Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

31 Δεκ 2011

Πρωτοχρονιά, Γιάννης Τζανής


Άλλο ένα κιτρινισμένο φύλλο σκόρπισε στο άπειρο,
Άλλη μια θαμπή σκιά πέρασε αθόρυβα στο σκοτεινό ημισφαίριο,
Άλλη μια τούφα βαμβάκι στο κεφάλι,
Άλλη μια χούφτα άλατα στις αρτηρίες, στις αρθρώσεις...

Αποβραδίς η τηλεόραση βομβάρδισε τ' αυτιά μας
με λογής-λογής σεισμούς, λιμούς, πολέμους, καταποντισμούς
Και το πρωί η εφημερίδα μάς πυροβόλησε κατάστηθα
Με φόνους, βιασμούς, ληστείες, εκατόμβες της ασφάλτου.

Στο αδειανό καινούριο μου τετράδιο
Κάνω τον απολογισμό τού κόσμου:
Φοβερά τα ελλείμματα, απώλειες τρομερές∙
Απώλειες σε ψυχές, σ' αισθήματα, σε ομορφιά.

Φυλλομετρώ το ημερολόγιο να μετρήσω τα επιτεύγματά μου:
Ακόμα βρίσκομαι στο «παραλίγο»
Κι η κούραση σωρεύεται, οι ευθύνες βαραίνουν, οι τύψεις κοχλάζουν...

Κι όμως
Σήμερα είμαι χαρούμενος,
Πολύ χαρούμενος,
Ευτυχισμένος.
Στο γιορταστικό τραπέζι
Τα μάτια των παιδιών
Κεριά αναμμένα
Φέγγουν τα μελλοντικά μου σχέδια,
Σχέδια ολοκληρωμένα δίχως «παραλίγο».
Το χαμόγελο της καλής μου
Ζεσταίνει τα παγωμένα μάτια μου,
Η θύμησή μου γεμίζει από τη γεύση μιας άλλης ομορφιάς.
Δεν έχει απόψε θέση για τις τύψεις και τους προβληματισμούς.

Αγαπημένοι μου,
Απόψε φορτίσατε την ψυχή μου με το πιο υψηλό ρεύμα της γης,
Κόψτε την καρδιά μου βασιλόπιτα
Τα μάτια μου φανάρια της ελπίδας
Που φωτίζουν τους δρόμους όλης της οικουμένης.
Και μοιράστε τη σ' όσους πεινούν από αγάπη∙
Θαρρώ πως πάλι απόψε θα συντελεστεί το θαύμα:
Με μια καρδιά αγάπη να χορτάσουν «πεντακισχίλιοι»,
Πεντάκις μύριοι, μυριάδες πεντάκις μύριοι...

Ας πέσει το φλουρί σ' εμένα, καλή μου,
Το κέντρο της καρδιάς, το πιο ιερό κομμάτι.
Να το φυλάξεις στης ψυχής το εικόνισμα μπροστά
Μέχρι την τελευταία δόση.

Στα δυο αγγελούδια ας πέσουν οι φτερούγες,
Οι δυνατές φτερούγες τής αγάπης μου,
Για ν' ανεβούν ψηλά-πολύ ψηλά,
Κει που τους θέλει η πατρική μου περηφάνια...

Πρωτοχρονιά απόψε,
Στις Πρωτοχρονιές πρωτοχρονιά!
Κλείνω την πόρτα στις φοβέρες και τις τύψεις.
Οι φλόγες που χοροπηδούν στο τζάκι
Έκαψαν και την τελευταία αμφιταλάντευση.

Αδειάζω το πολύτιμο σεντούκι μου σ' ένα σακούλι
Και βγαίνω Αη - Βασίλης
Να μοιράσω την κατάκοπη
Μοναχική γριούλα γη μας
Ό,τι της λείπει πιο πολύ:
Την ελπίδα, τη στοργή, την Ειρήνη...

Από τη συλλογή Αιθίοπες έσχατοι ανδρών (1985)

Ο ΑΝΕΜΟΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου

Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει

Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.

30 Δεκ 2011

Ρομαίν Ρολάν, Romain Rolland, (29 Ιανουαρίου 1866 – 30 Δεκεμβρίου 1944)


Ο Ρομαίν Ρολάν ήταν Γάλλος συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, δοκιμιογράφος και ιστορικός της τέχνης, γνωστότερος για το πολύτομο μυθιστόρημά του Ζαν Κριστόφ. Ο Ρολάν τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1915.

