ Θανάση!
— Ποιος είναι; εφώναξε με συναχωμένην φωνήν ο κάπηλος, καθήμενος παρά την τράπεζαν κι επιτηρών αγρύπνως τους παίζοντας.
— Άνοιξε, γιατί ρίχνει χιόνι.
Όχι τόσον ένεκα των επικλήσεων του κρούοντος την θύραν, όσον κατά σύμπτωσιν μάλλον, διότι ο σηκωθείς να κοιτάξει διά του παραθύρου παίκτης, αφού είδε συγκεχυμένως διά των υέλων, ησθάνθη την επιθυμίαν να ιδεί καλύτερα αν εχιόνισεν, ηνοίχθη η θύρα (ο ίδιος ο παίκτης την ήνοιξε), και εισήλθεν ο μπαρμπα-Στέργιος τινάζων την κάπαν του, ασπρισμένην την φοράν ταύτην όχι από ασβέστην. Διότι έως να φθάσει από την οικίαν του εις του ιατρού, κι εκείθεν εις την αγοράν, όπου είδε φως εις το μαγαζί του Θανάση του Μωρεγυιού, ο νιφετός έγινε πολύ πυκνότερος, κι εντός ολίγων λεπτών εστρώθη ως σπιθαμήν από του εδάφους.
— Χιονίζει, χιονίζει! είπαν όλοι, ιδόντες ασπρισμένον τον μπαρμπα-Στέργιον, και όσοι ήσαν όρθιοι εχώρησαν προς την θύραν, ενώ οι καθήμενοι εις την πασέταν εφώναζαν:
— Κλείστε μας την πόρτα!
— Κι από πού μας έρχεσαι, μπαρμπα-Στέργιο!
— Πού βρέθηκες τέτοια ώρα;
— Μεσάνυχτα μας ήρθε απ’ το καμίνι!
Ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έδωκεν απάντησιν εις τα φωνάς ταύτας, αλλ’ ανακαλύψας με το πρώτον βλέμμα τον ιατρόν, όστις εκάθητο μεταξύ του υπολιμενάρχου και του γραμματέως του ειρηνοδικείου, επλησίασε, και κύψας εις το ους αυτού, του ωμίλησε:
— Μου κάνεις τη χάρη ’ξοχώτατε, να πάμε ως το σπίτι, έχω άρρωστο.
— Ποιος δεν μπορεί; Η γυναίκα σου;
— Όχι, το παιδί μου.
— Και τέτοια ώρα ήρθες;
— Δε μου είπε η βλοημένη η γυναίκα. Μα από νωρίς ήτον καλά το παιδί, και τώρα την νύκτα εβάρυνε.
— Δε βλέπεις που χιονίζει! Πώς να πάμε;
— Έλα, έλα, κόπιασε από δω, μπαρμπα-Στέργιο, είπε μία άλλη φωνή. Φέρε, Θανάση, ένα μοσχάτο του μπαρμπα-Στέργιου. Πιέ ένα μοσχάτο να ζεσταθής. Έλα, στο πλάγι μου κάτσε.
Ήτο ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, υψηλός νέος, ξανθός, με μεγάλους λινόχρους μύστακας, με τους οφθαλμούς προέχοντας εν χρω του προσώπου. Ούτος είχε την ώραν εκείνην τον μπάγκον, και τα μουστάκια του, άμα είδε τον μπαρμπα-Στέργιο, ανέβαιναν και κατέβαιναν ως της γάττας της οσφρανθείσης ποντικόν.
Τον έδραξεν από του αγκώνος με την στιβαράν χείραν του, και τον έβαλε με το είδος εκείνο της φιλικής βίας όπερ τινές άνθρωποι αγαπώσι να μετέρχονται προς τους ασθενεστέρους τον χαρακτήρα, τον έβαλε να καθίσει πλησίον του. Εκαλείτο Αριστείδης Μαγγανόπουλος και είχεν εκσφενδονισθεί κατά την αλλαγήν του υπουργείου (ήτο περί το 188….) από το εν άκρον του Βασιλείου εις το άλλο. Ήτο φιλήδονος, φιλοπότης, καλόκαρδος˙ αλλά πώς να ζήσει τις με εξήντα δραχμάς τον μήνα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος έπιε το ποτήριιον του μοσχάτου και πάλιν, κύψας όπισθεν του γραμματέως, εις το ούς του ιατρού, του είπε:
— Κάμε μου αυτήν την καλωσύνη, γιατρέ, κι ο Θεός να σου δώσει ό,τι αγαπάς. Μ’ έστειλεν η γυναίκα μου, και θα με περιμένει. Το παιδί κινδυνεύει.
— Στάσου να περάσει λίγο, να σταματήσει το χιόνι, είπεν ο ιατρός. Ο ιατρός ήτο καλός νέος, πλησιάζων εις το τεσσαρακοστόν, υψηλός, λιγνός, πρόθυμος, όχι πολύ σκληρός ούτε πλεονέκτης. Ήτο απόφοιτος του εν Αθήναις πανεπιστημίου, και δεν τον είχε κολλήσει μανία, αν και είχε τα μέσα να μεταβεί, εις την Εσπερίαν, όπως αγοράσει σοφίαν. Εν τούτοις ενίοτε εβαρύνετο, και την εσπέραν ταύτην εμέμφετο τον εαυτόν του ότι εδελεάσθη από την χαρτοπαικτικήν εσπερίδα. Του εφαίνετο ότι, αν ήτο από ενωρίς εις την κλίνην του, το παιδί του μπαρμπα-Στέργιου δεν ήθελεν αρρωστήσει, ουδέ θα ήρχετο ούτος να του χαλάσει την ησυχίαν.
— Πώς έμαθες πως είμ’ εδώ; του λέγει έξαφνα.
Ο μπαρμπα-Στέργιος την στιγμήν εκείνην ενθυμήθη την σύστασιν της υπηρετρίας και απήντησεν:
— Επήγαινα στο σπίτι σας, κι ήρθα απ’ το γιαλό, οπού ’ναι πιο απάγκειο … Σαν είδα φως στο μαγαζί, λέω, ας ’μβω μέσα, μήπως κι είν’ εδώ ο γιατρός.
— Και τι λόγους είχες να το υποθέσεις;
— Δεν ξέρω πώς μου ήρθε … κάτι μου έλεγε πως θα ήσαστ’ εδώ… ήθελα να πιω κι ένα ρουμάκι για να ζεσταθώ …
— Και αντί για ρουμάκι ήπιες μοσχάτο …
— Ας είναι καλά ο κυρ γραμματικός, μ’ εκέρασε ….
Ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος δεν είχε λησμονήσει τον μπαρμπα-Στέργιον, αλλά τον εκράτει κάπως διά του γόνατος. Ακούσας όμως την φράσιν του ασβεστά, έσπευσε να λάβει μέρος εις την ομιλίαν.
— Ε! τώρα, δεν θα πουντάρεις καμμιά δεκαρίτσα, μπαρμπα-Στέργιο, για να περάσ’ η ώρα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος δεν ήτο όλως άπειρος του χαρτοπαιγνίου. Εις την νεότητά του υπήρξε δεκανεύς εν τω στρατώ, και είχε ζήσει επί τέσσαρα έτη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος.
Διά να ευχαριστήσει τον γραμματικόν, ήρχισεν από την δεκάραν και την έχασεν. Αλλ’ εντός ολίγων λεπτών της ώρας, έβγαλεν από την τσέπην όσα κέρματα είχεν, άνω της δραχμής, και τα έχασεν όλα.
Διά να τον παρηγορήσει, ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος τον εκέρασεν ένα δεκάρικο μοσχάτο. Ο μπαρμπα-Στέργιος το ερρόφησε, και είτα κύψας πάλιν εις το ούς του ιατρού:
— Δεν πάμε τώρα, γιατρέ … Θα σταμάτησε το χιόνι.
— Σταμάτησε, μα δεν έλυωσε, εψιθύρισε σιγά ο γραμματικός.
— Τώρα, να κοιτάξουμε … να ιδούμε αν θα μπορέσουμε, μπαρμπα-Στέργιο, είπεν ο ιατρός˙ τι διάβολο, τώρα βρέθηκε ν’ αρρωστήσει κι αυτό το παιδί σου;
— Να χαρείς ό,τι αγαπάς, γιατρέ μου …
Ο γραμματικός, στραφείς προς τον μπαρμπα-Στέργιον:
— Έλα τώρα, μπαρμπα-Στέργιο, του λέγει, τι συλλογιέσαι; … Παίξε να περάσ’ η ώρα … Να πάρεις και τα λεπτά σου πίσω …
— Δεν έχω άλλα λεπτά, κυρ γραμματικέ.
— Μη μας πουλάς ψευτιές, μπαρμπα-Στέργιο … Θαρρείς δεν το ξέρω εγώ που πούλησες ασβέστη σήμερα;
Ο απλοϊκός άνθρωπος έκυψεν εις το ούς του γραμματικού, και του είπε μυστηριωδώς.
— Πες και τουλόγου σου του γιατρού, να τον καταφέρεις να πάμε.
— Να πάτε; … Πού;
— Στο σπίτι … έχω το παιδί άρρωστο.
— Δεν έχει τίποτε, είπεν ο γραμματικός˙μη σε μέλει … θα γένει καλά.
— Με καρτερεί η γυναίκα μοναχή της … για συλλογίσου κυρ γραμματικέ.
— Μπα! όξου καρδιά, μπαρμπα-Στέργιο! … μη φοβάσαι … δεν παθαίνει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος εταπείνωσε την κεφαλήν, και την στιγμήν εκείνην τού επεφάνη απαισία η εικών του αγωνιώντος παιδίου, βήχοντος, ασθματικού, με νεκρικήν ωχρότητα επί του μετώπου, και της βαρυαλγούς μητρός, συναπτούσης τας χείρας κι επικαλουμένης έλεος.
— Φέρε μας δύο μοσχάτα με τον μπαρμπα-Στέργιο, Θανάση, διέταξεν ο γραμματικός.
Ο κάπηλος εκόμισε τα δύο μοσχάτα. Ο Μαγγανόπουλος έρριψε το περισσότερον του ιδικού του εις το ποτήριον του συμπότου.
— Δεν πίνω, είπεν ο γέρων ασβεστάς˙ θα μου πέσει πολύ … είχα πιει κι απ’ το βράδυ.
— Πιε, και μη σε μέλει … μη συλλογίζεσαι … Δεν έχει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος έπιε το ευώδες ποτόν, και σιγά-σιγά οι ατμοί ανέβαιναν.
— Είσαι καλός φίλος, είπεν εις τον γραμματικόν. Μου έδωσες θάρρος … είχα πολύ φόβο για το παιδί μου.
