Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23 Απρ 2011

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἐξοχικὴ Λαμπρή

Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» - οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.
Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».
Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».
Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἡτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.
Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:
«Παπᾶ, παπᾶ!...»
(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).
«Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά... κουβαλοῦν... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα... κι ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά...»

Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.
Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.
Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:
«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»
«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».
Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.
«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.
«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».
Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.
«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.
Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.
«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.
Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.
Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.
«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»
Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.
«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»

Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:
«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».

Ἐπανέλαβε δέ:
«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν... συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:
«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα... Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:
«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!»
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:
«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.
«Μπρόμ!»
«Πιὲ κι δῶ᾿ μ᾿!»
«Μὲ κρασί!»
«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»
Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!

Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπα-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.
Ἐντούτοις ὁ παπα-Θοδωρὴς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπα-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

(1890)

21 Απρ 2011

Nina Simone (21 Φεβρουαρίου 1933 - 21 Απριλίου 2003)




Η Νίνα Σιμόν (πραγματικό όνομα Eunice Kathleen Waymon) ήταν τραγουδίστρια, στιχουργός και πιανίστρια. Αν και οι ειδικοί την κατατάσσουν στους καλλιτέχνες της τζαζ μουσικής, η ίδια δεν αποδέχτηκε ποτέ αυτήν την τυποποίηση. Από γενική άποψη το έργο της καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από τη μπλουζ, τη ρυδμ΄εν΄μπλουζ έως τη σόουλ μουσική. Η φωνή της χαρακτηρίζεται από πάθος, μεγάλες αναπνοές και τρέμουλο.

Η Σιμόν γεννήθηκε στην πόλη Τράιον της Νότιας Καρολίνας, ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά πολυμελούς οικογένειας. Όπως πολλoί άλλοι Μαύροι τραγουδιστές, επηρεάστηκε όταν ήταν παιδί από την περίφημη μεσόφωνο του λυρικού ρεπερτορίουΜάριαν Άντερσον και άρχισε να τραγουδάει στην τοπική της εκκλησία, φανερώνοντας παράλληλα πλούσιο ταλέντο και ως πιανίστρια. Ένα περιστατικό εκείνης της περιόδου, συνέβαλε στη μετέπειτα ανάμειξή της στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα: στην πρώτη της δημόσια εμφάνιση στο πιάνο, σε ηλικία δέκα ετών, οι γονείς της, οι οποίοι είχαν πιάσει θέσεις στην πρώτη σειρά, υποχρεώθηκαν με τη βία να μετακινηθούν, για να καθίσουν Λευκοί.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια της Πενσιλβάνια, όπου έδινε μαθήματα και συνόδευε στο πιάνο την ερμηνεία διαφόρων τραγουδιστών. Χάρις την οικονομική συνεισφορά δωρητών, άρχισε σπουδές πιάνου στην περίφημη σχολήJuilliard School of Music της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, η έλλειψη πόρων την ανάγκασε να τα παρατήσει και να εγκαταλείψει το όνειρό της να γίνει η πρώτη Αφρο-αμερικανή σολίστας πιάνου. Αργότερα προσπάθησε να εισαχθεί στο ιδιαίτερα απαιτητικόCurtis Institute της Φιλαδέλφεια, αλλά απορρίφθηκε. Η ίδια πίστευε ότι αυτό έγινε λόγω της φυλετικής της καταγωγής.



Στη συνέχεια στράφηκε στη μπλουζ και την τζαζ μουσική. Το 1954 άρχισε να εμφανίζεται σε νυχτερινό κέντρο της Ατλάντικ Σίτυμε τα καλλιτεχνικό όνομα "Νίνα Σιμόν". Το "Νίνα" - στα ισπανικά "κορίτσι" - ήταν το παρατσούκλι που της κόλλησε ο φίλος της ενώ το "Σιμόν" προήλθε από το όνομα της Γαλλίδας ηθοποιού Σιμόν Σινιορέ. Άρχισε να γίνεται γνωστή στο ευρύτερο κοινό το 1959 ερμηνεύοντας σε διασκευή το "I Loves You Porgy" (από το μιούζικαλ Porgy And Bess) του Τζωρτζ Γκέρσουϊν, το οποίο ήταν και η μοναδική της επιτυχία που θα εισερχόταν στο αμερικανικό Top 40. Ακολούθησε το "My Baby Just Cares For Me" (το οποίο επανήλθε ως επιτυχία τη δεκαετία του 1980, όταν χρησιμοποιήθηκε σε τηλεοπτικές διαφημίσεις του αρώματος Chanel No. 5).

Κατά τη δεκαετία του 1960 η Σιμόν αναμείχθηκε στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και ηχογράφησε μία σειρά στρατευμένων τραγουδιών, όπως τα "To Be Young, Gifted And Black" (που έγινε αργότερα μεγάλη επιτυχία σε εκτέλεση τηςΑρίθα Φράνκλιν) "Blacklash Blues", "Mississippi Goddam" (με αφορμή τη δολοφονία του Μαύρου αγωνιστή Μέντγκαρ Έβερς και την έκρηξη βόμβας σε εκκλησία, στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, όπου σκοτώθηκαν τέσσερα Μαύρα παιδιά), "I Wish I Knew How It Would Feel To Be Free" και το "Pirate Jenny" του Κουρτ Βάιλ (από την Όπερα της Πεντάρας).

Το 1961, η Νίνα Σιμόν ηχογράφησε μια εκτέλεση του παραδοσιακού τραγουδιού "House Of The Rising Sun", ένα τραγούδι το οποίο αργότερα ηχογράφησε και ο Μπομπ Ντίλαν, ενώ έγινε μεγάλη επιτυχία από τους Animals. Στα τραγούδια για τα οποία είναι διάσημη περιλαμβάνονται το "I Put A Spell On You" (η αυθεντική εκτέλεση είναι του 'Screamin' Jay Hawkins), το "Here Comes The Sun" των Beatles, και το "Four Women". Η Σιμόν ήταν πολυδιάστατη ως καλλιτέχνης και αυτό ήταν έκδηλο στο σύνολο της μουσικής της, που συχνά είχε την απλότητα της παραδοσιακής μουσικής. Σε μία και μόνη συναυλία, μπορούσε με ευκολία να περνάει από γκόσπελ ήχους σε μπλουζ και τζαζ, και από κομμάτια όπως το "For All We Know", σε κομμάτια εμποτισμένα με κλασσικές ευρωπαϊκές επιρροές. Στην κινηματογραφική επιτυχία του Νόρμαν Τζούισον, "The Thomas Crown Affair" του 1968, με πρωταγωνιστές τον Στιβ Μακ Κουίν και τη Φέη Ντάναγουεϊ, ξεχώριζε το τραγούδι"Sinner Man" και έφερε τη μουσική της Νίνα Σιμόν κοντά σε ένα ευρύτερο κοινό.