Ο Ρολάν γεννήθηκε στο Κλαμεσύ (Clamecy) του νομού Νιέβρ της Γαλλίας. Οι γονείς του ήταν συμβολαιογράφοι και οι πρόγονοί του αγρότες όσο και αστοί. Ο ίδιος γράφει στο «Εσωτερικό ταξίδι» του (Voyage intérieur, 1942), ότι θεωρεί τον εαυτό του ως απόγονο και αντιπρόσωπο ενός «αρχαίου είδους».

Ο Ρομαίν έγινε δεκτός στην Εκόλ Νορμάλ το 1886, όπου σπούδασε αρχικώς φιλοσοφία, αλλά η ανεξαρτησία του πνεύματός του τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει αυτές τις σπουδές, ώστε να μη προσχωρήσει στην κυρίαρχη ιδεολογία. Πήρε πτυχίο ιστορίας το 1889 και μετά πέρασε δύο χρόνια στη Ρώμη, όπου η συνάντησή του με τη Μαλβίδα φον Μέυζενμπουγκ – φίλη των Νίτσε και Ρίχαρντ Βάγκνερ – και η ανακάλυψή των ιταλικών αριστουργημάτων ήταν αποφασιστικής σημασίας για την ανάπτυξη της σκέψεώς του. Επιστρέφοντας στη Γαλλία το 1895, πήρε διδακτορικό με τη διατριβή του Ιστορία της όπερας στην Ευρώπη προ των Lully και Scarlatti.

Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1902, όταν ο ίδιος ήταν 36 ετών. Με την επιχειρηματολογία του υπέρ ενός «θεάτρου του λαού» έμελλε να συνεισφέρει σημαντικά προς τον εκδημοκρατισμό του θεάτρου. Ως ανθρωπιστής εξάλλου αγκάλιασε την ινδική φιλοσοφία (Συζητήσεις με τον Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και τον Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι), πράγμα που πιθανώς εξηγεί και το ότι ήταν χορτοφάγος. Ο Ρολάν δέχθηκε ισχυρές επιδράσεις από τη φιλοσοφία Βεντάντα, κυρίως μέσα από τα έργα του Σουάμι Βιβεκανάντα.

Η σημαντικότερη συνεισφορά του Ρομαίν Ρολάν στο θέατρο έγκειται στην υπεράσπιση ενός «λαϊκού θεάτρου» με το δοκίμιό του Το θέατρο του λαού (Le Théâtre du peuple, 1902). «Υπάρχει μόνο μία αναγκαία συνθήκη για την εμφάνιση ενός νέου θεάτρου», έγραψε, «να είναι η σκηνή και η πλατεία του θεάτρου ανοιχτές στις λαϊκές μάζες, να είναι ικανές να χωρέσουν ένα λαό και τις πράξεις ενός λαού». Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε αργότερα, το 1913, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των περιεχομένων του είχε ήδη δημοσιευθεί στηνΕπιθεώρηση δραματικής τέχνης (Revue d'Art Dramatique) ανάμεσα στο 1900 και στο 1903. Ο Ρολάν προσπάθησε να κάνει πράξη τη θεωρία του με τα μελοδράματά του με θέμα τη Γαλλική επανάσταση, τα Δαντών (1900) και Η δέκατη τέταρτη του Ιούλη (1902), αλλά ήταν κυρίως οι ιδέες του που θα αποτελούσαν ένα μείζον σημείο αναφοράς για τους μελλοντικούς θεατράνθρωπους

Το δοκίμιο αποτελεί μέρος ενός γενικότερου κινήματος της εποχής για τον εκδημοκρατισμό του θεάτρου. Η Επιθεώρησηείχε προκηρύξει ένα διαγωνισμό και προσπάθησε να οργανώσει ένα «Παγκόσμιο Συνέδριο για το Θέατρο του Λαού», ενώ ένας αριθμός από «Θέατρα του Λαού» είχαν ήδη ανοίξει σε όλη την Ευρώπη. Υπήρχε το κίνημα Freie Volksbühne («Ελεύθερο Θέατρο του Λαού») στη Γερμανία και το Théâtre du Peuple του Μωρίς Ποτεσέ στη Γαλλία. Ο Ρολάν ήταν μαθητής του Ποτεσέ και αφιέρωσε το δοκίμιό του σε αυτόν.