— Βγάλε και μισό ταλλαράκι να σου χαλάσω, μπαρμπα-Στέργιο, είπεν ο γραμματικός, ανακινών τες δεκάρες επί της τραπέζης˙ αυτά όλα που βλέπεις, τα είχα χαμένα όλα πρωτύτερα … ούτε τα λεπτά μου δεν πιάνω.
Ο μπαρμπα-Στέργιος εξήγαγε την πανίνην σακκούλαν του, την λιπώδη και αμαυράν, δεμένην με σπάγγον περί το στόμιον, την ήνοιξεν, έβγαλεν έν τάλληρον, και ο γραμματικός του το ήλλαξεν.
Εις εκ της συντροφίας είχεν εξέλθει, και την στιγμήν εκείνην επέστρεψε.
— Το χιόνι είναι παραπάν’ απ’ το γόνα … πώς θα πάμε στα σπίτια μας, βρε παιδιά;
— Έπαυσε τουλάχιστον να ρίχνει; ηρώτησεν ο ιατρός.
— Ρίχνει ακόμα.
— Ω! διάβολε!
— Τ’ ακούς, μπαρμπα-Στέργιο; είπεν ο γραμματικός. Ρίχνει ακόμα … Κάθισε ως που να σταματήση, και τότε πάτε με το γιατρό.
— Τι να γίνει, κυρ γραμματικέ!
— Δεν παίζεις από καμμιά δεκαρούλα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος ήρχισε να παίζει από μίαν δεκαρούλαν, από δύο, και δωσ’ του και πάει τέρτσο τίρο και πάει και απαγάι και πάρολι, και εις κάθε απαγάι ο γραμματικός τον εκέρνα από ένα μοσχάτο, και εις κάθε πάρολι τον εκέρνα από ένα δεκάρικο. Και εις μισήν ώραν έχασε το τάλληρον μέχρι λεπτού. Και έβγαλε τότε δεύτερο τάλληρο, και εις έν τέταρτον της ώρας το έχασεν˙ έβγαλε και το τρίτον τάλληρον, το τελευταίον που είχεν ακόμη˙ και εις δέκα λεπτά της ώρας ο γραμματικός με τον πάγκον του το εσφόγγισε.
Ήτο δε τότε τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα.
Αίφνης εκρούσθη η θύρα του καπηλείου.
— Ανοίξτε! Ανοίξτε!
— Ποιος παλαβός είναι τέτοια ώρα, με τέτοιο χιόνι; Είπεν ο κάπηλος.
— Άνοιξε, παρακαλώ, κυρ Θανάση!
— Ποιος είσαι;
— Είμ’ εγώ, ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
— Και τι θέλεις;
— Είν’ εδώ ο μπαρμπα-Στέργιος ο ασβεστάς;
— Και τι τόνε θέλεις;
Όλοι εστράφησαν προς τον μπαρμπα-Στέργιον, όστις, ζαλισμένος από το μοσχάτον, προσεμειδία ηλιθίως εις τους μύστακας του γραμματικού κι έλεγε.
— Δεν με μέλει! πάρ’ τα όλα! Όξου φτώχεια! … παράδες δεν προσκυνώ εγώ! … Εγώ εχτιμώ φιλίαν! … Είσαι όμως καλός φίλος!
Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
٭٭٭٭٭٭
Ακουμβημένη η Θοδωριά εις το προσκέφαλον, αισθανομένη επί της παρειάς την θερμήν πνοήν του παιδίου, εμέτρα τας στιγμάς και την ώραν, όση είχε παρέλθει από την αναχώρησιν του συζύγου της, κι έλεγε: «Τώρα θα έρθει, έρχεται … όπου είναι θα φτάσει … θα ’ρθει κι ο γιατρός μαζί, να μου κάμει καλά το παιδί μου … Τι φταίνε οι γιατροί; Φταίνε οι γονιοί που δεν αιστάνονται … αν τον επροσκαλούσα, τον γιατρό, με την ώρα μου, δε θα μου πέθαινε ο Χαραλαμπάκης». Έτεινε το ούς ν’ ακούσει κρότον τινά, αναγγέλοντα την έλευσιν του συζύγου και του ιατρού, αλλ’ ουδείς κρότος ηκούετο. Ο Θεός εχιόνιζεν αθορύβως˙ έρριπτε νιφάδες να μεθύσει την γην, διά να φάγωσιν οι ζώντες τους καρπούς αυτής, και λευκόν σάβανον διά τους νεκρούς, διά να είναι βαθύτερον υπό την γην τεθαμμένοι.
Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα, και ο μπαρμπα-Στέργιος, δεν έδιδε σημείον επιστροφής. Η Θοδωριά ηγέρθη, έρριψε ξυλάριά τινα εις την εστίαν, συνεδαύλισε το πυρ, κι επανελθούσα ανεκλίθη πάλιν παρά την κοιτίδα του μικρού Ελευθέρη. Το παιδίον εστέναζεν, εγόγγυζε θλιβερώς, είχε κοιμηθεί εναγώνιον ύπνον, εξύπνησεν πάλιν, έκλαιε κι έβηχε μετά σπασμών. «Σιώπα, καλέ μου, σιώπα μικρό μου, θα γίνεις καλά αύριο. Πάει ο πατέρας να σ’ αγοράσει καλούδια, να τα ’χεις μεθαύριο τ’ Άϊ-Βασιλιού, να παίζεις, να παίζεις, να χαίρεσαι. Θα σ’ κάμω κι εγώ μια όμορφη κοκκώνα, αλειμμένη με το αυγό, που να είναι πλασένια˙ θα σ’ φέρη κι η νουνά σ’ άλλη μια μεγάλη κοκκώνα, λαμπένια και στραφτένια, με τα κεντίδια, με τα πουλάκια, με τ’ αηδονάκια, που να μην την έχει κανένα παιδί». Το παιδίον δεν ησθάνετο ίσως, και αφ’ εσπέρας έπαυσε να ψελλίζει. Η Θοδωριά δεν έπαυε να ερωτά: «Πού σ’ πονεί, Λευθεράκη μ’, πού σ’ πονεί;» αλλ’ ο μικρός εις απάντησιν εγόγγυζε μόνον και ήσθμαινε.
Εις την εστίαν είς δαυλός ήρχισεν έξαφνα μετά ροίβδου να σπινθηρίζει και η Θοδωριά ενθυμηθείσα το δημώδες ήρχισε να επαναλαμβάνει:
«Αν είναι φίλος να χαρεί,
αν είν’ εχτρός, να σκάσει˙
κι αν είν’ από το σπίτι μας,
ογλήγορα να φτάσει …»
Αλλ’ ο σπινθηρισμός εξηκολούθησεν επί πολύ, και η επωδή δεν εφαίνετο έχουσα την δύναμιν να τον σταματήσει, ίσως διότι την φοράν ταύτην ήτον και φίλος, ήτον κι εχθρός, ήτον από το σπίτι, και δεν ήτον από το σπίτι …
Τέλος ο σπινθηρισμός έπαυσεν, αλλ’ ο μπαρμπα-Στέργιος δεν επανήλθεν. Η Θοδωριά δεν είχε κλείσει όμμα από της εσπέρας. Ω! πόσον μακραί ήσαν αι ώραι! Η πτωχή γυνή ακουσίως έκλεισε τους οφθαλμούς, και απενεκρώθη επί τινας στιγμάς, φθάσασα μέχρι της καταστάσεως εκείνης καθ’ ην η ψυχή εισέρχεται εις τα προπύλαια του φανταστικού παλατίου των ονείρων, χωρίς ο ύπνος να έχει καταλάβει εξ ολοκλήρου το σώμα. Αλλά μετά έν λεπτόν την εξύπνισεν άλλος τις ροίβδος, ουχί ανόμοιος με τον αρτίως παύσαντα, ο κρότος της θρυαλλίδος του κανδηλίου αγωνιζομένης, με την τελευταίαν ρανίδα του ελαίου, να σωθεί από της επαφής του ύδατος, ως ο άνθρωπος ο πνιγόμενος και προσκολλώμενος εις σανίδα, ως η ψυχή η βασανιζομένη και εις μεγάλην αγωνίαν πλέουσα πριν χωρισθεί από του σώματος. Πόσον μυστηριώδης, πόσον θλιβερός ήτο ο ροίβδος εκείνος! Οποίαν φρικίασιν εξήγειρεν, οποίον φόβον προεκάλει! Εφαίνετο το κανδήλι εκείνο ως έμψυχον, ως μαντικόν, ως προφητικόν. Τι να ενθυμείτο άραγε, τι να έβλεπε, τι να προέλεγεν; Ως να εβαρύνθη να είναι συνάμα ιερόν και βέβηλον, να φωτίζει την απάθειαν και ηρεμίαν των Βυζαντινών Αγίων, και τα πάθη και τας κινήσεις της ψυχής και τα αμαρτήματα των ανθρώπων, εφαίνετο ότι ήθελε να σβήσει … Το κανδήλι ήθελε να σβήσει, αλλ’ η θρυαλλίς ανθίστατο και ήσπαιρεν …
Η Θοδωριά ηγέρθη, ύψωσε την κεφαλήν, κι έμεινεν επί τινας στιγμάς ακούουσα τον ροίβδον της θρυαλλίδος. Το πρόσωπον, ο πώγων και ο λαιμός της έλαβον την εκφραστικήν εκείνην θέσιν, την οποίαν εις τας εικόνας των μεγάλων τεχνιτών της Δύσεως θαυμάζομεν. Ήτο υψηλή, μελαχροινή, συμπαθής, νόστιμη, σχεδόν ωραία. Πολλαί τρίχες της μαύρης κόμης της ήσαν ήδη περί τους κροτάφους, καίτοι τριακονταπεντούτις ήτο, λευκόφαιοι, ως να τας είχεν αποτεφρώσει ο φούρνος ή να τας είχεν ασπρίσει ο ασβέστης. Πτωχή ασβεστού ! Δυστυχής φουρνάρισσα !
Η Θοδωριά έλαβεν από τινος ερμαρίου το λαδικόν, κατεβίβασε το κανδήλιον, και ο κρότος της προστριβής του σχοινίου επί της μικράς τροχαλίας την έκαμε ν’ ανατριχιάσει. Έρριψεν έλαιον εις το κανδήλιον, το ανεβίβασε πάλιν, έκαμε τρεις σταυρούς εμπρός εις τα εικονίσματα των Αγίων, κι επεκαλέσθη την βοήθειαν της Παναγίας. «Ωστόσο ο άνδρας μου πολύ άργησε, είπεν είτα, τι να έγινε, Θεέ μου!» Της εφάνη ότι αν ήνοιγε το παράθυρον ν’ αγναντέψει, θα τον έβλεπεν ερχόμενον, και τον ιατρόν ομού. Ήλθεν εις το παράθυρον, το ήνοιξε, κι εξαφνίσθη, ιδούσα όλην την οδόν λευκάζουσαν εις το σκότος, και τας στέγας όλας λευκάς.
— Χιόνισε! Χριστέ μου! πότε χιόνισε;