Το 1971, η Σιμόν έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από διαφορές που είχε με ατζέντηδες, δισκογραφικές εταιρίες αλλά και τις φορολογικές Αρχές, επικαλούμενη ως αιτία το ρατσισμό. Έτσι, επιστρέφοντας το 1978, συνελήφθη για φοροδιαφυγή, αφού είχε αρνηθεί να καταβάλει φόρους αρκετών ετών, ως διαμαρτυρία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Έζησε σε διάφορες χώρες της Καραϊβικής, της Αφρικής και της Ευρώπης, συνεχίζοντας τις εμφανίσεις και μετά τα εξήντα της. Τη δεκαετία του 1980 εμφανιζόταν τακτικά στο τζαζ κλαμπ Ronnie Scott's στο Λονδίνο.

Στη μουσική βιομηχανία είχε αποκτήσει τη φήμη ανθρώπου δύσκολου στη συνεννόηση και με εκρηκτικό χαρακτήρα, χαρακτηρισμός για τον οποίο η ίδια διαφωνούσε σθεναρά. Αν και η παρουσία της επί σκηνής είχε κάπως απόμακρο και αλαζονικό ύφος, στα μετέπειτα χρόνια η Σιμόν έδειχνε να απολαμβάνει ιδιαίτερα να επικοινωνεί με το ακροατήριο, με διηγήσεις συχνά χιουμοριστικών περιστατικών από την καριέρα της και τη μουσική και ερμηνεύοντας κομμάτια κατά παραγγελία των θαυμαστών της. Το μεγαλοπρεπές της παρουσιαστικό και η επιβλητική της παρουσία πάνω στη σκηνή, χάρισαν στη Σιμόν τον τίτλο της "Αρχιέρειας της Σόουλ".

Κινηματογραφικές ταινίες όπως το "Point Of No Return" του 1993, το "Romeo And Juliet" του 1996 και το "The Thomas Crown Affair" του 1999 (ριμέικ της ταινίας του 1968), περιλάμβαναν μερικά από τα τραγούδια της, παρουσιάζοντας στη νεότερη γενιά την εκφραστική μουσική της.
Το 1993, εγκαταστάθηκε κοντά στο Αιξ-αν-Προβάνς, στη νότια Γαλλία. Απεβίωσε στον ύπνο της, στο Καρρύ-λα-Ρουέτ το 2003. Η αυτοβιογραφία της Σιμόν με τίτλο I Put A Spell On You εκδόθηκε το 1992.

Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, Εκδόσεις Πατάκη

Συγγραφείς: Συλλογικό έργο

Επιμέλεια: Μένη Κανατσούλη, Δημήτρης Πολίτης

Εκδόσεις: Πατάκη

Η ενασχόληση των Ελλήνων ερευνητών με την εφηβική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται μέχρι τώρα σποραδική και μη συστηματική, αφού περιορίζεται, ως επί το πλείστον, στη μελέτη ενός ή δύο λογοτεχνικών έργων (στο πλαίσιο της εργογραφικής θεώρησης ενός συγγραφέα που γράφει για παιδιά), τα οποία συμβαίνει να διαθέτουν χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν περισσότερο σε εφήβους. Το κενό προσπαθεί να καλύψει αυτή η συλλογή μελετώνπου παρουσιάστηκαν σε συνέδριο που οργάνωσε το Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2009.

Στις μελέτες αυτές αντιμετωπίζονται ζητήματα που έχουν σχέση με το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «εφηβική λογοτεχνία», με τις αποσαφηνίσεις παρεμφερών όρων που θεωρούνται ταυτόσημοι ή συγχέονται με την εφηβική λογοτεχνία, καθώς και με οριοθετήσεις που προβάλλουν την ηλικιακή φάση των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνεται. Παράλληλα, στη γενικότερης κατεύθυνσης θεματική αυτή, προστίθενται και άλλες, περισσότερο επικεντρωμένες σε ιδιαίτερες πτυχές ή αφηγηματικές τεχνικές που αναπτύσσονται και υιοθετούνται σε μεμονωμένα έργα ή από συγγραφείς που εγγράφονται στον χώρο της εφηβικής λογοτεχνίας (όπως ο Μάνος Κοντολέων, η Λίτσα Ψαραύτη, η Τούλα Τίγκα κ.ά.), σε γλωσσικές ιδιολέκτους που μορφοποιούνται στο εσωτερικό της και συγκροτούν την ιδιαιτερότητά της ως σώματος κειμένων.

20 Απρ 2011

Ποιο το χρώμα της αγάπης (Λουδοβίκος Ανωγείων, Λ. Καλημέρη)



ΠΟΙΟ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Μουσική - Στίχοι: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Ερμηνεία: Λουδοβίκος των Ανωγείων, Λιζέτα Καλημέρη


Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Να 'ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα 'χει μοναξιά

Να 'χει τ' ουρανού το χρώμα
θα 'ναι μακρινή
Να 'ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα 'ναι πονηρή

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Να 'ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά

Να 'ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.
Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του
νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:
«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα
που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιεί,
άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου
απ’ το πρωτότυπο.
Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.
Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι
και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.
Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

H Πόρτα, Μαρία Θεοφιλάκου

Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
θα ονειρευτώ μια πόρτα δίχως τοίχους
κι απ’ όπου θέλω εγώ θα την περάσω
ενώ ένα μάτι αγριεμένο θα κοιτάζει

