Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

24 Δεκ 2011

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του,υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.

'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε
προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις
εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να
κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.


Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον
δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον. Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.


Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.


Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. 


Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του
υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε.


Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε
διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει
μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε
εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.
-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ,ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα.
Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.

Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!


Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το
γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.

Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του
Μπελιοπούλου;
-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του.
Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.

Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.


Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το
πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι
εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;


Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά!

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης: «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Κάρολου Ντίκενς

Το δημοφιλές παραμύθι του Κάρολου Ντίκενς «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» ζωντανεύει σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου για 10 παραστάσεις στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης τις ημέρες των εορτών

23,24,25,26,30/12/2011 & 2,3,4,5,6/1/2012 στις 16:00


Είσοδος Ελεύθερη

Κρατήσεις γίνονται τηλεφωνικά στο 210 - 3418579 begin_of_the_skype_highlighting 210 - 3418579 end_of_the_skype_highlighting τις καθημερινές 11।00-14.00 και τα απογεύματα μια ώρα πριν τις παραστάσεις.

Υπόθεση
Η κλασική χριστουγεννιάτικη ιστορία του τσιγκούνη Σκρουτζ ξαναϊδωμένη μέσα από το παιχνιδιάρικο και ανατρεπτικό βλέμμα πέντε νέων περφόρμερ που χρησιμοποιούν ένα κάδρο για να κατασκευάσουν τις εικόνες της ιστορίας με χιούμορ, αλλά και να μας φέρουν κοντά στον -κατά τα άλλα- αντιπαθητικό χαρακτήρα των Χριστουγέννων Πνεύματα, αλυσίδες, φτωχοί συγγενείς και χαμένες μνήμες προσπαθούν να ξυπνήσουν την καρδιά του αμετανόητου πλούσιου που λίγο ακόμα και... θα γίνει κρύα σαν το χιόνι.

Διάρκεια παράστασης: 50' Κρατήσεις γίνονται τηλεφωνικά στο 210 - 3418579 begin_of_the_skype_highlighting 210 - 3418579 end_of_the_skype_highlighting τις καθημερινές 11.00-14.00 και τα απογεύματα μια ώρα πριν τις παραστάσεις.

23 Δεκ 2011

Οι μέρες που ζούμε, ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ


Ο έρωτας είναι περίεργο πράγμα
τώρα που η πόλη καίγεται
κι οι νύχτες μοιάζουν με λαμπάδες
αν κάτι με κρατά απ' το να σ' αγαπήσω
είναι που δεν τολμά να βάλει τέλος
ο χειμώνας
από έγνοια μην τερματίσει την ελπίδα
στα χείλη
που 'χουν μείνει δίχως φιλί
κι αυτή η πόλη τρομαγμένη κι ανέραστη
περιμένει στην άκρη μιας άλλης πόλης

εχτές το μετρό
κουβαλούσε εμάς
απεργούς, διαδηλωτές, αργόσχολους κι αυτούς
που έτυχε να είναι εκεί
εγώ ένας από αυτούς
αυτή την ώρα τη μεσημεριανή
που δεν έλεγε η βροχή να κοπάσει
εχτές στο μετρό
πρόσεξα για πρώτη φορά
δίπλα στο διπλό τζάμι
γερμανικής κατασκευής
τον απηνιδωτή
μπορεί και να μου τον έδειξε κάποιος
μια κάποια άλλη φορά
μα χτες το βλέμμα μου σκόνταψε πάνω του
και σκάλωσε

σε περίπτωση ανάγκης σκέφτηκα
τι μάταιο να προβλέπεις
αυτό που ήδη ξέρεις
πονάμε περισσότερο γι' αυτά που θα ζήσουμε
αυτή η ανέραστη πόλη
δεν έχει ανάστημα
μόνο κραδαίνει τις πατερίτσες
πάνω από τα κεφάλια μας
σαν θεός τιμωρός
μην τύχει κι ερωτευτούμε
μην τύχει κι ελπίσουμε σε κάτι