Συνήψε τότε τας χείρας, και ησθάνθη διπλασιαζόμενον το βάρος της δυστυχίας της. Έως τώρα είχε τον φόβον διά το ασθενές παιδίον, τώρα ήρχισε ν’ ανησυχεί και διά τον άνδρα της. Τι να έγινε; Μην τον επλάκωσε το χιόνι; Μην έπεσε πουθενά; Μην ξεπάγιασε; Μην κάρδιασε; Θέ μου ; Κι εμέμφετο εαυτήν διατί να τον στείλει τοιαύτην ώραν να καλέσει τον ιατρόν. Καλύτερα ν’ άφηνεν εις το έλεος του Θεού το παιδί της. Χριστέ και Παναγία! τι έγινεν ο μπαρμπα-Στέργιος; Δεν θα είναι καλά. Και αν της τον φέρουν το πρωί ξεπαγιασμένον, καρδιασμένον, αποθαμένον! ω!
Έκλεισε το παράθυρον, εσκέφθη προς στιγμήν τι να κάμει. Της ήρχετο να κινήσει η ιδία, όπως ευρίσκετο, να υπάγει να ιδεί τι έγινεν ο άνδρας της. Αλλά το παιδί, πού ν’ αφήσει το παιδί; Κι έπειτα ημπορούσε αυτή, γυναίκα, να υπάγει να τρέξει νύκτα μες στα χιόνια; Επατείτο τάχα ο τόπος; Ανεζήτει εις τον λογισμόν της εικασίας προς καθησύχασιν. Ίσως ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έπεισε τον ιατρόν, ίσως ο ιατρός εφάνη σκληρός, και ο μπαρμπα-Στέργιος θα εντρέπετο να γυρίσει άπρακτος, και στον θυμό του επάνω … να ηύρε τάχα κανένα μαγαζί ανοικτό τέτοια ώρα, να αντάμωσε τίποτε φίλους του και ήρχισαν να πίνουν; … Αλλά τι ώρα να είναι; … Θα είναι πολλή ώρα που λείπει. Τέτοια ώρα μαγαζί ανοικτό; Δεν είναι καλή δουλειά αυτή. Εδίστασεν ακόμη ολίγον, και είτα, ελθούσα προς την άλλην πλευράν της οικίας, ήνοιξε το άλλο παράθυρον, προς δυσμάς. Εκεί κολλητά σχεδόν ήτο η οικία του Γιώργη του Σεφερτζή, γείτονος με τον οποίον προ πολλού δεν έτυχε να μαλώσουν.
— Γειτόνισσα Γιώργαινα ! ανέκραξε˙ γειτόνισσα Γιώργαινα !
Επερίμεινεν ολίγας στιγμάς.
Δεν έλαβεν απάντησιν.
— Γειτόνισσα ! επανέλαβε˙ γείτονα Γιώργη !
Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα ακόμη, και είτα γυναικεία φωνή είπε:
— Τι φωνάζεις, Στέργαινα;
— Κοιμάται ο Γιώργης; είπεν η Θοδωριά αναγνωρίσασα την φωνήν της γειτονίσσης.
— Κοιμάται.
— Δε μου κάνεις τη χάρη να τόνε ξυπνίσεις;
— Τι τρέχει;
Η Γιώργαινα είχεν ανοίξει το παράθυρον. Η Στέργαινα διηγήθη εν συντόμω τι τής συνέβαινε.
— Και τι τόνε θέλεις;
— Ας κάμη ένα έλεος να πάει να ιδεί τι έγινεν ο άνδρας μου.
— Και πώς να πάει, που είναι το χιόνι ένα μπόι;
— Ένα μπόι; … Ωχ ! καημένη, τι να γένω;
Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει και ο Γιώργης, όστις μετά τινας αντιρρήσεις, καμφθείς εις τας παρακλήσεις της δυστυχούς γυναικός, απεφάσισε να εξέλθη προς αναζήτησιν του συζύγου της. Η χιών ήτο πράγματι εις τινα μέρη υπέρ το γόνυ, αλλαχού, εις τα πλέον υπήνεμα, έως δύο σπιθαμάς. Ευτυχώς ο Γεώργιος Σεφερτζής, πρώην ναυτικός και νυν γεωργοκτηματίας, είχε ζεύγος παλαιών υποδημάτων υψηλών άνω του γόνατος.
٭٭٭٭٭٭
Εις το άκρον της παραθαλασσίας ανωφερούς οδού, παρά το λιθόστρωτον, δι’ ου ανήρχετό τις εις την άνω ενορίαν, εκεί όπου δεν ήτο πλέον αγορά, αλλά και όχι έξω της αγοράς εξ ολοκλήρου, ήτο το μαγαζί του κυρ Αργυρού του Συρματένιου. Εάν τυχόν ο έφορος και ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, και δεν ηξεύρω τις άλλος ακόμη, ήθελαν να κατανείμωσι δικαίως τους φόρους του επιτηδεύματος, πολύ θα εδίσταζαν εις ποίαν τάξιν εμπορευομένων να τον κατατάξωσι, διότι, κατά το φαινόμενον, δεν επώλει τίποτε. Εντός του μαγαζείου, ανοικτού πάντοτε όντος από πρωίας μέχρι της ογδόης της εσπέρας, δεν έβλεπέ τις τίποτε άλλο ειμή τα «σκελετά», μόστρας κενάς, με δύο ή τρία βαρέλια πάντοτε άδεια, με μίαν ζυγαριάν, ήτις άδηλος εις τι εχρησίμευε, και με εν πιθαράκι δίπλα εις την ζυγαριάν, του οποίου το επί του στομίου πινάκιον πολλοί πολλάκις ανεσήκωσαν υποθέσαντες ότι περιείχε ταμβάκον, αλλ’ εψεύσθησαν της ελπίδος, ευρόντες το πιθαράκι αδειανόν. Είναι αληθές, ότι τότε, πρόθυμος προσεφέρθη αυτοίς η ταμβακέρα του κυρ Αργυρού του Συρματένιου, όστις εκάθητο όλην την ημέραν επί του σκίμποδός του ροφών ταμβάκον και συνομιλών με φίλους τινάς περί των πολιτικών της ημέρας ή περί των τοπικών πραγμάτων.
Ο κυρ Αργυρός, υψηλός, λευκός, ευτραφής, εξηκοντούτης, ξανθόφαιος, λεπτότατος τους χαρακτήρας, με μικρά όμματα αόρατα όπισθεν των ομματογυαλίων, οψέ αποφασίσας να φραγκοφορέσει, υπείκων εις τας απαιτήσεις της εποχής, φορών ουχ ήττον επί των φραγκικών ενδυμάτων την γούναν του μακράν ως τους αστραγάλους και σκούφον κεντητόν επί της κεφαλής, είχε πάντοτε τον αντίχειρα και τον δείκτην της αριστεράς ηνωμένους, σχεδόν κολλημένους, κρατών αιωνίας την πρέζαν του. Ερρόφα ταμβάκον, καθώς όλοι οι γέροντες φιλάργυροι, οι αισθανόμενοι την ανάγκην ν’ αντικαταστήσωσιν όλα τα πάθη — τον καπνόν, τον οίνον, τα χαρτιά, το σφαιριστήριον, τας εκδρομάς, τα συμπόσια και αυτόν τον έρωτα, δι’ ενός μόνου, του ευθηνοτέρου. Και μ’ όλον ότι το πιθαράκι ήτο κενόν, ο κυρ Αργυρός προθύμως προσέφερε πρέζαν εκ της ταμβακέρας του, σκεπτόμενος ίσως ότι με δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες τον μήνα υπεχρέωνε τόσους και τόσους και τους έκαμνε φίλους.
Κι ενώ κάτω εις το μαγαζείον, ούτω μονοτόνως διήγε τας ημέρας του ο φιλήσυχος κυρ Αργυρός, επιδαψιλεύων πολλάκις και συμβουλάς εις πάντας, άνω εις την οικίαν η γυνή του, γραία ομήλιξ με αυτόν, εξήσκει το κυρίως εμπόριον, το οποίον συνίστατο εις την πώλησιν μεταξωτών υφασμάτων και χρυσού νήματος διαφόρων ποιοτήτων εις τας γυναίκας όλου του χωρίου, τας εχούσας κοράσια προς υπανδρείαν και υποχρεωμένας να κεντήσωσι τα «προικιά». Εκ του εμπορίου τούτου ο κυρ Αργυρός, ευσυνειδήτως λίαν, θα ωφελείτο έως 75 τοις %.
Ελέγετο εν τούτοις ότι ενίοτε εδάνειζεν, εις στενούς φίλους, και χρήματα επί ενεχύρω πάντοτε τριπλασίας αξίας της του δανειζομένου ποσού, και με τόκον όχι ανώτερον των 80 τοις εκατόν κατ’ έτος. «Οι καιροί είναι δύσκολοι, να σας χαρώ. Και ο παράς, το σήμερο, εύκολα δεν βγαίνει. Κι όταν εσύ, κατάλαβες, είσαι ανάξιος και χαλνάς τα λεπτά, μοναχός σου χαλνιέσαι. Κι αν εσύ πας και τα πίνεις, κατάλαβες, σου φταίει άλλος, ορίστε; Τι σου χρωστάει άλλος, ας πούμε, να σου δώσει λεπτά; Εσύ φταις που είσαι τεμπέλης, έτσι να έχουμε καλά στερνά, και δεν είσαι ικανός να ζήσεις. Περισσεύουν λεπτά, να ’χουμε καλή ψυχή, για να βοηθήσει κανείς κι έναν άλλονε; Εγώ δεν μπορώ να δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο, δεν μπορώ να δώσω παράδες στα χαμένα …»
Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ότε, παύσαντος του νιφετού, και των νεφών διαλυθέντων, ο ήλιος είχεν ανατείλει πράως φωτίζων την γην, διαλύων πού και πού τα ελαφρότερα στρώματα της χιόνος, πολλαχού δε της κώμης, κατά γειτονιάν, άνθρωποι με υψηλά υποδήματα και με πτυάρια εκοπίαζον να ξεχιονίσουν και ν’ ανοίξουν δρόμον διά μέσου της χιόνος, ο μπαρμπα-Στέργιος με την κάπαν του, στυγνός, κατηφής, επαρουσιάσθη περί ώραν ενάτην εις το μαγαζείον του κυρ Αργυρού.
— Τι έχουμε Στέργιο; του είπεν ούτος … Σαν συλλογισμένο σε βλέπω.
— Τι να ’χουμε, κυρ Αργυρέ, απήντησε στενάξας ο μπαρμπα-Στέργιος, μην τα ρωτάς … Δεν είμαι καλά.
— Τι τρέχει;