Ξύλο γδαρμένο,
το χρώμα σε σημεία ξεφτισμένο,
θε να βαστά αυτή τους δρόμους όλους
και πίσω της κι εμπρός της

Καιρό άμα σηκώσει
πάνω της το κορμί μου θα γαντζώσω
τόσο που σα μαρμάρινο να μοιάζει
να μη γνωρίζω αν έφτασα ή αν αρχίζω

 
Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
και πριν οι τοίχοι να υψωθούν προλάβουν
 θα ονειρευτώ μια πόρτα μες στο δρόμο
που αλλιώς θα 'πρεπε μόνη να αλλάξω

Από την ποιητική συλλογή: Αν(ων)υμα, Εκδόσεις Δωδώνη

19 Απρ 2011

Ο Νίκος Παπάζογλου για τη ζωή του στη Κ.Πατούλη

Ένα ανεκτίμητο ενθύμιο από τον... φίλο μου, όπως ήθελε να τον αποκαλώ μετά από αυτή τη συνέντευξη που ακολουθεί. Ειλικρινά, δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω τη συγκίνηση που μου προκαλούσε -και θα προκαλεί πάντα και σε όλους πιστεύω- αυτός ο καλλιτέχνης, με την ίδια τη ζωή, τη σκέψη, τη φωνή και τα τραγούδια του. Τεράστιο κενό, αναντικατάστατο, αφήνει η απουσία του. Όμως η σφραγίδα του έργου-ζωής του χάραξε για πάντα το dna όλων εκείνων που συνθέτουν το όνομα Ελλάδα. Καλό ταξίδι Νίκο. Από την Κρυσταλία Πατούλη
Στιγμές… ελληνικού flamenco

Από το Περιοδικό THESSALONIKI CONFIDENTIAL 2010, Εκδ. Λυμπέρη,

Ο συνθέτης που δημιούργησε την «Σχολή της Θεσσαλονίκης», ο «ινδιάνος» της ελληνικής μουσικής, μιλά για την «άκρη του κόσμου», για στιγμές ζωής και καριέρας, τον Χατζιδάκη, τον Σαββόπουλο, τον Ντύλαν αλλά και το… ελληνικό flamenco.

Η πιο δυνατή ανάμνηση από τα παιδικά σας χρόνια;
Είχα εξαιρετικά παιδικά χρόνια. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που ήταν καταπληκτική, ανάμεσα στη στάση Κολόμβου και στο διοικητήριο, με αλάνες γύρω γύρω, με άλογα -αφού όλες οι μεταφορές γίνονταν με κάρα- κι έτρεχα και έπαιζα με μια φέτα ψωμί όλη μέρα, να… οικειοποιηθώ τον κόσμο. Φυσικά έπαιζα και μπάλα. Πρέπει κάποια στιγμή να είχα παίξει και με τον Κούδα.

Ποιον είχατε πρότυπο όταν ήσασταν παιδί;
Είχα τους λεβέντες της γειτονιάς (μαραγκοί, σιδηρουργοί, μηχανικοί) που ήταν όλοι ένας κι ένας, νοικοκυραίοι, σοβαροί, πολλοί καλοί στη δουλειά τους. Αυτά ήταν τα πρότυπά μου. Και φυσικά από το σπίτι, ο πατέρας, η μάνα μου. Ξέρεις, για να μην αλητεύω τα καλοκαίρια με έβαζε ο μπαμπας μου σε δουλειές και έτσι απέκτησα δεξιότητες σε διάφορες τέχνες που βέβαια μου βγήκαν σε καλό γιατί το να χτίσεις ένα στούντιο ηχογραφήσεων ήθελε από όλα. Όλα περνούσαν από το χέρι μου: ξυλουργικά, χτισίματα, ηλεκρολογικά, ηλεκτρονικά.

Κάτι που θυμάστε τώρα από τις στιγμές στο στούντιο σας το «Αγροτικόν»;
Κάποια χρονιά είχε έρθει ο Χατζιδάκης γιατί ηχογραφούσε και το ΚΒΘΕ εκεί. Εγώ όμως κάθε μεσημέρι πήγαινα να μαζέψω τα παιδιά από το σχολείο για να τα πάω σπίτι να φάνε. Σαν βρεγμένη γάτα λοιπόν, πάω και του λέω «Μάνο, πρέπει να κάνω αυτό κι αυτό» και εκείνος μου λέει «Ακόμα κάθεσαι;». Έτρεξα λοιπόν, κι όταν επέστρεψα τον βρήκα να είναι στη μοκέτα κάτω και να κοιμάται. Πω, πω, αισθάνθηκα χάλια! Τι στιγμές να θυμηθώ; Είχαμε καταπληκτικές στιγμές δημιουργίας πρώτα από όλα γιατί το στούντιο αποτέλεσε έναν πυρήνα που μαζεύονταν όλοι και προσέφεραν ιδέες και παιξίματα. Έμπαινε κάποιος να κάνει ένα δίσκο και κατέληγε μια εξαιρετική εμπειρία, εμπλουτισμένος με δεξιοτεχνία ανθρώπων που δεν το φανταζόσουν στην αρχή. Ο χώρος αυτός φαίνεται ναι, ότι ενέπνεε. ΄Ηταν «αγροτικόν» κανονικά: Μπαινόβγαινε όποιος ήθελε. Βέβαια υπάρχει ακόμη, αλλά έχει περιοριστεί ο χώρος του.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη μουσική και το τραγούδι;
Από ένα γυμνασιακό συγκρότημα, το οποίο όμως πήγε καλά και διακριθήκαμε. Ε, φαίνεται ότι είχα κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση οπότε κάποια στιγμή με φώναξαν οι Ολύμπιανς. Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική συνεργασία.