και κάτι μέσα μου
σκιρτά
οι αισιόδοξοι θα πουν
ο πρώτος χτύπος
οι λιγότερο αισιόδοξοι
θα το ονομάσουν αναλαμπή
όπως η φωτιά που ορθώνεται λίγο πριν κάψει
και το τελευταίο οχυρό
μετά θα σβήσει

η στάχτη δεν καίγεται


Ποίημα δημοσιευμένο στη Νέα Εστία (τ. 1848, Οκτώβριος 2011)

22 Δεκ 2011

Gordon Lightfoot - Song for a Winter's Night


Song for a winter's night, γραμμένο από τον Gordon Lighfoot, το δέκατο κατά σειρά τραγούδι του άλμπουμ με τίτλο The Way I Feel του καναδού τραγουδιστή - τραγουδοποιού Gordon Lightfoot.
Ηχογραφήθηκε το 1966 και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1967.
Επίσης συμπεριλαμβάνεται και στο άλμπουμ με τίτλο Gord's Gold: Greatest Hits.
Το τραγούδι ερμηνεύθηκε από πολλούς καλλιτέχνες όπως οι Kenny Rankin, Catherine McKinnon, Tony Rice και Schooner Fare

Ύφος τραγουδιού και άλμπουμ: Folk


Song for a winter's night


The lamp is burnin' low upon my table top
The snow is softly falling
The air is still in the silence of my room
I hear your voice softly calling

If I could only have you near
To breathe a sigh or two
I would be happy just to hold the hands I love
On this winter night with you

The smoke is rising in the shadows overhead
My glass is almost empty
I read again between the lines upon each page
The words of love you sent me

If I could know within my heart
That you were lonely too
I would be happy just to hold the hands I love
On this winter night with you

The fire is dying now, my lamp is growing dim
The shades of night are lifting
The morning light steals across my window pane
Where webs of snow are drifting

If I could only have you near
To breathe a sigh or two
I would be happy just to hold the hands I love
On this winter night with you
And to be once again with you


Πηγή:http://rhythmichorizons।blogspot.com/

Ενας έκπτωτος αθάνατος στην Αθήνα της διαφθοράς

Μια καυστική σάτιρα της τρέχουσας ελληνικής καθηµερινότητας µε κεντρικό ήρωα έναν διεφθαρµένο θεό της αρχαίας Ελλάδας

Τι γυρεύει ένας ξεχασµένος θεός της ελληνικής αρχαιότητας στο τοπίοτης σύγχρονης Αθήνας; Γιατί επιστρέφει από την εξορία του στην υποσαχάρια Αφρική ένας έκπτωτος αθάνατος ο οποίος εξόργισε τους συναδέλφους του πρώτα µε τη χρυσή του µετριότητα (όλη κι όλη η φιλοδοξία ήταν ένας δρόµος που θα συνέδεε τη Σπάρτη µε την Κόρινθο) και ύστερα µε την επιµονή του να συγγράψει ένα έπος για τη θεϊκή πλήξη και τις ολέθριες επιπτώσεις της στη ζωή των θνητών; Τι µπορεί να περιµένουν οι Νεοέλληνες από έναν ακατονόµαστο θεό του οποίου η µορφή δεν επιτράπηκε να αποτυπωθεί σε οποιαδήποτε παράσταση από την εποχή του ∆ωδεκαθέου ως τις ηµέρες µας;