Ο πολιτισμός εις το χωριον Παπαδιαμάντης 1η δημοσίευση στην εφημερίδα "εφημερίς" 25-12-1891

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Υπηρέτρα

Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους… η δεκαοκταέτις κόρη, το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή νοστιμούλα, εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.
Ο πατήρ της, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γίνη πορθμεύς εις το γήρας του, είχεν επιβή της λέμβου του, περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ’ ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη.
Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι’ ενός τοίχου, εμάλωσε και αυτή μαζύ της δια δύο στρέμματα αγρού, και δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεανίς εκάθισε πλησίον του πυρός, το οποίον είχεν ανάψει εις την εστίαν, περιμένουσα τον πατέρα της, και εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον, εις τα φαιδρά άσματα των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να έλθη.
Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ’ έμεινεν ούτως ημίκλιντος πλησίον της εστίας.
Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν’ αντηχώσιν οι κώδωνες των ναών, καλούντες τους Χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής ακολουθίαν.
Η καρδία της νέας εκόπηκε μέσα της.
― Πέρασαν τα μεσάνυχτα, είπε, κι’ ο πατέρας μου!...
Συγχρόνως τότε ήκουσε θόρυβον και φωνάς έξωθεν. Η γειτονιά είχεν εξυπνήσει, και όλοι ητοιμάζοντο δια την εκκλησίαν.
Η δύστηνος Ουρανιώ δεν άντεσχεν, αλλ’ έλαβε την τόλμην να εξέλθη εις τον σκεπαστόν και περίφρακτον υπό σανίδων εξώστην της οικίας, όπου, κρυπτομένη εις το σκότος, προέβαλε δια της θυρίδος την κεφαλήν.
Μία γειτόνισσα, λάλος και φωνασκός, είχεν εγερθεί πρώτη και αφύπνιζε δια των κραυγών της τους γείτονας όλους, όσων ο ύπνος ανθίστατο εις των κωδώνων τον κρότον, προσπαθούσα να εξυπνήση τον άνδρα και τα παιδία της. Ο σύζυγός της, Νταραδήμος, είχεν ανάγκην μοχλού δια να σταθή εις τους πόδας του.
Η θύρα της οικίας των ήτο αντικρύ τής του μπαρμπα-Διόμα. Το Ουρανιώ έβλεπε καθαρώς απέναντί της την γυναίκα εκείνην, κρατούσαν φανόν, φωτίζουσα οικτιρμόνως τα σκότη της οδού, δια τους διαβάτας, και τους γείτονας. Διότι το σκότος ήτο βαθύ και ελαφρός άνεμος έπνεεν, όσος ήρκει δια να μεταφέρη εκ των χιονοσκεπών βουνών το ψύχος και τον παγετόν εις τας φλέβας των ανθρώπων.
Κατ’ εκείνην την στιγμήν διήλθεν άνθρωπός τις, ον ιδούσα και αναγνωρίσασα η Ουρανιώ, δεν ηδυνήθη να μη μειδιάση.
― Πώς! κι’ ο Αργυράκης πάει στην Εκκλησιά;… εψιθύρισεν.
Ο Αργυράκης της Γαροφαλιάς, όστις είχε το προνόμιον να προσωνυμήται από του ονόματος της συζύγου του, είχεν είπει άλλοτε, και το λόγιον έμεινε παροιμιώδες: «όποτε πάω στην εκκλησιά, βάια μοιράζουνε». Αλλά την φοράν ταύτην τον εξύπνησε βιαίως η Γαροφαλιά και τώ επέταξε να υπάγη εις την εκκλησίαν, διότι είδε κακόν όνειρον, είπε. Εφοβείτο μήπως οι γύφτισσες (υπήρχον αντικρύ του οικίσκου των πέντε ή εξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), έκαμαν μαγείας εναντίον της. Και αν αυτή επάθαινε τίποτε, Θεός να φυλάη! ποία άλλη θα εκόλλα τον φούρνον, οι μέρες που έρχονται, τώρα τον Άη-Βασίλη κ.τ.λ., εις όλην την γειτονιά; Όλον δε το άτομόν της ενεθύμιζε την μητέρα εκείνην των Σαράντα Δράκων του παραμυθιού ήτις εφούρνιζε με τα παλάμας και επάνιζε με τους μαστούς.
Ο ευπειθής Αργυράκης, όστις μόλις έφθανε των ώμων του αναστήματός της, ηγέρθη, εφόρεσεν εις την κεφαλήν του τον γιοργούλη του, εζώσθη το κόκκινον ζωνάρι του, τρεις σπιθαμάς πλατύ, υπέδησεν εις τους πόδας τα πέδιλά του, και εξήλθεν εις την οδόν.
Ταυτοχρόνως είχεν εξέλθει και ο Νταραδήμος, όστις έπιασεν ομιλίαν με τον Αργυράκη της Γαροφαλιάς.
― Τώρα μ’ αρέσεις, γείτονα, τω λέγει... μήν είσαι αλιβάνιστος, διότι είναι κατά τα σκοίνια (καταισχύνη). Το φεγγάρι δεν είναι τώρα παν’ τσ’ Έλληνες (πανσέληνος) να φοβάσαι τον ίσκιο σου την νύχτα...
Τοιαύτα ελληνικά ωμίλει ο Νταραδήμος.
― Τι να κάμουμε, να σ’ ορίσω, γείτονα; απήντησε ταπεινοφρόνως ο Αργυράκης.
Και ο Νταραδήμος κατέβη εις την οδόν, προηγουμένης της συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τον φανόν.
― Δεν ξέρουμε, να ήλθε τάχα ο γείτονας; είπε την στιγμήν εκείνην η σύζυγος του Νταραδήμου και ρίπτουσα εκφραστικόν βλέμμα προς την οικίαν του μπαρμπα-Διόμα.
― Σωπάτε, είπε, φέρων τον δάκτυλον εις το στόμα ο Αργυράκης, είπαν πώς βούλιαξε...
― Τι; είπεν η σύζυγος του Νταραδήμου.
Ο Αργυράκης ητοιμάζετο να διηγηθή πώς και πού τα ήκουσεν, αλλά την αυτήν στιγμήν γοερά και σπαρακτική κραυγή ηκούσθη από της σιγηλής οικίας, προς ήν έβλεπον οι τρείς ομιληταί.
Από του σκεπαστού και περιφράκτου εξώστου, η δυστυχής το Ουρανιώ, είχεν ακούσει την λέξιν του Αργυράκη, και αφήκε την κραυγήν εκείνην.
Η άστοργος θεία, ήτις από έτους και πλέον δεν είχε καλημερίσει την ανεψιάν της, ήκουσε την γοεράν κραυγήν, και λησμονήσασα τότε τα τρία στρέμματα του αγρού, έτρεξε προς βοήθειαν της περιαλγούς κόρης.

Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας είχε φορέσει, μέχρι των ώτων καταβαίνον όρθιον, το παμπάλαιον φέσι του, είχεν ενδυθή την τσάκαν του και το αμπαδίτικο βρακί του, και καταβάς εις τον αιγιαλόν, έλυσε την μικράν, ελαφροτάτην και υπόσαθρον λέμβον, και λαβών τας κώπας ήλαυνε προς την μεσημβρινώτερον κειμένην μικράν νήσον Τσουγκριάν.
Μόνη έμεινεν η Ουρανιώ εις την οικίαν, και μόνος ο μπαρμπα-Διόμας επέβαινε της λέμβου του, ναύτης ο αυτός και κυβερνήτης και πρωρεύς.
Ναυτίλος από της δωδεκαετούς ηλικίας του, ο μπαρμπα-Διόμας, απέκτησεν αμοιβαδόν σκούνες, γολέττες και βρίκια, ύστερον υπεβιβάσθη εις βρατσέραν, και τέλος έμεινε κύριος της μικράς ταύτης λέμβου, δι’ ης εξετέλει βραχείας αλιευτικάς ή πορθμευτικάς εκδρομάς. Τα περισσεύματα των κόπων του τα έφαγαν άλλοι πάλιν φίλοι, ατυχήσαντες και αυτοί εις τας θαλασσίας επιχειρήσεις των. Εις το γήρας του δεν τώ έμενεν άλλο τι, ειμή σιδηρά υγεία, δι’ ης ηδύνατο ακόμη ν’ αντέχη εις τους θαλασσίους κόπους, χάριν του επιουσίου άρτου εργαζόμενος.
Ενίοτε, ελλείψει ομιλητού, διηγείτο τα παράπονά του εις τους ανέμους και τα κύματα:
― Πήγα δά και στην Αθήνα, σ’ εκείνο το Ιππομαχικό, και μώ ’δωκαν, λέει, δύο σφάκελλα, να τα πάω στο ’Σοκομείο, να παρουσιασθώ στην Πιτροπή· πήγα και στην Πιτροπή, ο ένας ο γιατρός με ηύρε γερό, ο άλλος σακάτη, κι’ αυτοί δεν ήξευραν… ύστερα γύρισα στο υπουργείο και μου είπαν, «σύρε στο σπίτι σου, κ’ εμείς θα σου στείλωμε τη σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, έρχομαι δώ, περιμένω, περνάει ένας μήνας, έρχονται τα χαρτιά στο λιμεναρχείο, να πάω, λέει, πίσω στην Αθήνα, έχουν ανάγκη να με ξαναϊδούν. Σηκώνω τριάντα δραχμές από ένα γείτονα, γιατί δεν είχα να πάρω το σωτήριο για το βαπόρι, γυρίζω πίσω στην Αθήνα χειμώνα καιρό, δέκα μέρες με παίδευαν να με στέλνουν από το υπουργείο στο Ιππομαχικό, κι απ’ το Ιππομαχικό στο Σοκομείο, ύστερα μου λένε «πάαινε: και θα βγή η απόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στο σπίτι μου, καρτερώ... Είδες εσύ σύνταξη; (απηυθύνετο προς υποτιθέμενον ακροατήν), άλλο τόσο κι’ εγώ. Επήρα κι’ εγώ την ’πηρέτρα και πασκίζω να βγάλω το ψωμί μου.
Πηρέτρα ή Υπηρέτρα ήτο το όνομα της λέμβου, όπερ αυτός τή έδιδε.
Και παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και μονοτόνου φωνής του:
Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νειάτα!...και δεν έλεγεν άλλον στίχον.
.
Καταπλεύσας εις την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν, ο μπαρμπα-Διόμας εφόρτωσεν επί της «Υπηρέτρας» πέντε ή έξ ζεύγη ορνίθων, κοφίνους τινάς ωών και τυρού, δύο ή τρείς ινδιάνους, και άλλα τινά πράγματα, και ητοιμάζετο να λύση τα απόγεια της λέμβου και ν’ αποπλεύση. Αλλά την στιγμήν εκείνην προσήλθεν ο κουμπάρος του Σταθαρός, ο ποιμήν του Τσουγκριά, και τον παρεκάλεσε να του κάμη την χάριν να παραλάβη οχληρόν συμπλωτήρα... «υιόν υποζυγίου», ώριμον προς επίσαξιν… όπως κομίση αυτόν προς ένα των πολυαρίθμων κουμπάρων του εις την πολίχνην.
Ο μπαρμπα-Διόμας εσυλλογίσθη το βάρος, και έρριψεν αμήχανον βλέμμα εις το στενόχωρον και την ελαφρότητα της «Υπηρέτρας», αλλ’ αφ’ ετέρου εσκέφθη ότι μία δραχμή, ο ναύλος του οναρίου, ήτο κάτι δι’ αυτόν, ήτο ο καπνός και ο οίνος των τριών σχολασίμων ημερών των Χριστουγέννων, και απεφάσισε να προσλάβη τον πώλον.
Ο κουμπάρος-Σταθαρός ευχαριστηθείς, τον εφίλευσεν ολίγα αυγά, μίαν μυζήθραν, και ο μπαρμπα-Διόμας, επιβιβάσας τον πώλον, έλαβε τας κώπας, και έστρεψε την πρώραν προς τον λιμένα.
Απεμακρύνθη, έκαμε πανιά, και, διανύσας υπέρ το έν μίλιον, απείχεν εξ ίσου σχεδόν του Τσουγκριά και της πολίχνης. Καίτοι βορειοδυτικός ο άνεμος, Γραίος, υπεβοήθει εκ πλαγίου το ιστίον, διότι ο μπαρμπα-Διόμας έδιδε βορειοδυτικήν εις την λέμβον διεύθυνσιν.
Αλλ’ ο πώλος, όστις έβοσκεν ησύχως το χόρτον του, και δεν εφαίνετο ν’ ανησυχή πολύ περί του διάπλου αίφνης εσήκωσε τον πόδα, έδωκεν άτακτον λάκτισμα εις την σανίδα... και το μαδέρι της ευθραύστου και υποσάθρου λέμβου διερράγη.
Το ύδωρ ήρχισε να εισρέη εις το κύτος. Η λέμβος ήρχισε να βυθίζηται.
Ταχύς ως η αστραπή, ο μπαρμπα-Διόμας, απέβαλε το βαρύτερον φόρεμα, τον αμπά του, τον οποίον είχε φορέσει μόνον ενόσω εκάθητο εις το πηδάλιον, έγειρε προς το μέρος της σκότας του πανίου αριστερά, εκρεμάσθη επί της πλευράς του σκάφους και κατώρθωσε να μπαττάρη την λέμβον.
Μέγας έγινεν ο θρήνος υπό την ανατραπείσαν τρόπιδα. Όρνιθες, ινδιάνοι, κόφινοι και ο αίτιος της συμφοράς ο πώλος, όλα κατήλθον εις τον πυθμένα.
Ο μπαρμπα-Διόμας, όστις εκολύμβον ως έγχελυς, είχε και στήριγμα την ανατραπείσαν «Υπηρέτραν», την οποίαν ημπόδισε του να βυθισθή.
Περί τας δύο ώρας έμεινεν ούτως ο μπαρμπα-Διόμας επίστομα επί των πλευρών του σκάφους, κρατούμενος διά των χειρών από της τρόπιδος, μη τολμών να στηριχθή όλος επί των σανίδων, διότι η λέμβος θα εβυθίζετο.
Τέλος, περί την αμφιλύκην, ενόσω υπήρχεν ακόμη αρκετόν φως, όσον έρριπτεν η ανταύγεια των χιονοσκεπών πέριξ ορέων, εφάνη μακρόθεν έν ιστίον.
Ο μπαρμπα-Διόμας ήρχισε να φωνάζη με όσην δύναμιν τώ έμεινεν ακόμη.
Ο άνεμος ήτο βοηθητικός διά το ερχόμενον πλοίον, όπερ έπλεεν εξ ανατολών προς δυσμάς.
Ήτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.
Αι φωναί του μπαρμπα-Διόμα δεν ηκούοντο, ο άνεμος τας ώθει μακράν προς τον λίβα.
Αλλά το τρεχαντήριον επλησίαζε και ο μικρός μαύρος όγκος της ανατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ως φωλεά αλκυόνος επί των κυμάτων.
Καθ’ όσον όμως επλησίαζεν, ηδύναντο ν’ ακουσθώσι και αι φωναί. Διότι το ανατραπέν σκαφίδιον, ωθούμενον υπό των κυμάτων, είχε μετατοπισθή πολλάς δεκάδας οργυιών προς τα νοτιοδυτικά, και ο γέρων ναυαγός συνέβαλε και αυτός εις τούτο διά των χειρών και των ποδών.
Τέλος το τρεχαντήριον προσήγγισε και απέλυσε την λέμβον. Ο μπαρμπα-Διόμας ήκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, αλλά τόσον μόνον ήκουσεν. Ευθύς κατόπιν ελιποθύμησεν.
Οι δύο κωπηλάται ανέσυραν τον μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον και ημιθανή, και τον ανεβίβασαν εις το τρεχαντήριον.
Αφού του ήλλαξαν τα ενδύματα, δι’ εμπνοών και προστρίψεων προσεπάθησαν να τον ανακαλέσουν εις την ζωήν.
Ο κυβερνήτης διέταξε να στρέψωσι πρώραν προς τον λιμένα, όπως τον αποδώσωσι νεκρόν ή ζώντα, εις τους οικείους του.
Τέλος ο πτωχός ναυαγός ήνοιξε τους οφθαλμούς.
Οι καλοί ναύται ηθέλησαν να τώ προσφέρωσι πούντς και άλλα θερμά ποτά.
Αλλ’ άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπαρμπα-Διόμας, διά του πρώτου βλέμματος είδε βαρέλια.
Το πλοίον ήτο φορτωμένον οίνους.
― Όχι πούντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνής· κρασί δώστε μου!
Οι ναύται τώ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και ο μπαρμπα-Διόμας την ερρόφησεν απνευστί.
.
..................................................................................
.
Υπέφωσκεν ήδη η ημέρα των Χριστουγέννων, και η θεία εις μάτην προσεπάθει να παρηγορήση την σφαδάζουσαν υπό άλγους Ουρανιώ.
Αλλ’ η σύζυγος του Νταραδήμου ελθούσα τότε, ανήγγειλεν, ότι ο μπαρμπα-Διόμας εναυάγησε μεν, αλλ’ εσώθη, και ότι έφθασεν υγιής.
Ο Αργυράκης και άλλοι τινές αγρόται είχον ίδει, φαίνεται, μακρόθεν την ανατροπήν της λέμβου, και εντεύθεν διεδόθη ότι ο γέρων επνίγη. Αλλ’ επειδή ενύκτωσε, δεν είδον και το σωστικόν και οινοφόρον τρεχαντήριον.
Ο μπαρμπα-Διόμας, ελθών μετ’ ολίγον και ο ίδιος, ενηγκαλίσθη την κόρην του. Ω, πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Το Ουρανιώ έχυνεν ακόμη δάκρυα, αλλά δάκρυα χαράς. Ο πατήρ της δεν της είχε φέρει ούτε αυγά, ούτε μυζήθρες, ούτε όρνιθες, αλλά της έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του, δι’ ων ηδύνατο ακόμη επί τινα έτη να εργάζηται δι’ εαυτόν και δι’ αυτήν.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Υπηρέτρα, 1η δημοσίευση εφημερίδα "εφημερίς" 25-12-1888