Από ποιους καλλιτέχνες επηρεαστήκατε (έλληνες και ξένους);
Όταν άκουσα τον Ντύλαν συγκλονίστηκα. «Πω, πω» είπα, τι δύναμη είναι αυτή! Είχα πάρει δίσκους του από μια ξαδέλφη μου που είχε έρθει από την Αμερική λόγω πένθους και στο σπίτι της δεν έβαζαν λόγω αυτού του γεγονότος μουσική. Οπότε της είπα «δε μου δίνεις εμένα τους δίσκους να τους ακούω;». Αρχίσαμε έτσι και μαζευόμασταν και παίζαμε στο πάρκο της ΧΑΝ τραγούδια ανάλογα όμως επειδή εκεί κυκλοφορούσαν και ύποπτα στοιχεία ερχόταν κάθε βράδυ η ασφάλεια και μας το διαλούσε. Δεν καταλάβαιναν και αυτοί τι κάναμε... Μετά αρχίσαμε να παίζουμε στον λευκό πύργο. Τότε δεν υπήρχε πόρτα, μπαίναμε, ανεβαίναμε στον πρώτο όροφο και το κάναμε Μπουάτ διαρκείας. Ποτέ δε μας ενόχλησε κανείς. Να, αυτά ήταν τα στοιχεία που σε έκαναν να νιώθεις την πόλη δική σου. Κατάλαβες; Έλεγες «Είμαι στο χωρίο μου!». Αυτό είναι ένα πράγμα που με τίποτα δεν υπάρχει πια.

Οι σημαντικότερες στιγμές της καριέρας σας;
Από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας μου ήταν όταν το 84 πήγαμε μόνοι μας στην Αθήνα (αφού δεν μας είχε φωνάξει κανείς) και νοικιάσαμε το Ζουμ. Τότε είχα πάρα πολύ καλή ορχήστρα. Μα πάρα πολύ καλή ορχήστρα. Κάθε βράδυ ήταν εκεί ο Μάνος Χατζιδάκης με μια παρέα όσο μεγαλύτερη μπορούσε να μαζέψει και Rικ Rάιτ ο κιμπορτίστας των Πινκ Φλόυντ επίσης. Μαζεύανε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούσαν για να μας στηρίξουν. Ήταν τότε που καλογνώρισα τον Μάνο, ο οποίος μετά με φώναξε στο Σείριο που έγινε στον ίδιο χώρο. Αυτό κι αν ήτανε! Πω πω! Ήταν τύχη, μια συγκλονιστική στιγμή της καριέρας μου. Εκείνη την εποχή αντίθετα, είχα μείνει χωρίς καθόλου ορχήστρα. Χτυπάει το τηλέφωνο 8 η ώρα το πρωί «Έλα Νίκο, ο Μάνος», «Τι έχουμε κύριε Μάνο;»του λέω, «Θέλω να παίξεις στο Σείγριο» λέει, «ναι ξέρεις» του λέω, «Νοέμβγριο» μου λέει… «ναι, αλλά, δυστυχώς δεν έχω ορχήστρα!», «Να βγρεις!» μου λέει και μου το κλείνει «μπαπ»! Δεν σήκωνε τίποτα αυτός ο άνθρωπος.

Ποιος δίσκος δικός σας πιστεύετε ότι σηματοδότησε τη «Σχολή της Θεσσαλονίκης» που επηρέασε μετέπειτα άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Περίδης, ο Μάλαμας κλπ;

΄Ηταν το «Χαράτσι», σίγουρα. Προσωπικός δίσκος, από πράγματα που χα φτιάζει από χρόνια και τα δούλευα, τα δούλευα, τα δούλευα, και που φαίνονταν κατ αρχάς αταίριαστα μεταξύ τους. Αλλά αποφάσισα να τα βάλω να συνυπάρξουν και δεν έκανα λάθος. Ήτανε όλα πράγματα που αγαπούσα: ηλεκτρική μπάντα που ήξερα πάρα πολύ καλά να την χειρίζομαι, ακουστική μπάντα που επίσης την αγαπώ πάρα πολύ, και οι συνθέσεις αποδείχτηκε ότι ήτανε καλές. Αγαπήθηκε, δε, αυτός ο δίσκος πάρα πολύ.

Η εκδίκηση της γυφτιάς, τι λέτε; Συνεχίζεται;
Συνεχίζεται νομίζω, βεβαίως συνεχίζεται. Έχει επηρεάσει τόσα και τόσα παιδιά που έχουν κάνει ομάδες και παίζουν. Βέβαια δεν υπάρχουν χώροι να τους φιλοξενήσουν για να βγουν προς τα έξω. Και η δισκογραφία έχει πάθει αυτό το πατατράκ που έπαθε… Όπως η εκδίκηση που τρώγεται σαν κρύο πιάτο.

Μουσική, στίχος, ερμηνεία: Ποιο είναι για εσάς το σημαντικότερο;
Είναι η ερμηνεία. Είναι η ερμηνεία! Γιατί με την ερμηνεία ή ακτινοβολεί κάτι ή δεν ακτινοβολεί. Δηλαδή όλοι οι έλληνες τραγουδάνε και στις παρέες ακούς εξαιρετικές φωνές, αλλά υπάρχει κάτι που κάνει το τραγούδισμα μερικών ανθρώπων να ακτινοβολεί.

Έχετε πει ότι το life style σκοτώνει τη ζωή. Σας φαίνεται κάπως «δήθεν»; Για να θυμηθούμε και τον δεύτερο προσωπικό σας δίσκο;
Δεν είναι δήθεν, είναι δηλητήριο. Είναι δηλητήριο! Κοιτάξτε τι έχει πάθει ολόκληρη κοινωνία: Συμπεριφέρονται όλοι σαν αμερικάνοι χωρίς δολάρια!

Ποιες ήταν οι σημαντικότερες «συναντήσεις» στην καριέρα σας;
Η συνεργασία μου με τον Σαββόπουλο στους Αχαρνείς όταν με κάλεσε να συμμετάσχω στη χορωδία, ήταν κομβικό σημείο της καριέρας μου και της ζωής μου. Με τον Διονύση αγαπιόμαστε πάρα πολύ τον θαυμάζω, τον αγαπώ, είμαι μαζί του σε ότι κάνει, ακόμη και στις πανκ κινήσεις που κάνει. Είναι ο πρώτος που μου έδωσε μια φιλική καρπαζιά και μου είπε «Μάγκα είσαι σε καλό δρόμο». Ο δεύτερος που το έκανε αυτό ήταν ο Μάνος. Η δική του φιλική καρπαζιά ήτανε πάρα πολύ σημαντική επειδή όπως σου είπα ήταν ένα διάστημα που δεν είχα ορχήστρα και είχα και μια πάρα πολύ βαθιά απογοήτευση από παλαιότερους συνεργάτες μου και ξανάρχισα τα πάντα από την αρχή! Αν δεν μού χε δώσει αυτό το κουράγιο δεν ξέρω που θα το βρισκα γιατί και η Θεσσαλονίκη είναι μια μικρή πόλη από αυτή την άποψη, από εφεδρείες μουσικών, φίλων κλπ.