Ωστόσο, η προσέγγιση του Ρολάν είναι πιο επιθετική από το ποιητικό όραμα του Ποτεσέ για ένα θέατρο ως υποκατάστατο μιας «κοινωνικής θρησκείας» που θα φέρνει ενότητα στο έθνος. Ο Ρολάν εγκαλεί τη μπουρζουαζία για πολιτιστικό σφετερισμό του θεάτρου, που προκαλεί την ολίσθησή του στην παρακμή με τα επιβλαβή αποτελέσματα της ιδεολογικής της κυριαρχίας. Προτείνοντας ένα κατάλληλο ρεπερτόριο για το λαϊκό του θέατρο, ο Ρολάν απορρίπτει το κλασικό δράμα πιστεύοντας ότι είναι υπερβολικά δύσκολο ή στατικό για να έχει ενδιαφέρον για τις μάζες. Αντλώντας από τις ιδέες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, προτείνει στη θέση του «ένα επικό ιστορικό θέατρο με χαρά, δύναμη και ευφυία, που θα υπενθυμίζει στο λαό την επαναστατική του κληρονομιά και θα ξαναζωντανεύει τις δυνάμεις που εργάζονται για μια νέα κοινωνία». Ο Ρολάν πίστευε ότι ο λαός θα βελτιωνόταν βλέποντας ηρωικές εικόνες από το παρελθόν του. Η επιρροή του Ρουσσώ μπορεί να ανιχνευθεί στη σύλληψη του Ρολάν για το θέατρο ως γιορτή, μία προτίμηση που αποκαλύπτει κατά τους Μπράντμπυ και Μακκόρμικ μια θεμελιώδη αντιθεατρική προκατάληψη: ότι «το θέατρο προϋποθέτει ζωές φτωχές και ταραγμένες, ένα λαό που ψάχνει στα όνειρα ένα καταφύγιο. Αν ήμασταν πιο ευτυχισμένοι και πιο ελεύθεροι, δεν θα έπρεπε να αισθανόμαστε πεινασμένοι για θέατρο. [...] Λαός που είναι χαρούμενος και ελεύθερος χρειάζεται γιορτές περισσότερο από θέατρα.».

Τα δράματα του Ρολάν έχουν παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία κάποιων από τους σημαντικότερους θεατρικούς σκηνοθέτες του εικοστού αιώνα, όπως είναι οι Μαξ Ράινχαρντ και Έρβιν Πισκάτορ. Ο Πισκάτορ σκηνοθέτησε την παγκόσμια πρεμιέρα του ειρηνιστικού δράματος του Ρολάν Θα έρθει η ώρα(Le Temps viendra, 1903) στο Κεντρικό Θέατρο του Βερολίνου, με πρώτη παράσταση στις 17 Νοέμβρη 1922, με μουσική του K. Pringsheim και σκηνικά των O. Schmalhausen και M. Meier. Το έργο αυτό έχει ως θέματα τη σχέση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και στον καπιταλισμό, τη μεταχείρηση των πολιτών του εχθρού και τη χρήση στρατοπέδων συγκεντρώσεως, όλα δραματοποιημένα μέσα σε ένα επεισόδιο από τον Πόλεμο των Μπόερς. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιέγραψε το ανέβασμά του ως «επιμελώς νατουραλιστικό», και όχημα για την «επίτευξη του μέγιστου ρεαλισμού στην ηθοποιία και τα σκηνικά». Παρά το ρητορικό στιλ του έργου, η παραγωγή απέσπασε θετικές κριτικές.

Το γνωστότερο το μυθιστόρημά του Ρολάν είναι το δεκάτομο μυθιστόρημα-ποταμός (roman-fleuve)Ζαν Κριστόφ (Jean-Christophe, 1903–1912), το οποίο «συγκεντρώνει όλα τα ενδιαφέροντα και τα ιδανικά του στην ιστορία ενός Γερμανού-μουσικής ιδιοφυίας που κάνει τη Γαλλία δεύτερη πατρίδα του και γίνεται ένα όχημα για τις απόψεις του Ρολάν πάνω στη μουσική, τα κοινωνικά ζητήματα και την κατανόηση μεταξύ των εθνών». Τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του Ρολάν είναι τα Colas Breugnon(1919), Clérambault (1920), Pierre et luce (1920) και το δεύτερο μυθιστόρημα-ποταμός του, το επτάτομο Lme enchantée (Η μαγεμένη ψυχή, 1922–1933).