Christmas from/for Palestine



Τα παιδιά στη Γάζα, μαζί με 1,5 εκατομμύρια ανθρώπους, είναι αποκλεισμένα με εμπάργκο από την "πολιτισμένη" δύση, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εμπάργκο σε τρόφιμα, νερό, φάρμακα, καύσιμα... από τα πάντα.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Η Σταχομαζώχτρα




Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ, ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187... τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα.
Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλούμενην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ, διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δυὸ ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα. Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾿ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ὤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δυὸ ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;
Εὐτυχὴς ὁ μακαρίτης, ὁ μπαρμπα-Μιχαλιός, ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συμβίας Ἀχτίτσας, χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείμενα αὐτῇ μετὰ τὸν θάνατόν του. Ἦτο καλῆς ψυχῆς, ἂς εἶχε ζωή! ὁ συχωρεμένος. Τὰ δυὸ παιδιά, τὰ ἀδιαφόρετα, ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης, ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 186... Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος, τί φρίκη, τί καημός! Τέτοια τρομάρα καμμιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ μὴν τῆς μέλλῃ.
Ὁ τρίτος ὁ γυιός της, ὁ σουρτούκης, τὸ χαμένο κορμί, ἐξενιτεύθη, καὶ εὐρίσκετο, ἔλεγαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πέτρα ἔρριξε πίσω του. Μήπως τὸν εἶδε; Μήπως τὸν ἤκουσεν; Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυμφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα, κ᾿ ἐπῆρε, λέει, μιὰ φράγκα. Μιὰ ῾γγλεζοπούλα, ἕνα ξωθικό, ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ μιλήσῃ ρωμέικα. Μὴ χειρότερα! Τί νὰ πῇ κανείς, ἠμπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του, τὰ σωθικά του, τὰ σπλάχνα του;
Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν, ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δυὸ ὀρφανὰ κληρονομίαν. Ὁ πατεριασμένος τους ἐζοῦσε ἀκόμα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ μαντᾶτα του, ὥρα τὴν ὥρα!), μὰ τί νοικοκύρης, τὸ πρόκοψε ἀλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος καὶ [μὲ] ἄλλας ἀρετὰς ἀκόμη. Εἶπαν πῶς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ, διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσμον εἰς τὸν λαιμόν του, ὁ ἀσυνείδητος! Τέτοιοι ἄντρες!... Ἔκαμε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαμπρό, μὰ γαμπρὸ (τὸ λαμπρὸ τ᾿ νὰ βγῆ!).
Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της, κ᾿ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ ὀρφανά. Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους, ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε, ἑμάζωνε ἐλιές, ἐξενοδούλευε. Ἑμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέμφυλα ἀπ᾿ ἐδῶ, κάμποσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾿ ἐκεῖ, ὅλα τὰ ἐχρησιμοποίει. Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾿ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποσταθμοὶ τοῦ ἐλαίου, κ᾿ ἑμάζωνε τὴν μούργα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ὠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της.
Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεία-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾿ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾿ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾿ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων. Κατ᾿ ἔτος, οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα: «Νά! οἱ φ᾿στάνες! μᾶς ᾖρθαν πάλιν οἱ φ᾿στάνες!» Ἀλλ᾿ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλούσιας συγκομιδῆς τοῦ τόπου, ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τεσσάρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾿ ἐαυτὴν καὶ διὰ τὰ δυὸ ὀρφανά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς, καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.
*
Πλὴν ἐφέτος, δηλ. τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μτκρᾶς νήσου, ὅπου κατῴκει ἡ Θεία-Ἀχτίτσα. Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους, ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα, ἀφορία πανταχοῦ.
Εἶτα, ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον, βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός, χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέση βροχή, ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. «Ἐπερίμεναν ἄλλα».
Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν, ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων, ὄσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δυὸ ἑβδομάδας ἢ τρεῖς, καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή, καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλα τίνα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος, οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου.
Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς, χιονιστής, ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμαῖα κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.
Τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα. Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν φύλακα ἀπὸ τῆς μασχάλης του, ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι, ἀλλ᾿ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὖρεν ἐκεῖ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει, ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας, ἀλλ᾿ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές, τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Ἀλλ᾿ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Σταλαγμοὶ ὕδατος, ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διὰ τίνος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου, εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου.
Ὁ Γέρος, ὅστις ἦτο ἑπταετὴς μόλις, ἕτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του, ἤνοιξεν τὸ μόνον παράθυρον, ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος. Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἠμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ, εἶχεν ὕψος δυὸ ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.
Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λίθινου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυρόφυλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαγμούς» τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἠδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πάτρωνα νὰ φάγη. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.
*
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε μετ᾿ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγμα τι τυλιγμένον εἰς τὸ κόλπον της. Ὁ Γέρος, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς μάμμης του, ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθος της, ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. Τεμάχιον ἄρχου εἶχεν «οἰκονομήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή, καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ μάμμη, τὶς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισμῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων!
Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῇ, πρὸς ποῖας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δυὸ τούτων παιδίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾿ αὐτήν, καθ᾿ ὅσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της! Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς μεγάλην ἀδυναμίαν, καὶ «ἥμερο μάτι δὲν τοὺς ἔδιδε». Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον», διότι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της, τοῦ μακαρίτου τοῦ μπαρμπα-Μιχαλιοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τῆς ἐπόνει ν᾿ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ. Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πάτρωνα θωπευτικῶς, καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον», μὴ ἀνεχομένη ν᾿ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης της, ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομιὰ εἰς τὸ ὀρφανόν, λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δυὸ πτωχὰ πλάσματα, ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.
Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δυὸ ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴν πλησίον τῶν, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδόμενη, ἀλλ᾿ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ὁ Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της.
Τὸ πρωί, μετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα-Δημήτρης, ὁ ἐνορίτης της, ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου:
- Καλῶς τὰ ῾δέχθης, τῆς εἶπε μειδιῶν.
«Καλῶς τὰ ῾δέχθη» αὐτή! Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίμενε τίποτε;
- Ἔλαβα ἕνα γράμμα διά σέ, Ἀχτίτσα, προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεὺς τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του.
- Ὁρίστε, δέσποτα! Καὶ μακάρι ἔχω τὴ φωτιά, ἐψιθύρισεν πρὸς ἑαυτήν, ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω;
Ὁ ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθμον κλίμακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθησεν ἐπὶ τοῦ σκαμνίου. Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγεν μέγα φάκελλον μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραμματόσημα.
- Γράμμα, εἶπες παπά; ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίχσα, μόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τὶ τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.
Ὁ φάκελλος, ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του, ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος.
- Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι, ἐπανέλαβεν ὁ ἐφημέριος, ἐμένα μου τὸ ἔφεραν τώρα, μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν.
Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλλου ἐξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.
- Τὸ γράμμα εἶναι πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν, ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει.
- Ἐμένα; ἐμένα; ἐπανελάμβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.
Ὁ παπα-Δημήτρης ἐξεδίπλωσεν τὸ χαρτίον.
- Εἶδεν ὁ θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλνει μικρὰν βοήθειαν, εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.
- Ἀπ᾿ τηνΑμέρικα; Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης μὲ θυμήθηκεν; ἀνέκραξεν περιχαρής, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα.
Καὶ εἶτα προσέθηκε:
- Δόξα σοι, ὁ Θεός!
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίμασε ν᾿ ἀναγνώση:
- Εἶναι κακογραμμένα ἐπανέλαβε, κ᾿ ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ βγάλωμεν νόημα.
Καὶ ἤρχισε μετὰ δυσκολίας, καὶ σκοντάπτων συχνά, ν᾿ ἀναγινώσκη:
«Παπα-Δημήτρη, τὸ χέρι σου φιλῶ. Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον, κ.τ.λ., κ.τ.λ. Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τὶ γίνονται, οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν. Εἶμαι εἰς μακρινὸν μέρος, πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναμᾶ, καὶ δὲν ἔχω καμμία συγκοινωνίαν μὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάμωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα), ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς, καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας.
»Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα μου, εἰπέ τους νὰ μὲ συγχωρήσουν, διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει. Ἐγὼ ἀρρώστησα δυὸ φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ, καὶ ἔκαμα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια. Τὰ ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ μόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν μου. Εἶχα ὑπανδρευθεῖ πρὸ δέκα χρόνων, κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἀπόχηρος, καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήματα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα, ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς μου νὰ μ᾿ εὐλογήσουν. Καὶ νὰ μὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐμέ, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, καὶ δὲν ἠμποροῦμε νὰ πᾶμε κόντρα. Καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμοῦν, διότι ἂν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ, δὲν ἠμπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ.
»Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγμα ἐπ᾿ ὀνόματί σου, νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἐὰν ζοῦν. Καὶ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, εἶναι ἀποθαμένοι, νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν μου, ἐὰν εἶναι αὐτοῦ, ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι μου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἀγιωσύνη σου, ἐὰν οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀποθαμένοι, ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα...».
Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε. Δὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, δι᾿ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγματική. Ὁ παπα-Δημήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγμα, ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν, ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων παραπάνω, ἐνόμισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιῶν, δι᾿ ὃ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ».
Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας, λαβούσης μετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της. Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιμώμενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν, ὁ σπινθὴρ τῆς μητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική, ρικνή, καὶ ἐρρυτιδωμένη ὄψις της ἠγλαΐσθη μὲ ἀκτίνα νεότητος καὶ καλλονῆς.
Τὰ δυὸ παιδία, ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκεττο, ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς μάμμης των, ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.
*
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστῆς, ἢ ἔμπορος· ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾿ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα, εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν, ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον, ἐφ᾿ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα, ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή, καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ἐτίναξε τὴν βράκαν του, ἐφ᾿ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.
- Ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα; εἶπε. Σ᾿ ἐθυμήθηκε, βλέπω, ὁ γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Εἶτα ἐπανέλαβεν:
- Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10, ἀλλὰ δὲν ξέρουμε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολωνάτα ἢ δέκα...
Διεκόπη. Παρ᾿ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».
- Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο, ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης, ἴσως ἐκεῖνος ξεύρη νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;
Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον, παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν, ὀρθός, δύσκαμπτος, ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτη νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς Λατινικοὺς χαρακτῆρας:
- Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά, εἶπεν, ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;
- Ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα, κὺρ δάσκαλε, εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.
- Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.
Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling, ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.
Sterling, εἶπε· sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον, πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας, ἀπεφάνθη δογματικῶς.
Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
- Αὐτὸ θὰ εἶναι, εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὁ ἀριθμὸς 10, θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα. Τὸ κάτω-κάτω, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά. Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.
Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπειδὴ ἠσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον, ἵνα θερμανθῇ.
*
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰ χεῖρας, καὶ ἐφαίνετο σκεπτόμενος.
- Τώρα, τί τὰ θέλεις, εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραίαν, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νὰ τὸ πάρω, νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω, ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου, ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο; Ἀπὸ κεῖ κάτω, ἀπ᾿ τὸν χαμένο κόσμον, περιμένεις ἀλήθεια; Ὅλες οἱ ψευτιές, οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια, οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς, δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί, καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρᾶ, ἕνα σωστὸν παρᾶ, μονάχα στέλνουν παλιόχαρτα.
Ἔφερε δυὸ βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του, καὶ ἐπανέλαβε:
- Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό, νὰ σὲ χαρῶ, εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ, παντρευόμουνα.
Εἶτα ἐξηκολούθησε:
- Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ, σὲ λυποῦμαι, ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα, κ᾿ ἔχεις κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἐνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλια... Καὶ γιὰ νά ῾μαστε σίγουροι, μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα, νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα, γιὰ νὰ ῾μαστε μέσα. Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν... Ἄ! ξέχασα!...
Τοὐναντίον, δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.
- Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ, δὲν θυμοῦμαι τώρα...
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:
- Μὰ κ᾿ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου, μοῦ ἔφαγε δυὸ τάλλαρα θαρρῶ.
Καὶ ὠπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:
- Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω... ἐσένα, ὅσα σου δώσω, θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.
Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.
Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ κατάστιχου τούτου ὠμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς, μὲ γῆν ἀγαθήν. Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ, ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.
Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου, ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός, ἀλλ᾿ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν, μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾿ ἀναβλαστήσῃ.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δυὸ λογαριασμούς.
- Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσε ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου, εἶπε· καὶ δυὸ τάλλαρα δανεικὰ καὶ ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται...
Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς, εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.
- Κάνει νὰ σοῦ δίνω... ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
Τὴ στιγμὴ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.
*
Ἦτο ἔμπορος Συριανός, παρεπιδημῶν δι᾿ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρᾶν νῆσον.
Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
- Τί ἔχουμε, κὺρ Μαργαρίτη;... Τ᾿ εἶν᾿ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.
Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:
- Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ; Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;
- Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.
- Ναί, διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἐρμουπολίτης. Μήπως εἶναι δικό σου;
- Μάλιστα.
Ἡ Θεία-Ἀχτίτσα, ἐν καταφάσει, ἔλεγε πάντοτε «ναί», ἀλλὰ νῦν ἠμπορεῖ καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε «μάλιστα», καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.
- Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως, εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
- Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὔθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος. Παίρνεις ἀπὸ λόγια;
Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:
- Εἶναι σίγουρος παρᾶς, ἀρζάν-κοντάν, σοῦ λέγω. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς, ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;
Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.
- Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες... γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
- Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.
Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέλαβεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.
Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.
*
Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τὴ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ ἄδολην μανδήλαν, τὰ δὲ δυὸ ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.