Στις συναυλίες σας πάντα υπάρχει το «αδιαχώρητο» και έχετε καταφέρει να δημιουργήσετε έναν μύθο γύρω από το όνομά σας… Είστε ο «ινδιάνος» της ελληνικής μουσικής με το κόκκινο μαντήλι και τη «λοξή φάλαγγα» την ορχήστρα σας. Για όλα αυτά υπήρξε σχέδιο;

Όχι βέβαια, δεν υπήρχε σχέδιο. Τα τόλμησα. Αυτό ήτανε. Και για να κάνω το δικό μου, πέρασα απίστευτες φτώχειες που δε με ενοχλούσαν καθόλου. Ξέρεις τι είναι να πηγαίνεις στο σπίτι σου 11 χιλιόμετρα μακρυά με τα πόδια και να σου την πέφτουν λύκοι; Αφού, αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ με ένα σπαθί! Και μια μέρα με σταμάτησε ένα περιπολικό και μου λέει «Κύριε Παπάζογλου, τι είν αυτά;». Αλλά, τι να κανα;

Με ποιο τραγούδι σας «βγήκε» αυτός ο χαρακτηριστικός "παπαζόγλιος λυγμός", σαν ελληνικό flamenco ή ελληνικός αμανές που έχετε στη φωνή σας; Ή υπήρχε πάντα;
Υπήρχε πάντα. Πρέπει να το χω πάρει από τη μητέρα μου, της οποίας το τραγούδισμα ήτανε κάπως έτσι. Δηλαδή μου δόθηκε σαν μητρική γλώσσα, δεν το αναρωτήθηκα ποτέ. Αλλά, κοίταξε, το τραγούδισμα μου είναι τροπικό ούτως ή άλλως, στις κλίμακες. Οι κλίμακες στις οποίες τραγουδώ είναι τροπικές, δεν είναι αυτές που αντιστοιχούν στα πλήκτρα του πιάνου, και ίσως αυτό να θυμίζει, flamenco ή Αραβία ή Τουρκία. Μάλλον καλύτερα Μικρά Ασία. Αυτό το συνονθύλευμα που υπήρχε εκεί: Αρμενέοι, Έλληνες, Εβραίοι. Και η γειτονιά που μεγάλωσα άλλωστε, ήτανε μια μικρή «Μακεδονική σαλάτα» που λένε. Ξέρεις οι Γάλλοι, είχαν ονομάσει τη θεσσαλονίκη «μακεδονική σαλάτα» και έχει μείνει σαν πιάτο στη Γαλλία που έχει μέσα τα πάντα: «Καρότα, λάχανα…»

Υπάρχει κάτι που γράψατε με φόντο ή θέμα την Θεσσαλονίκη;

Μα, βέβαια. Το «Φύσηξε ο βαρδάρης», τα «Σύνεργα» που λέει: «Θα πάρω το βαρκάκι μου κλπ».

Τι ρόλο έπαιξε η Θεσσαλονίκη στο έργο σας;
Ωωω! Ξέρεις, όταν ήμουν μικρός, πήγαινα σε ένα κομμάτι του τείχους, που είναι κάτω από το Πύργο του Τριγωνίου, το οποίο μετά γκρεμίστηκε και τώρα είναι… το χάος. Το λέγαμε δε, εκείνο το σημείο η «Ακρη του κόσμου». Καθόμουν λοιπόν εκεί στην «άκρη του κόσμου» ως πιτσιρικάς με από κάτω φωτισμένη όλη τη Θεσσαλονίκη, και της τραγουδούσα!

Ποιοι ήταν και είναι οι σημαντικότεροι άνθρωποι στην ζωή σας;
Είμαι πολύ τυχερός που έχω κρατήσει ισχυρές φιλίες και βέβαια το οικογενειακό περιβάλλον, γυναίκα και παιδιά.

«Μ' αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς» ένας στίχους που σας ταιριάζει «γάντι»;
Ναι πραγματικά στους αγώνες τους ιστιοπλοϊκούς που παίρνω μέρος, ή στους τοπικούς εδώ αλλά και στη ρεγκάτα του ανατολικού Αιγαίου το πλήρωμα μου είναι μέλη της ορχήστρας και παλιοί φίλοι. Και καπετάνιος πάντα βέβαια ή η γυναίκα μου ή ο γιός μου και μας τρέχουν πολύ ρε παιδί μου: Τσιτώνεις τα πανιά, φαίνονται όλα μια χαρά, κάθεσαι να καπνίσεις ένα τσιγάρο και ακούς τον Αλέξανδρο: «Ε μπαμπά, τι θα γίνει; Βαρεμένη ιστιοπολοία;» Με τρέχει συνέχεια.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Είμαι του αυτοσχεδιασμού άνθρωπος. Δεν έχω πολλά μακροπρόθεσμα σχέδια. Φυσικά φτιάχνω τραγούδια. Είχα φτιάξει τώρα τελευταία στη Νίσυρο ένα τόσο ωραίο απτάλικο, που ξυπνούσα το πρωί, χωρίς καφέ, χωρίς τίποτα και το βαζα να το ξανακούσω, παιγμένο με μια κιθαρίτσα κι ένα μπουζούκι από μένα όλα, και άρχιζα να χορεύω, έτσι, με το βρακί μες στο σαλόνι.

Ποιοι πιστεύετε είναι οι σύγχρονοι θρύλοι της Θεσσαλονίκης;
Οι θρύλοι για μένα πάντα ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι της Θεσσαλονίκης. Δε με ενδιαφέρουν δηλαδή οι γιάπιδες και οι επιτυχημένοι. Νομίζω πώς από αυτή την άποψη έχουμε φτωχύνει πολύ. Έχουμε φτωχύνει… Μαύρη φτώχεια!