Η επάνοδος του γίγαντα της µετριότητας στην Ελλάδα του εύκολου χρήµατος και του άκοπου πλουτισµού θα σηµάνει σωστή καταστροφή। Ο πρώην εξόριστος θα µετατραπεί σε έναν επιχειρηµατία-φούσκα, δελεάζοντας µε το ανύπαρκτο χρήµα του υπουργεία και δηµόσιους οργανισµούς, που θα συµµεριστούν µε ενθουσιασµό (εν όψει της µεγάλης µπάζας) την παλιά του ιδέα για την οδό Σπάρτης - Κορίνθου. Και όταν το σχέδιό του δεν θα φτουρήσει (όπως δεν φτούρησε και ενόσω ήταν εν ενεργεία θεός), θα σπεύσει να µεταδώσει στον πληθυσµό το άλλο του ανεκπλήρωτο, που αυτή τη φορά θα στεφθεί µε πλήρη επιτυχία: παρασυρµένοι από τον ποιητικό του οίστρο, οι άνθρωποι θα λατρέψουν την υψηγορία της έκφρασης και θα διατρανώσουν τον πλούτο των αισθηµάτων τους, εγκαταλείποντας κάθε παραγωγική δραστηριότητα.

Ο ούτως ή άλλως ετοιµόρροπος κοινωνικός ιστός θα ρηµάξει εν ριπή οφθαλµού, µε τη διαφορά ότι ο αθάνατος θα εγκαταλείψει τη χώρα όχι θρηνώντας για τη διάλυσή της, αλλά, αντιθέτως, δίνοντας συγχαρητήρια στον εαυτό του επειδή η αρχαία δόξα του απελευθέρωσε επιτέλους το αποκοιµισµένο πνεύµα των κατοίκων της.

Με το καινούργιο πεζό του, που αποτελεί µια καυστική πολιτικοκοινωνική σάτιρα της τρέχουσας καθηµερινότητας, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δείχνει αµέσως δύο πράγµατα: πρώτον, ότι η κρίση είναι πλέον εν σώµατι παρούσα στη λογοτεχνία και δεύτερον, ότι ο επείγων χαρακτήρας της δεν καταλήγει σε εύκολες λύσεις ούτε σε προχειρογραφία.

Η Επιδηµία είναι µια άµεση αποτύπωση όλων των φαινοµένων που οδήγησαν στη σηµερινή καταβαράθρωσή µας, αλλά κατορθώνει να µην πέσει στην παγίδα της στενής καταγραφής και του ρεπορτάζ, χάρη στην ειρωνική της γλώσσα και την αλληγορική της σκηνογραφία.

Το µεγαλύτερο προσόν της
Επιδηµίας είναι ότι αποφεύγει τον οποιονδήποτε καταγγελτικό τόνο. Βασισµένος σε µια πολύ καλά σχεδιασµένη εσωτερική δοµή, ο Θεοδωρόπουλος φτιάχνει συµπαγείς χαρακτήρες και ολοκληρωµένες καταστάσεις (ακόµη και εκεί όπου η σάτιρα ανέχεται τις καρικατούρες και τα µυθοπλαστικά προσχήµατα), δίνοντας φτερά στην αποκαθηλωτική του διάθεση.


Πηγή:tovima।gr

21 Δεκ 2011

Η επιθυμία τού να είσαι ο εαυτός σου, ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΤΖΗΣ


ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΤΖΗΣ (Homero Aridjis)

Η επιθυμία τού να είσαι ο εαυτός σου (μετά τον Κάφκα)

Εάν μπορούσες να γίνεις ένας ιππέας
που μέσα σε ανέμους και βροχές ιππεύει χωρίς σέλα
ένα διάφανο άλογο
μόνιμα ραπισμένο
από την ταχύτητα του αναβάτη του
αν μπορούσες να καλπάσεις δυνατά
μέχρι τα ρούχα σου να ξηλωθούν και να χαθούν
γιατί δεν έχεις ανάγκη τα ρούχα
μέχρι να κοπούν τα χαλινάρια
γιατί δεν έχεις ανάγκη τα χαλινάρια
μέχρι η σκιά σου να χαθεί μακριά πίσω σου
γιατί δεν έχεις ανάγκη τη σκιά
τότε ίσως να δεις το τοπίο της εξοχής
όχι σαν τοπίο εξοχής
αλλά σαν μια χούφτα αέρα
εάν μπορούσες μόνο ν' αφήσεις το άλογο μακριά πίσω σου
και να ιππεύσεις τον εαυτό σου.