Η Σταχομαζώχτρα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1η δημοσίευση στην εφημερίδα "Εφημερίς" 26-12-1887

15 Δεκ 2009

SIGNS

Piensa en mi



Si tienes un hondo penar, piensa en mi
Si tienes ganas de llorar, piensa en mi
Ya ves que venero tu imagen divina
Tu parvula boca, que siendo tan niña
Me enseñó a pecar

Piensa en mi cuando sufras,
Cuando llores, también piensa en mi,
Cuando quieras quitarme la vida
No la quiero, para nada
Para nada me sirve sin ti.

Piensa en mi cuando sufras
Cuando llores, también piensa en mi,
Cuando quieras quitarme la vida
No la quiero, para nada,
Para nada me sirve sin ti.

14 Δεκ 2009

«Ο Θάνατος του Εμποράκου» στο θέατρο Ζίνα



Το έργο

Ο Άρθουρ Μίλλερ συνέλαβε ένα απ’ τα θεατρικά αριστουργήματα του 20ου αιώνα στο Κονέκτικατ, τον Απρίλιο του 1948, ενώ έχτιζε ένα μικρό σπιτάκι στην κορυφή του λόφου. Στο διάστημα μιας ημέρας είχε γράψει σχεδόν ακέραιη την πρώτη πράξη από τον «Θάνατο του Εμποράκου». Από τότε οι πωλήσεις του έχουν ξεπεράσει τα έντεκα εκατομμύρια αντίτυπα, καθιστώντας το πιθανώς το πιο επιτυχημένο σύγχρονο έργο που έχει εκδοθεί.
Πηγή έμπνευσης του έργου για τον Μίλλερ, στάθηκε ο πατέρας του που είχε κατάστημα με γυναικεία ρούχα στη Νέα Υόρκη. Στο κραχ του 1929 καταστράφηκε κι από εκείνη την ημέρα έπαψε να κοιτάει το γιο του στα μάτια, ώσπου ντροπιασμένος, πέθανε.
Το 1998, ο Μίλλερ, 83 ετών πια, επέστρεψε στο Ρόξμπερι του Κονέκτικατ και διαπίστωσε πως το σπιτάκι του, που στεκόταν στην κορυφή του λόφου κι έβλεπε προς τη Δύση, χρειαζόταν μια νέα στρώση μπογιάς. «Ω ναι, όσο βάφεται θα αντέχει και θα διαρκεί», είπε αναλογιζόμενος αυτό που είχε γράψει…
«Ο Θάνατος του Εμποράκου» ανέβηκε για πρώτη φορά στο Broadway το 1949 και χάρισε στον Μίλλερ παγκόσμια αναγνώριση αλλά και το βραβείο Πούλιτζερ καλύτερου έργου την ίδια χρονιά. Την τελευταία φορά μάλιστα, το 1999, απέσπασε το βραβείο Τόνι καλύτερης αναβίωσης έργου. Ο ίδιος ο Μίλλερ δήλωσε τότε: «Η τρομοκρατία σήμερα δεν άλλαξε και πολύ. Το έργο μου είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Ο Εμποράκος είναι η τραγωδία ενός ανθρώπου που πίστεψε πως μόνο εκείνος δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τα κριτήρια που έθεσαν, για όλη την ανθρωπότητα, κάποιοι φρεσκοξυρισμένοι, άκαμπτοι κύριοι που παροικούν σήμερα την κορυφή των τηλεοπτικών επιχειρήσεων και των διαφημιστικών γραφείων».

Ο Γουίλλυ Λόμαν, ο εμποράκος, ζει την τελευταία ημέρα της ζωής του. Χωρίς δουλειά, χωρίς όνειρα, και με τον τρόμο ότι στα μάτια των άλλων θα είναι ένας αποτυχημένος. Μέσα από τη ζωή του Λόμαν, ο Μίλλερ εξετάζει το μύθο του Αμερικανικού ονείρου, που σήμερα έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο – τις ελπίδες και τους φόβους της μέσης κοινωνικής τάξης.

Η παράσταση

Η παράσταση στήθηκε με αμέριστο σεβασμό στον μύθο που περιβάλλει τον «Θάνατο του εμποράκου». Ο Γιάννης Ιορδανίδης μας μετέφερε στην μεταπολεμική Αμερική και στο ρεαλιστικό αμερικανικό θέατρο του οποίου ο Μίλλερ είναι άξιος εκπρόσωπος. Με αλεπάλληλα φλας μπακ, -το έργο άλλωστε δανείζεται τεχνικές απ’ τον κινηματογράφο- η σκηνή φωτίζεται αργά κι ο εμποράκος παίρνει σάρκα και οστά.


«Ο Θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ
Θέατρο Ζίνα
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κοέν
Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Ιορδανίδης
Σκηνικά- κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

ΠΑΙΖΟΥΝ
Θύμιος Καρακατσάνης, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Μιχάλης Μαρκάτης, Γρηγόρης Σταμούλης, Γιώργος Ρούφας, Ελευθερία Ρήγου, Χάρης Εμμανουήλ, Στάθης Κακαβάς, Κωνσταντίνος Καρβέλης,Κωνσταντίνος Καρβέλης, Ελευθερία Ευθυμιάτου

Cancao do Mar



Το Cancao do mar με τη φωνή της Dulce Pontes είναι το τραγούδι της θάλασσας… μια μελωδικη διαδρομή στα μονοπάτια του έρωτα που συναντά κανείς στη ζωή του..

Η Dulce Pontes τραγουδά ένα από τα πιο γνωστά και αγγελικά fados για τον έρωτα που μοιάζει με ταξίδι, με τη χαλαρή κίνηση των κυμάτων που μας παρασύρουν στην πορεία τους. Τόσο ταιριαστός είναι ο ήχος και οι στίχοι στο τραγούδι αυτό με τη φωνή και το πάθος της Dulce Pontes, που ο ακροατής δεν μπορεί παρά να αισθανθεί κι εκείνος την καρδιά του να χορεύει στο ρυθμό του έρωτα…

Στίχοι F. de Brito
Μουσική: Ferrer Trindade
Πρώτη εκτέλεση: Amalia Rodrigues
Το τραγούδι της θάλασσας – Dulce Pontes

Βγήκα να χορέψω με τη βάρκα μου
έξω, στην άσπλαχνη θάλασσα
κι η θάλασσα με βρυχηθμό
λέει ότι πήγα να κλέψω
το δίχως ταίρι
φως των τόσο όμορφων ματιών σου

Έλα, να μάθεις αν έχει δίκιο η θάλασσα
Έλα, να δεις την καρδιά μου να χορεύει

Αν χορέψω στη βάρκα μου
Δε θα βγω στην άσπλαχνη θάλασσα
κι ούτε θα της πώ πού πήγα να τραγουδήσω,
να χαμογελάσω, να χορέψω, να ονειρευτώ μαζί σου..