Ποιες αρετές εκτιμάτε στους Θεσσαλονικείς;
Την φιλότητα. Είναι φιλικοί κατ αρχάς ανοιχτοί άνθρωποι και εξακολουθούν και έχουν λόγο, δηλαδή μπέσα.

Αγαπημένο σας απόφθεγμα;
Μμμμ….. Κάτι θα μο' ρθει, αλλά… αργότερα.

Θα θέλατε να μας πείτε ένα τραγούδι για τη Θεσσαλονίκη;

«Τα κάστρα του Γεντικουλέ τα πήδηξα μια νύχτα, και τότε με περάσανε από μεγάλη δίκη, στη Θεσσαλονίκη, στη Θεσσαλονίκη» είναι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Ξέρεις η λέξη Θεσσαλονίκη, έχει ελάχιστες λέξεις που μπορεί να κάνει ρίμα. Είναι τέσσερις ή πέντε. Και έχουν χρησιμοποιηθεί όλες!

Πηγή: http://www.tvxs.gr/

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΦΘΟΝΙΑΣ

Διαβάζοντας ξανά τον Κολοσσό του Μαρουσιού μετά από πολλά χρόνια, με προβλημάτισε η πρόταση -  κατακλείδα του Ηenry Miller, που σφραγίζει το αφήγημα (βλέπε ΕΔΩ το σχετικό απόσπασμα): "Ειρήνη σε όλους τους ανθρώπους, εύχομαι, και μια πιο άφθονη ζωή!".
Αυτή η ευχή θα μπορούσε να ηχήσει έως και ως μεγαλόστομη, αν δεν είχε προηγηθεί η γητευτική αφήγηση του Μίλερ, ξετύλιγμα του εσωτερικού και εξωτερικού του ταξιδιού  στην Ελλάδα. Ο λόγος του  αγαπητικός, χειμαρρώδης, βαθύς, διαθέτει όντως αφθονία ιδεών, αισθημάτων, εικόνων. Είναι μια έντιμη ευχή προς τους αναγνώστες του, να βιώσουν την ύπαρξη τους μέσα στην αφθονία, όπως τη βίωσε κι εκείνος μέσα στο ελληνικό φως.
Όμως, αφού έκλεισα το βιβλίο, η λέξη "αφθονία" άρχισε ύπουλα να εισχωρεί όλο και βαθύτερα στο μυαλό μου. Αυτή είναι μια αρρώστια των φιλολόγων, από την οποία πάσχω κι εγώ αναμφίβολα, οι λέξεις να εισχωρούν αδιόρατα μέσα στον ψυχισμό, με μια δική τους βούληση να καταλαμβάνουν χώρο μέσα στην καθημερινή συνάφεια και να αυτοαποκαλύπτονται με το έτσι θέλω κάποια στιγμή, απρόσκλητες, αιφνιδιαστικές, πρωτόφαντες.
Είναι μια ωραία ευχή η ευχή της αφθονίας. Συνεπάγεται πλούτο αγαθών, ό, τι μορφή κι αν παίρνουν τα αγαθά για τον κάθε άνθρωπο ή την κάθε εποχή. Διδάσκοντας έκθεση επί χρόνια, έπρεπε να μπαίνω στον κόπο, κάθε φορά με την ίδια δυσκολία, να εξηγώ στους μαθητές μου ότι η έκφραση "υπερ-καταναλωτισμός" είναι λανθασμένη, καθότι η πρόθεση "κατά" εμπεριέχει το "υπέρ". Είναι δηλαδή σαν να λέει κανείς "υπερ-καταβαράθρωση" ή "υπερ-κατανόηση". Τα παιδιά  χαμογέλαγαν με το γλωσσικό άτοπο, δεν νομίζω όμως ότι καταλάβαιναν τη διαφορά. Ο καταναλωτισμός σαν κατάσταση ζωής ήταν για όλους εμάς στην Ελλάδα - αλλά και παντού στο Δυτικό κόσμο - τόσο αυτονόητο αγαθό, που δεν βλέπαμε την λεκτική υπερ-βολή: για να σημάνουμε το νόημα έπρεπε να το υπογραμμίσουμε διπλά, με δύο προθέσεις δηλαδή. Τώρα που η απάτη του καταναλωτισμού καταρρέει, γίνεται φανερή και η πλάνη μας περί του τι σημαίνει "άφθονη ζωή", καθώς εισέρχεται στην καθημερινότητά μας, μετά από πολλές δεκαετίες, το στοιχειό της  οικονομικής και καταναλωτικής στέρησης.
Ξεκίνησα με αυτή την πιο χονδροειδή ιδέα περί της αφθονίας, γιατί πάντα ο  μέσος όρος, η κοινή γνώμη και οι "πλειοψηφίες" απ' αυτή τη χυδαία περίπτυξη με τα αγαθά γοητεύονται, ερωτοτροπούν με την "πληθώρα"και την "ποσότητα", με το  αενάως "νέο προϊόν". Όμως, η αφθονία εμπεριέχει τη στέρηση ποσότητας. Ένα γενναίο στερητικό άλφα προετοιμάζει την ψυχή να γευτεί τα πλούσια αγαθά, οριοθετώντας την απέναντί τους. Ενώ ο καταναλωτισμός βασίζεται στις ενστικτώδεις και μηχανιστικές αντιδράσεις του καταναλωτή,  η πραγματική απόλαυση του αγαθού προϋποθέτει μια ψυχική -και αισθησιακή - εγρήγορση τέτοια, που να μπορεί να χαράξει την  ηδονή της στιγμής βαθιά μέσα στην ύπαρξη.  Και μια τέτοια χειρονομία δεν είναι ποσοτική. Είναι αυστηρά αριστοκρατική. 
Η γενναιοδωρία αποτελεί πραγμάτωση της άφθονης ζωής. Αποδίδει έναν πλούτο ψυχής και πράξης, ο οποίος είναι προσβάσιμος χάρις σε μια έλλειψη, σε μια ολοσχερή απουσία: αυτή του φθόνου. Ο καταναλωτισμός αντίθετα ευδοκιμεί πάνω στα μικρόβια της ζήλιας για τα αγαθά του διπλανού, είτε αυτά είναι υλικά, είτε είναι ψυχικά. Και δεν έχει αίσθημα. Έχει μόνο ξόδεμα: καταναλώνω γεύσεις, αρώματα, σχέσεις, απόλαυση, σεξ, εντυπώσεις, ιδέες, εικόνες. Και γι'  αυτό καταλήγει σε έλλειμμα, τόσο μεγάλο που μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκτονία όχι μόνο έναν άνθρωπο, αλλά και ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα, κι έναν πολιτισμό. 
Επιστροφή, λοιπόν, σε αριστοκρατικά ήθη κι επιθυμίες- γιά όποιον μπορεί  (γιατί, καθώς λέει και ο Μίλερ, κανείς δεν μπορεί να γίνει άλλο από αυτό που είναι). 
Τα υποδέλοιπα θα χωνευτούν στο λίπασμα της Ιστορίας.
Διαβάστε τον "Κολοσσό του Μαρουσιού" για περαιτέρω διευκρινίσεις.
jiagogina