Ποίημα από τη δίγλωσση συλλογή Ηλιακά και άλλα ποιήματα,
μτφρ.: Ελσα Κορνέτη - Γιώργος Ρούβαλης, Κοινωνία των (δε)κάτων 2011

Ο έρωτας όπως, Nίκος Γρηγοριάδης


Ο έρωτας,
όπως ακριβώς ο στίχος,
θέλει
μια σωστή δόση
σκοτάδι
για να
φεγγοβολήσει

20 Δεκ 2011

Όψεις. Μήπως χρειάζονται καλύτεροι γονείς;

Τα τελευταία χρόνια διαβάζουμε όλο και πιο συχνά σε άρθρα και αναλύσεις ότι χρειαζόμαστε καλύτερους δασκάλους στα δημόσια σχολεία μας και ότι, αν δεν έβαζαν εμπόδια τα συνδικάτα των δασκάλων, τα παιδιά της Αμερικής θα σκόραραν όσο και της Σιγκαπούρης στους μεγάλους διεθνείς διαγωνισμούς. Αναμφίβολα, ένας καλός δάσκαλος μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την επίδοση ενός μαθητή: χρειάζεται να στρατολογούμε, να εκπαιδεύουμε και να ανταμείβουμε τέτοιους δασκάλους. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που δείχνουν νεότερες μελέτες: χρειαζόμαστε και καλύτερους γονείς. Οι γονείς που εστιάζουν στην εκπαίδευση των παιδιών τους μπορούν κι αυτοί να επηρεάσουν τις επιδόσεις τους.

Κάθε τρία χρόνια, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) διεξάγει διαγωνισμούς ως μέρος του Διεθνούς Προγράμματος Αξιολόγησης Μαθητών (PISA), κατά τους οποίους εξετάζει 15χρονους, σε οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, ως προς την κατανόηση γραπτού κειμένου και την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν ό, τι έχουν μάθει στα μαθηματικά και τις επιστήμες για να λύσουν πραγματικά προβλήματα. Οι 15χρονοι της Αμερικής [και της Ελλάδας, πρέπει να προσθέσουμε, σ. τ. μ.] υπολείπονται κατά πολύ των συνομηλίκων τους από χώρες όπως η Σιγκαπούρη και η Φινλανδία.

Για να κατανοηθεί καλύτερα γιατί άλλοι μαθητές αριστεύουν και άλλοι όχι, ο Αντρέας Σλάιχερ, ο οποίος επιβλέπει τις εξετάσεις του PISA, πήρε την πρωτοβουλία να κοιτάξει και πέρα από τις σχολικές τάξεις. Ετσι (το 2006 σε 4 χώρες και το 2009 σε άλλες 17) η ομάδα του PISA πήρε συνεντεύξεις από γονείς 5.000 μαθητών σχετικά με το πώς ανατρέφουν τα παιδιά τους και κατόπιν συνέκρινε τις απαντήσεις με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Πριν από λίγο καιρό, το PISA δημοσίευσε τα τρία κύρια ευρήματα της έρευνας: «Οι 15χρονοι μαθητές που οι γονείς τους διάβαζαν συχνά βιβλία μαζί τους την πρώτη χρονιά του δημοτικού», μου συνόψισε ο Α. Σλάιχερ, «εμφάνισαν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους που οι γονείς τους διάβαζαν μαζί τους σπανίως ή καθόλου. Δεύτερον, το πλεονέκτημα όσον αφορά τους μαθητές που οι γονείς τους τους διάβαζαν στα πρώτα σχολικά τους χρόνια είναι προφανές, ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου. Και τρίτον, η ενασχόληση των γονιών με τα 15χρονα παιδιά τους συνδέεται επίσης στενά με τις καλύτερες επιδόσεις στο PISA».

Ο Σλάιχερ μου εξήγησε ότι «και μόνο να ρωτήσεις το παιδί σου πώς ήταν η μέρα του στο σχολείο και να δείξεις γνήσιο ενδιαφέρον για τα μαθήματα που κάνει μπορεί να έχει την ίδια αποτελεσματικότητα με ώρες φροντιστηρίου. Είναι κάτι που μπορεί να κάνει ο κάθε γονιός, άσχετα από το μορφωτικό ή το κοινωνικό του επίπεδο».