Ο Ρολάν έγινε καθηγητής της ιστορίας στο «Λύκειο Ερρίκος Δ'», μετά στο «Λύκειο Λουδοβίκος ο Μέγας» και μέλος της Γαλλικής Σχολής της Ρώμης, και τέλος, ως πανεπιστημιακός, καθηγητής της Ιστορίας της Μουσικής στη Σορβόννη και της Ιστορίας στην Εκόλ Νορμάλ.

Ως νέος καθηγητής ήταν απαιτητικός αλλά συνεσταλμένος και δεν του άρεσε η διδασκαλία. Δεν αδιαφορούσε για τα νιάτα: οι Ζαν Κριστόφ, Ολιβιέ και οι φίλοι τους, οι ήρωες των μυθιστορημάτων του, είναι νεαροί. Αλλά με τους ανθρώπους στην πραγματική ζωή, νεαρούς και ώριμους, ο Ρολάν διατηρούσε μόνο απόμακρες σχέσεις. Πρώτα και κύρια ήταν ένας συγγραφέας. Μόλις διαπίστωσε πως η συγγραφή θα του εξασφάλιζε ένα έστω και μέτριο εισόδημα, παραιτήθηκε από το πανεπιστήμιο, το 1912.

Ο Ρολάν ήταν σε όλη του τη ζωή ένας ειρηνιστής. Διαμαρτυρήθηκε ενάντια στονΑ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο έργο του Au-dessus de la Mêlée (Πάνω από τη μάχη, 1915). Το 1924, το βιβλίο του για τον Μαχάτμα Γκάντι συνεισέφερε στη φήμη του Ινδού ηγέτη της «μη-βίας» και οι δυο τους συναντήθηκαν το 1931.

Ο Ρολάν μετακόμισε στο Βιλνέβ, στις ακτές της Λίμνης της Γενεύης, για να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Η καθημερινή ζωή του διακοπτόταν μόνο από προβλήματα υγείας και από ταξίδια σε εκθέσεις τέχνης. Το ταξίδι του στη Μόσχατο 1935, μετά από πρόσκληση του Μαξίμ Γκόρκι, υπήρξε μία ευκαιρια για να συναντηθεί με τον Στάλιν. Ο Ρολάν έπαιξε ανεπίσημα τον ρόλο του πρεσβευτή των Γάλλων καλλιτεχνών στη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, ως ειρηνιστής, δεν αισθανόταν άνετα με την κτηνώδη καταπίεση των αντιπολιτευόμενων από τον Στάλιν. Επεχείρησε να συζητήσει τις ανησυχίες του αυτές με τον Στάλιν, συμμετείχε στην εκστρατεία για την απελευθέρωση του αριστερού ακτιβιστή και συγγραφέα Victor Serge και έγραψε στον Στάλιν ζητώντας έλεος για τον Νικολάι Μπουχάριν. Κατά τη φυλάκιση του Σερζ (1933–1936), ο Ρολάν είχε συμφωνήσει να επιβλέπει τις εκδόσεις των κειμένων του στη Γαλλία, παρά την πολιτική του διαφωνία με αυτά.

Το 1937 ο Ρολάν επέστρεψε στη Γαλλία και έζησε στο Βεζελέ. Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής απεμόνωσε τον εαυτό του ζώντας χωρίς καμιά επαφή με τον έξω κόσμο.

Το 1940 ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του και τη μουσική του έρευνα πάνω στη ζωή του Μπετόβεν. Λίγο πριν τον θάνατό του έγραψε το Péguy (1944), στο οποίο εξετάζει τη θρησκεία και τον σοσιαλισμό μέσα από τις αναμνήσεις του. Πέθανε στο Βεζελέ το 1944.

Το 1921 ο Αυστριακός συγγραφέας και φίλος του Ρολάν Στέφαν Τσβάιχ έγραψε τη βιογραφία του Ρολάν με τον τίτλο Ο άνδρας και τα έργα του. Ο Τσβάιχ θαύμαζε βαθιά τον Ρολάν, τον οποίο χαρακτήρισε κάποτε ως «την ηθική συνείδηση της Ευρώπης» κατά τα έτη των πολέμων και της αναταραχής στην ήπειρο.