Πηγή: http://boukalistithalassa.blogspot.com/

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1896 για την χρεωκοπία

Τις ημύνθη περί πάτρης;
Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλευταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.
Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ' τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, ον ήθελαν παρουσιάσουν.
Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού...
Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.

18 Απρ 2011

Νίκος Παπάζογλου - Τρελή κι αδέσποτη



Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης


Νοιώθω ποια είσαι όταν λες το σ' αγαπώ
σαν μια βασίλισσα τσιγγάνα που περνάει
και μπαίνει στις καρδιές σαν να 'τανε μετρό
που φωτισμένο βάζει μπρος και ξεκινάει

Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη
έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά
έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι
έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά

Κι είσαι εκείνη που αν μαζί της κοιμηθώ
θα 'χω ξεχάσει ποιος να είμαι και πού πάω
κι αν αφορμή 'σαι συ ν' αλλάξω εαυτό
το παρελθόν μου μπρος τα πόδια σου πετάω

Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη
έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά
έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι
έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά

Ρόδα αειθαλή, Τίτος Πατρίκιος

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γιʼ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

από τη συλλογή Λυσιμελής πόθος, 2008

17 Απρ 2011

Έφυγε νωρίς ο Νίκος Παπάζογλου



Ο Νίκος Παπάζογλου κατέληξε σήμερα το πρωί σε ηλικία 63 ετών έπειτα από άνιση μέχη με τον καρκίνο.
Σύμφωνα με το kosinfo24.blogspot.com ο μεγάλος τραγουδοποιός και καλός φίλος της Κω και της Νισύρου (όπου διατηρούσε και σπίτι στα Νικιά) Νίκος Παπάζογλου -ο οποίος τον τελευταίο καιρό αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την υγεία του...
και εκανε χημειοθεραπείες- τελικά κατέληξε σήμερα το πρωί στο σπίτι του.Τραγική ειρωνεία όταν έφυγε πριν λίγο καιρό ο καλός του φίλος Μανώλης Ρασούλης πολλοί κοινοί γνωστοί τους, που ήξεραν την κατάσταση της υγείας του Νίκου, έλεγαν ότι δεν θα αργήσουν να ανταμώσουν και πάλι οι δύο φίλοι.

http://www.inews.gr/

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: Κάμερες και στα σχολεία

Τη χρήση καμερών σε σχολικά συγκροτήματα μεγάλης έκτασης κατά τις ώρες λειτουργίας τους νομιμοποιεί, κατ’ εξαίρεση, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπου δεν είναι πρακτικός ο έλεγχος των απομακρυσμένων εγκαταστάσεών τους. Με οδηγία που εξέδωσε, καταργεί προγενέστερη οδηγία του 2000 και ανάβει το πράσινο φως για την παρακολούθηση ιδιωτικών χώρων που είναι προσβάσιμοι στο κοινό, όπως γραφεία, τράπεζες, πολυκατοικίες, νοσοκομεία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την «Ελευθεροτυπία», η Αρχή δίνει, κατ’ εξαίρεση, το δικαίωμα στις διοικήσεις των σχολείων, όπου δεν είναι πρακτικός ο έλεγχος των απομακρυσμένων εγκαταστάσεων, να λειτουργούν κάμερες που εστιάζουν σε απομακρυσμένα σημεία, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του διδακτικού προσωπικού, του συλλόγου γονέων και των μαθητικών συλλόγων, όπου υπάρχουν. Αρχικά, προτείνει τη δοκιμαστική λειτουργία του συστήματος ώστε να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών, ενώ παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης στα στοιχεία που συλλέγονται.

Γενικότερα, η Αρχή επισημαίνει στην οδηγία της ότι η λειτουργία των καμερών πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή μόνον εάν ο σκοπός που επιδιώκεται με την τοποθέτηση της κάμερας δεν μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα (προσωπικό ασφαλείας, συναγερμός κλπ) τα οποία είναι εξίσου αποτελεσματικά, αλλά λιγότερο επαχθή για τον άνθρωπο.
Οι βιντεοκασέτες από τις κάμερες μπορεί να φυλάσσονται μέχρι 15 ημέρες και μετά να καταστρέφονται, ενώ υπό προϋποθέσεις μπορούν να φυλαχθούν μέχρι 30 ημέρες. Η μεταβίβαση δεδομένων που περιλαμβάνονται στις βιντεοκασέτες επιτρέπεται μόνο κατόπιν συγκατάθεσης του ενδιαφερομένου προσώπου. Η εγκατάσταση των καμερών πρέπει να γνωστοποιείται στην Αρχή, ενώ πρέπει να υπάρχουν πινακίδες σε εμφανές σημείο που να γνωστοποιούν στους πολίτες ότι πρόκειται να εισέλθουν σε χώρο που λειτουργεί σύστημα βιντεοεπιτήρησης.