Το είδος της γονεϊκής ενασχόλησης είναι επίσης σημαντικό. Οπως σημειώνεται, π. χ., στην έρευνα του PISA, «η διαφορά επίδοσης στην κατανόηση κειμένου είναι μεγαλύτερη, όταν οι γονείς διαβάζουν βιβλία με τα παιδιά τους, όταν μιλούν μαζί τους για το τι έκαναν στη διάρκεια της μέρας και όταν τους αφηγούνται ιστορίες», ενώ είναι μικρότερη όταν απλώς παίζουν με τα παιδιά τους.

Πρόσφατη μελέτη του αμερικανικού Κέντρου Δημόσιας Εκπαίδευσης κατέληξε σε παρεμφερή ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν από τη διευθύντρια του Κέντρου, Πατ Μπαρθ, στο τελευταίο τεύχος της American School Board Journal. Η μελέτη «Πώς η γονεϊκή φροντίδα επηρεάζει τις σχολικές επιδόσεις» κατέληξε σε συμπεράσματα που «προκαλούν κάποια έκπληξη», όπως γράφει η Π. Μπαρθ. «Η γονεϊκή ενασχόληση μπορεί να πάρει πολλές μορφές, όμως μόνο ορισμένες από αυτές σχετίζονται με υψηλότερες μαθητικές επιδόσεις. Οι γονεϊκές δράσεις που υποστηρίζουν τη μάθηση των παιδιών στο σπίτι είναι πιο πιθανό να επηρεάσουν θετικά τα ακαδημαϊκά επιτεύγματα στο σχολείο».

«Ελέγχετε τη σχολική δουλειά του παιδιού στο σπίτι· βεβαιώνεστε ότι το παιδί πηγαίνει στο σχολείο· ανταμείβετε τις προσπάθειές του και συζητάτε ενθαρρυντικά την ιδέα να πάει στο πανεπιστήμιο. Ολα αυτά συνδέονται με την καλύτερη παρακολούθηση των μαθημάτων, υψηλότερους βαθμούς και καλύτερη προετοιμασία για το πανεπιστήμιο».

Χωρίς αμφιβολία, δεν υπάρχει υποκατάστατο του καλού δασκάλου। Είναι ό, τι πιο πολύτιμο για την εκπαίδευση. Ομως, ας μη ρίχνουμε όλο το βάρος στους δασκάλους. Οι καλύτεροι γονείς μπορούν να κάνουν τον κάθε δάσκαλο πιο αποτελεσματικό.

Πηγή: kathimerini

Σκανταλιάρηδες καλικάντζαροι, παιχνιδιάρικα ξωτικά

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου:
Τα Χριστούγεννα οι "Παραμυθοκόρες" έρχονται απογευματάκι στο "Ιδιόμελο" για να μοιραστούν με τα παιδιά ιστορίες, παραμύθια και θρύλους του Δωδεκαημέρου. Ελάτε να πούμε ιστορίες για σκανταλιάρηδες καλικάντζαρους και πονηρά ξωτικά που βγαίνουν κάτω από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να μαγαρίσουν τα γλυκά τους. Δεν θα πούμε μόνο ιστορίες αλλά και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με την κιθάρα κάλαντα και χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Σας περιμένουμε!
είσοδος: 10 ευρώ.
Ωρα έναρξης: 17.00 μ.μ.