13 Δεκ 2009

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ: Ο ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΣ... ΓΙΑΛΟΜ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ



«Οι επιθυμίες μας είναι άλογα και το μυαλό μας ο αμαξάς»

«Μάθετε να αποδέχεστε τον εαυτό σας για να βελτιωθείτε». Είναι το μήνυμα ζωής που έδωσε ο Αργεντινός... Γιάλομ, ο ψυχοθεραπευτής συγγραφέας Χόρχε Μπουκάι
O Χόρχε Μπουκάι είναι ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων, και έχει τον τρόπο του για να επικοινωνεί με το αναγνωστικό κοινό του. Γνωρίζει ότι πολλοί είναι πληγωμένοι και ανασφαλείς. Λαμβάνει επίσης υπόψη του ότι η σύγχρονη ανταγωνιστική κοινωνία είναι σκληρή με εκείνους που δεν είχαν το προνόμιο να τους στηρίζουν οι γονείς τους.

«Έχω μία ολιστική αντίληψη για τον άνθρωπο. Όταν ήρθαμε στον κόσμο, βγήκαμε από το σπίτι μας και βρήκαμε μπροστά μας ένα δώρο: το σώμα μας. Μια άμαξα που σχεδιάστηκε ειδικά για τον καθένα. Λίγο μετά τη γέννηση, το σώμα μας κατέγραψε μία ανάγκη και κινήθηκε χάρη στα άλογα. Τα άλογα είναι οι επιθυμίες, οι παρορμήσεις και τα συναισθήματα- τα οποία μας οδηγούν σε δρόμους επικίνδυνους. Χρειάζεται λοιπόν να βάλουμε φρένο στις επιθυμίες μας. Τότε εμφανίζεται ο αμαξάς: το μυαλό, η διάνοιά μας, η ικανότητά μας για λογική σκέψη. Η άμαξα, τα άλογα, ο αμαξάς είναι καθένας από εμάς και η διάρκεια της διαδρομής αυτής της άμαξας είναι η ζωή μας», εξηγεί ο ψυχοθεραπευτής.

Ο Αργεντινός συγγραφέας βρέθηκε χθες στην Αθήνα για να μιλήσει στο Ρublic της Πλατείας Συντάγματος για εκείνο που ξέρει καλύτερα: τις σχέσεις των ανθρώπων, τις αδυναμίες, τις επιθυμίες τους.

Αφορμή ήταν η παρουσίαση του νέου του βιβλίου «Να βλέπεις στον Έρωτα» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

«Ο τίτλος του βιβλίου μάς παροτρύνει να μάθουμε ότι στον έρωτα πρέπει να κρατάμε τα μάτια ανοιχτά για να σε κοιτάξω, να σε δω, να μάθω ποιος είσαι και να σου ζητήσω να ανοίξεις κι εσύ τα μάτια για να με δεις και να ξέρεις ποιος είμαι», είπε για το πρώτο μυθιστόρημά του.

Ταξιδεύει και συμμετέχει σε σεμινάρια, παραδίδει μαθήματα στη Λατινική Αμερική, τις ΗΠΑ, την Ισπανία. Εκδίδει το περιοδικό αυτοβελτίωσης «Μente Sana», απαντά σε συζητήσεις που προκαλούν οι αναγνώστες του blog του. Γράφει βιβλία τα οποία αποκαλεί «θεραπευτικά εργαλεία» και οι εκδότες των δώδεκα μεταφρασμένων τίτλων του σε 21 γλώσσες τον κατατάσσουν πρώτο στις λίστες των ευπώλητων της χώρας τους.

Συνηθίζει να μιλάει με αλληγορίες, να διηγείται ιστορίες με λόγια απλά. Χρησιμοποιεί τη σχέση μαθητή- δάσκαλου στον γραπτό ή τον προφορικό λόγο του για να βοηθήσει τη συζήτηση με τον άλλον ώστε να βρει τις λύσεις στα προβλήματά του. Δίνει έμφαση στη σημασία τού να μην καταναγκαζόμαστε. «Θα έπρεπε να επιμείνουμε σχετικά με το πόσο θαυμάσιο είναι να νιώθει κανείς αποδεκτός όπως είναι. Γιατί η αποδοχή μας δίνει μία αίσθηση ελευθερίας. Είναι σαν ένας μηχανισμός που μας επιτρέπει να αφεθούμε. Αποδοχή δεν σημαίνει ότι παραιτούμαι ούτε κι ότι πιστεύω πως δεν υπάρχει περίπτωση για βελτίωση. Σημαίνει να δούμε τον εαυτό μας όπως είναι, να μη θυμώνουμε με ό,τι μας συμβαίνει».

ΙΝFΟ
Τα βιβλία του Χόρχε Μπουκάι κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Οpera


«Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν»

Ο Μπουκάι αναπτύσσει μία θεωρία για τη ζωή πάνω σε τρεις αλήθειες. Η πρώτη σχετίζεται με τον αληθινό έρωτα, «την ανιδιοτελή προσπάθεια να δημιουργήσεις χώρο για τον άλλον, ώστε να μπορεί να είναι ο εαυτός του». Η δεύτερη αλήθεια απορρέει από τη φιλοσοφία των ισλαμιστών ασκητών σούφι ότι «τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν. Υιοθετώντας το εγκαταλείπουμε τη νηπιακή ιδέα ότι κάποιος πρέπει να μου δώσει κάτι γιατί το θέλω εγώ. Και η τρίτη, που θεωρώ σημείο αναφοράς, είναι ότι κανείς δεν μπορεί να με αναγκάσει να κάνω κάτι που δεν θέλω».

Πηγή: Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, Της Έφης Φαλίδα

Ο «Γαργαληστής» στη στέγη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών



«Ο Γαργαληστής» είναι ένας παράξενος Ληστής που δεν κλέβει χρήματα ή τιμαλφή αλλά αυτό που θεωρεί το πιο σπουδαίο πράγμα σε όλο τον κόσμο: το αθώο, αυθόρμητο, ξεκαρδιστικό παιδικό γέλιο.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα ο Γαργαληστής θα κάνει την εμφάνισή του και στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής. Από την Παρασκευή 11, μέχρι Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου.

Το μουσικό θέατρο για παιδιά «ο Γαργαληστής» εντάσσεται στο πλαίσιο της δημοφιλούς Σειράς Χριστούγεννα στο Μέγαρο Μουσικής. Ένας Ληστής που κλέβει γέλιο από τα παιδιά που έχουνε πολύ για να το δώσει σ’ άλλα που δεν έχουνε καθόλου.

Ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών που πήρε πνοή χάρη στη φαντασία του μουσικού και παραμυθά Δημήτρη Μπασλάμ κι έκτοτε ταξιδεύει ? με τη μορφή μιας πολυπρόσωπης και απαιτητικής μουσικοθεατρικής παράστασης σε σκηνοθεσία και αφήγηση του Αντώνη Καφετζόπουλου - για να χαρίσει αυθόρμητο γέλιο και αγνή συγκίνηση στους θεατές που τα έχουν ανάγκη.

Στο πλευρό του Γαργαληστή εμφανίζεται και μια «παρέα» τραγουδιστών (Αργύρης Μπακιρτζής, Δημήτρης Μπασλάμ που υπογράφει επίσης τους στίχους και την ενορχήστρωση και Φώτης Σιώτας) και μουσικών η οποία θα ξεδιπλώσει μουσικά την απίθανη ιστορία του. Τη χορογραφία υπογράφουν ο Δημήτρης Σωτηρίου, ο Camilo Bentancor Gallardo και ο Μανώλης Καρυωτάκης.

Το παραμύθι του Γαργαληστή παρουσιάζεται εν μέρει εικονοποιημένο από κινούμενα σχέδια που υπογράφει η ομάδα Chickenworks. Τα σκηνικά και τα κοστούμια συνυπογράφουν η Ράνια Υφαντίδου και η Αλεξάνδρα Μπουσουλένκα, τους φωτισμούς η Μελίνα Μάσχα και την ηχοληψία ο Τίτος Καργιωτάκης. Βοηθός σκηνοθέτη είναι ο Θανάσης Θαλασσινός.

«?Ζούσε πριν από χρόνια στα βάθη της Ανατολής ένας παράξενος ληστής, καθόλου εγωιστής, ούτε κι εφοπλιστής, παλαιστής, τραγουδιστής, αλλά μέγας ταξιδευτής...». Ένας Ληστής που κουβαλούσε μια κόκκινη καρό τσάντα και ταξίδευε από τόπο σε τόπο για ν’ ανακαλύψει «παιδιά χαρούμενα, που τα έχουν όλα, παιδιά μ’ αγάπη, μ’ ωραία δώρα, παρέα να παίζουν και περίσσια ώρα». Για να τους κλέψει, με το γαργαλητό, λίγο γέλιο από το απόθεμά τους και να το μοιράσει ? με τη βοήθεια της τρελούτσικης θείας του - σε παιδιά που είχαν λίγο. Ίσως πιο λίγο κι από λίγο?

Αυτή είναι η ιστορία του «Γαργαληστή». Μια ιστορία που γεννήθηκε στο μυαλό του Δημήτρη Μπασλάμ όταν γεννήθηκε η κόρη του, η Βερενίκη. Ένα τρυφερό μουσικό παραμύθι που αρχικά καταγράφηκε σε cd (2005) με αφηγητή τον δημοφιλή ηθοποιό Αντώνη Καφετζόπουλο και συντελεστές τους Γιάννη Αγγελάκα, Θανάση Παπακωνσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα, Μάρθα Φριτζήλα, Γιάννη Χαρούλη και Φώτη Σιώτα.

Ένα παραμύθι που και στην έντυπη εκδοχή του γνώρισε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία λίγο πριν διασκευαστεί για τη σκηνή παίρνοντας τη μορφή θεατροποιημένης αφήγησης (όπως παρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο Ολυμπίας) όσο και μιας μουσικοθεατρικής παράστασης ενισχυμένης με video-animation, μουσική και χορό (στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης το 2007).

Η προπώληση των εισιτηρίων άρχισε

Serenade Schubert