Μεταξύ των άλλων, σημειώνεται ότι η βιντεοεπιτήρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων εργασίας, εκτός από ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας (π.χ. στρατιωτικά εργοστάσια, τράπεζες, εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου). Ακόμη, κατά την επιτήρηση κτιρίων με σκοπό την ασφάλεια προσώπων και αγαθών (π.χ. προστασία της ιδιοκτησίας από φθορές), απαγορεύεται η λήψη εικόνας από παράπλευρες οδούς και πεζοδρόμια, καθώς ενυπάρχει ο κίνδυνος παρακολούθησης των περαστικών. Επίσης, απαγορεύεται η λήψη εικόνας από εισόδους κτιρίων, προθαλάμους τουαλετών, αποδυτήρια και λουτρά.

Αναλυτικά:

Πολυκατοικίες-γραφεία: Εγκατάσταση συστήματος καμερών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με απόφαση του οργάνου που είναι αρμόδιο για τη διαχείριση του συγκροτήματος (π.χ. της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας). Αν η εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης δεν προβλέπεται στον κανονισμό, απαιτείται συναπόφαση των δύο τρίτων των ενοίκων της πολυκατοικίας ή του κτιρίου που λαμβάνεται με πρωτοβουλία του διαχειριστή. Οι κάμερες του συστήματος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ' ιδίαν διαμερίσματα, ενώ η μονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε διαμέρισμα, αλλά πρέπει να εγκαθίσταται σε κοινόχρηστο χώρο με ελεγχόμενη πρόσβαση (π.χ. κοινόχρηστη αποθήκη), εκτός αν η επεξεργασία πραγματοποιείται από εξουσιοδοτημένο προσωπικό ασφαλείας (π.χ. εταιρεία ασφαλείας). Οι βιντεοκασέτες στην περίπτωση αυτή διατηρούνται το πολύ έως 48 ώρες. Η εγκατάσταση κάμερας από μεμονωμένο ιδιοκτήτη ή ένοικο σε κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας ή του κτιρίου για την επιτήρηση προσωπικού οχήματος, επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις.

Ξενοδοχεία: Η λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε ξενοδοχειακές μονάδες πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε χώρους που αποσκοπούν στον έλεγχο εισερχομένων/εξερχομένων καθώς και στους χώρους φύλαξης χρημάτων και στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις. Δεν επιτρέπεται η τοποθέτηση καμερών στους χώρους εστίασης και στους διαδρόμους που οδηγούν στα δωμάτια και σε χώρους όπου ενδέχεται να παρακολουθούνται οι πελάτες και επισκέπτες του ξενοδοχείου. Τέτοιοι χώροι είναι ιδίως οι είσοδοι των κατ' ιδίαν δωματίων, οι τουαλέτες και οι χώροι όπου πραγματοποιούνται δραστηριότητες αναψυχής (όπως πισίνες, γυμναστήρια, χώροι άθλησης, αποδυτήρια κ.λπ.).

Νοσοκομεία: Η λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε νοσοκομεία, κλινικές, ιατρεία και λοιπούς χώρους όπου παρέχονται υπηρεσίες υγείας για το σκοπό της ασφάλειας προσώπων και αγαθών πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στα σημεία εισόδου και εξόδου, στους χώρους ταμείων ή χώρους κρίσιμων εγκαταστάσεων (π.χ. ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, αποθήκες ιατροφαρμακευτικού υλικού κ.λπ.) όπου, κατ' αρχήν, δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ένας επισκέπτης ή ασθενής. Οι κάμερες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να ελέγχουν την κίνηση στις αίθουσες αναμονής, τα κυλικεία και τους χώρους εστίασης, τους διαδρόμους του νοσοκομείου, τους θαλάμους ασθενών, τους θαλάμους εξέτασης ή ιατρικών επεμβάσεων, τις τουαλέτες και τα λουτρά, τα γραφεία ιατρών και τους χώρους εργασίας του λοιπού ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.
Εγκατάσταση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας μπορεί να πραγματοποιείται υπό προϋποθέσεις μόνο από νοσηλευτικά ιδρύματα, ψυχιατρικά ιδρύματα, ιδρύματα περίθαλψης ατόμων με αναπηρίες και παρόμοιους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας.

Πρατήρια υγρών καυσίμων: Η τοποθέτηση καμερών σε πρατήρια υγρών καυσίμων και στα καταστήματα που λειτουργούν μέσα στο χώρο του πρατηρίου επιτρέπεται κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά τις νυκτερινές ώρες (20.00 έως 08.00) επιτρέπεται η λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης στους χώρους όπου βρίσκονται οι αντλίες βενζίνης και οι αποθήκες καυσίμων.

Εκκλησίες – νεκροταφεία:
Η λειτουργία καμερών είναι επιτρεπτή μόνο κατά τις ώρες που οι χώροι παραμένουν κλειστοί.

Πηγή: http://tvxs.gr/

Δώστε χαρά σε ένα παιδί

Με παιχνίδια και παιδικά βιβλία σε καλή κατάσταση

Την Κυριακή 17 Απριλίου φορέστε το καλύτερο χαμόγελό σας και κάντε μια βόλτα στην πλατεία Ελευθερίας στο Νέο Ψυχικό. Μαζί σας να έχετε φροντίσει να πάρετε παιχνίδια και παιδικά βιβλία σε καλή κατάσταση. Προορίζονται για παιδιά που τα έχουν πραγματικά ανάγκη. Γιατί ένα παιχνίδι ή ένα βιβλίο ίσως να μη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά σίγουρα θα φωτίσει με χαρά ένα παιδικό πρόσωπο, γεγονός που κάνει αυτόν τον κόσμο λίγο πιο όμορφο.

Την εκδήλωση διοργανώνουν οι Bestistas (ακροατές – εθελοντές θετικής δράσης του ραδιοφωνικού σταθμού BEST 92.6), η Plan Toys και ο δήμος Φιλοθέης – Ψυχικού. Από τις 11 το πρωί έως τις 3 το μεσημέρι, όλη η πλατεία θα είναι ένα party για μικρούς και μεγάλους.