Οι «Παραμυθοκόρες» είναι η Βασιλεία Βαξεβάνη,η Αντωνία Βέλλιου, και η Ιφιγένεια Κακριδώνη.
Αγαπούν να λένε παραμύθια, εξού και το όνομά τους: περιπέτειες, θαύματα ανήκουστα, ιστορίες παλιές και νέες. Ξαναφέρνουν στις συνήθειές μας και στο αυτί μας την προφορική γητεία της αφήγησης που έχει χαθεί πια τόσο στο σχολείο, όσο και στον συγχρονο τρόπο ζωής. Οι παλιότερες γενιές, τουλάχιστον 50 - 60 χρόνια πίσω, μέσα από την προφορική σχέση διαιώνιζαν παλιούς μύθους και αρχαίες παραδόσεις και κρατούσαν στο συλλογικό κοινωνικό και εθνικό σώμα άρρηκτο τον ιστό που τους συνέδεε με τους προγενέστερους. Η σχέση αυτή, η από στόμα σε αυτί, η μόνη έγκυρη βιωματική σχέση παιδείας, επί αιώνες ζωντανή μέσα στην οικογένεια, στην κοινότητα, το χωριό, καταλύθηκε απότομα - κι όχι μόνο στην Ελλάδα - μέσα στις τρομακτικές αλλαγές που έφερε στη ζωή μας η τεχνολογική ανάπτυξη και η πρόοδος του 20ου αιώνα.
Αυτή τη σχέση ας αναζητήσουμε ξανά, όλοι εμείς, μητέρες, πατεράδες, παππούδες, γιαγιάδες, δάσκαλοι και δασκάλες, γειτόνισσες και γείτονες. Ας εμπιστευτοιύμε τη δύναμη του προφορικού λόγου που τόσο την υπονομεύουν οι τηλεοπτικοί και ψηφιακοί εθισμοί.
Η σχέση με το παραμύθι θα είναι διαφορετική από εκείνη της γιαγιάς με το τσεμπέρι που μάζευε τα ανηψούδια και τα εγγόνια στην αυλή και τους μετάγγιζε μνήμες αρχαίες μέσ' από τα παραμύθια της. Θα πρέπει να αφήσουμε ανοιχτό το αυτί μας να αφουγκραστεί το ποτάμι της ιστορίας να κυλάει μέσα από τις αφηγήσεις, να επιθυμήσουμε συνειδητά την αφήγηση όχι σαν ένα μύθευμα που μας απομακρύνει από την πραγματικότητα, αλλά ως εκείνον τον αρχετυπικό μύθο που μας φέρνει πιο κοντά σ' αυτή.
Ελάτε να "θυμηθούμε" τον κόσμο των Καλικάτζαρων!

Πηγή:idiomelo

19 Δεκ 2011

"Μια στιγμή για πάντα", Γιώργος Νταλάρας




Ερμηνευτής: Γιώργος Νταλάρας
Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
Μουσική: Γιάννος Αιόλου

Πάντα εσύ του πόθου μου είσαι το νησί,
πάντα η χαμένη μου πατρίδα είσαι εσύ,
στην ξενιτιά μου η μονάκριβη ελπίδα,
πάντα ο φάρος στο χαμό μου,
η αμμουδιά στο γυρισμό μου
και στη δίψα το νερό μου είσαι εσύ...

Κι αν ο χρόνος μας λυγίσει
κι ο καιρός μας πολεμήσει
τι μπορεί να μας χωρίσει
τόση αγάπη πως να σβήσει;
Χίλιες θάλασσες θ' ανοίξω
χίλιες μοίρες θα νικήσω
κι όταν θα σε συναντήσω
θα 'ναι μια στιγμή για πάντα, αγκαλιά στο Θεό,
πάντα, σ' ένα ταγκό για δυο
μαζί για πάντα.....

Πάντα εσύ η επόμενη μου θα 'σαι η γη,
εκεί που δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή,
εκεί που η κάθε μου πληγή θα 'ναι κέρδος,
κι όλα θα 'χουν γίνει ένα
μες στο φως αναστημένα
και για πάντα ερωτευμένα
όλα εκεί......

Κι αν ο χρόνος μας λυγίσει
κι ο καιρός μας πολεμήσει
τι μπορεί να μας χωρίσει
τόση αγάπη πως να σβήσει;
Χίλιες θάλασσες θ' ανοίξω
χίλιες μοίρες θα νικήσω
κι όταν θα σε συναντήσω
θα 'ναι μια στιγμή για πάντα,
αγκαλιά στο Θεό, πάντα, σ'  ένα ταγκό  για δυο,
μαζί για πάντα.....

Κι αν ο χρόνος μας λυγίσει
κι ο καιρός μας πολεμήσει
τι μπορεί να μας χωρίσει
τόση αγάπη πως να σβήσει;
Χίλια σύμπαντα θα ενώσω
χίλια θαύματα θα δώσω
κι όταν δίπλα μου σε νιώσω
θα 'ναι μια στιγμή για πάντα,
αγκαλιά στο Θεό,
πάντα, σ' ένα ταγκό για δυο,
μαζί για πάντα......

Η ομορφιά της αλφαβήτας, Fernanda Eberstadt



(…) Μόλις έμαθε να διαβάζει(…) ξεστράτιζε από την ιστορία, μεθυσμένος, σχεδόν έτοιμος να δακρύσει από την ομορφιά της αλφαβήτας, με τα λεπτά και πλούσια σχήματα και τους ήχους της: μαγεμένος και σαστισμένος από τη σύνθετη απλοχωριά ενός α, τον ξερό και ξύλινο βόμβο του ξ, το ιδιότροπο κεφαλαίο Ε, που έμοιαζε με χτένι΄ το γ σα γυρίνος που κολυμπούσε στην αλμυρή και υγρή παιδική ηλικία της εξέλιξης΄ το β με τις βουτιές και τις βιτσιές του΄ το κεφαλαίο Η, με τους φαρδείς, εκκλησιαστικούς στύλους του, με την παιχνιδιάρικη εμφάνιση και τον τόσο αμφίβολο ήχο- μια εκπνοή χλιαρή, σιωπηλή σαν την ανάσα του Θεού στο πρόσωπο του Αδάμ, σα χλιμίντρισμα αλόγου-, το η της ηδύτητας, του ήλεκτρου, του ήλιου, (…)

(Fernanda Eberstadt,       
Τα δαιμόνια του Ισαάκ,   
EMECE, Βαρκελώνη, 1993) 

18 Δεκ 2011

"Έφυγε" η κορυφαία τραγουδίστρια, Cesaria Evora


Η ξυπόλυτη ντίβα της μουσικής με τη μαγευτική και ταξιδιάρικη φωνή, η Cesaria Evora έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών.

Η Cesaria στις εμφανίσεις της δεν φορούσε ποτέ παπούτσια, καθώς έτσι είχε συνηθίσει από τη φτωχή παιδική ηλικία της.
Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1941 στην πόλη Μιντέλο του νησιού Σάο Βισέντε, στο Πράσινο Ακρωτήριο.
Έχασε τον πατέρα της σε ηλικία μόλις εφτά ετών και η μητέρα της έδωσε μάχη για να την μεγαλώσει με τα πενιχρά εισοδήματά της από τη δουλειά της ως μαγείρισσα.
Στο τέλος την άφησε σε ορφανοτροφείο, στη χορωδία του οποίου, η Cesaria, έμαθε να τραγουδά.
Τα παραδοσιακά τραγούδια που ερμήνευε με την ψυχή της η ξυπόλυτη ντίβα, ονομάζονται coladeiras και mornas.

Η Cesaria ξεκίνησε να τραγουδά σε τοπικά μπαρ και ξενοδοχεία. Με τη βοήθεια τοπικών μουσικών, θα επεδείκνυε τις ικανότητές της και αργότερα θα ανακηρυσσόταν "Βασίλισσα των Μόρνας" από τους θαυμαστές της. Την εποχή εκείνη ήταν διάσημη στο νησί της, σχετικά άγνωστη όμως διεθνώς.
Επί δέκα χρόνια η τραγουδίστρια απείχε από τα καλλιτεχνικά δρώμενα επειδή η δυσχερής οικονομική και πολιτική κατάσταση στη νησιωτική της χώρα, σε συνδυασμό με τα προσωπικά και οικονομικά της προβλήματα δεν της επέτρεπαν να υποστηρίζει οικονομικά την οικογένειά της.
Η ίδια περιγράφει την περίοδο αυτή σαν "σκοτεινά χρόνια" καθώς πάλεψε και με τον αλκοολισμό.
Επανήλθε στο τραγούδι έπειτα από ενθάρρυνση ενός εξόριστου μουσικού και προστάτη των Τεχνών από το Πράσινο Ακρωτήριο, ο οποίος ζούσε στην Πορτογαλία.
Ο Μπάνα προσκάλεσε τη Cesaria να τραγουδήσει σε συναυλίες σε πορτογαλικό έδαφος, με τη χρηματοδότηση μιας τοπικής οργάνωσης γυναικών.
Ο Ζοζέ ντα Σίλβα, ένας Γάλλος με καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήριο την έπεισε να μεταβεί στο Παρίσι, όπου ηχογράφησε το άλμπουμ La Diva Aux Pieds Nus (Η Ξυπόλυτη Ντίβα) το 1988.
Το τραγούδι "Sodade" ήταν η πρώτη της διεθνής επιτυχία και η πρώτη της επιτυχία στη Γαλλία.

Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε πως θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν "σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης".
Η Evora είχε υποβληθεί το 2010 σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς, στο Παρίσι, έπειτα από σοβαρά προβλήματα που παρουσίασε στην στεφανιαία αορτή.
Tο πρωί της Παρασκευής αισθάνθηκε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο.

Σύμφωνα με τους γιατρούς είχε πάθει πνευμονικό οίδημα και σήμερα το πρωί άφησε την τελευταία της πνοή.

Πηγή:http://rhythmichorizons।blogspot.com/

Η γοργόνα, W.B.Yeats


Μια γοργόνα βρήκε κάποτε ένα νιο
να κολυμπά, τον ήθελε δικό της
και κόλλησε το σώμα της στο δικό του σώμα,
και γέλασε και βούτηξε βαθιά
και ξέχασε η άσκεφτη χαρά της
πως πνίγονται κι οι εραστές ακόμα.

Μετάφραση : Μαρία Σιδηροπούλου

Loreena McKennitt / ποίηση W.B. Yeats - The Two Trees



Ποίηση: William Butler Yeats
Μουσική: Loreena McKennitt.

The Two Trees

Beloved, gaze in thine own heart
The holy tree is growing there;
From joy the holy branches start
And all the trembling flowers they bear.
The changing colours of its fruit
Have dowered the stars with merry light;
The surety of its hidden root
Has planted quiet in the night;
The shaking of its leafy head
Has given the waves their melody.
And made my lips and music wed,
Murmuring a wizard song for thee,
There the Loves a circle go,
The flaming circle of our days,
Gyring, spiring to and fro
In those great ignorant leafy ways;
Remembering all that shaken hair
And how the winged sandals dart
Thine eyes grow full of tender care;
Beloved, gaze in thine own heart.

Gaze no more in the bitter glass
The demons, with their subtle guile,
Lift up before us when they pass,
Or only gaze a little while;
For there a fatal image grows
That the stormy night receives,
Roots half hidden under snows,
Broken boughs and blackened leaves.
For all things turn to bareness
In the dim glass the demons hold,
The glass of outer weariness,
Made when God slept in times of old.
There, through the broken branches, go
The ravens of unresting thought;
Flying, crying, to and fro,
Cruel claw and hungry throat,
Or else they stand and sniff the wind,
And shake their ragged wings: alas!
Thy tender eyes grow all unkind:
Gaze no more in the bitter glass.
Beloved, gaze in thine own heart,
The holy tree is growing there;
From joy the holy branches start,
And all the trembling flowers they bear.
Remembering all that shaken hair
And how the winged sandals dart,
Thine eyes grow full of tender care;
Beloved, gaze in thine own heart।

Πηγή:http://rhythmichorizons।blogspot.com