Το 1928, μαζί με τον Ούγγρο διανοούμενο, φιλόσοφο και οπαδό και πειραματιστή της φυσικής ζωής Έντμουντ Σέκελυ, ο Ρολάν ίδρυσε τη «Διεθνή Βιογενική Εταιρεία» για την προαγωγή και την εξέλιξη των ιδεών τους σχετικά με την αλληλοολοκλήρωση του νου, του σώματος και του πνεύματος.

Ο Έρμαν Έσσε αφιέρωσε το μυθιστόρημά του Σιντάρτα στον Ρομαίν Ρολάν, τον «αγαπητό μου φίλο».

Το 1923 άρχισε μια αλληλογραφία του Ρολάν με τον πατέρα της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ, στην οποία διακρίνεται ο αμοιβαίος θαυμασμός του ενός για τον άλλο (ο Φρόιντ γράφει σε ένα γράμμα προς τον Ρολάν: «Το ότι μου επιτράπηκε να ανταλλάξω χαιρετισμούς με εσάς θα παραμείνει μια ευχάριστη ανάμνηση ως το τέλος της ζωής μου»). Μέσα από αυτή την αλληλογραφία ο Φρόιντ γνώρισε την έννοια του «ωκεανικού αισθήματος» που είχε αναπτύξει ο Ρολάν μέσα από τη μελέτη του ανατολικού μυστικισμού. Ο Φρόιντ άρχισε το επόμενο βιβλίο του, το Ο πολιτισμός και οι δυσαρεστημένοι του (1929) με μια συζήτηση γύρω από τη φύση αυτού του αισθήματος, το οποίο αναφέρει πως είχε σημειώσει από έναν ανώνυμο «φίλο». Αυτός ο φίλος ήταν ο Ρολάν, ο οποίος παρέμεινε μία σημαντική επίδραση πάνω στο έργο του πατέρα της ψυχανάλυσης, συνεχίζοντας την αλληλογραφία μαζί του μέχρι τον θάνατο του Φρόιντ το 1939.

Πηγή: Βικιπαίδεια

Το ατύχημα του Άι-Βασίλη, Αναστασία Ευσταθίου, Εκδόσεις Λιβάνη



Την προτελευταία νύχτα του χρόνου ο Αϊ-Βασίλης μοιράζει τα δώρα στα παιδιά του πλανήτη με την τουρμπινομηχανή του, που είχε δύναμη δέκα ταράνδων. Η μηχανή όμως πέφτει στην καπνοδόχο του σπιτιού του μικρού Χρίστου και ο χοντρούλης άγιος βρίσκεται μέσα στο τζάκι τραυματισμένος σοβαρά. Τώρα, ποιος θα αναλάβει να μοιράσει τα δώρα στα παιδιά που περιμένουν; Και πού θα βρεθούν τόσα δώρα;
Οι μεγάλες αποφάσεις θα παρθούν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, εκεί όπου δρα ο Κάλι Καλ, ο καλλιτέχνης καλικάντζαρος του Δωδεκαημέρου.
Το αγγελάκι με το μαγικό του ραβδάκι θα δώσει εντολή στο ΚΟΥΜΕΛΟΣΟΚΟΛΑΤόχημα, και μια μεγάλη περιπέτεια θα αρχίσει παραμονές της Πρωτοχρονιάς με τον παράξενο γλυκό «ταχυδρόμο» του τραυματία άγιου.
Ο Κάλι Καλ σάς προσκαλεί να ταξιδέψετε μαζί του στις γωνιές του πλανήτη και όχι μόνο... Φορέστε το γιορτινό σας χαμόγελο και βουρ, απογειωθείτε μαζί του!

29 Δεκ 2011

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ, ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ




Στίχοι: Θωμάς Μπακαλάκος
Μουσική: Θωμάς Μπακαλάκος
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου

Γεια και χαρά σας
Αγάπες μου, γεια χαρά σας
Ας ήταν όνειρο που είμαι μακριά σας
Η μοναξιά την καρδιά μου λιώνει
Τη ματώνει, τη ματώνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη
Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ

Είχε μια γλύκα ο φετινός χειμώνας
Έβγαλε ανθάκια ακόμα κι ο στρατώνας
Χθες βγήκα και πήγα στο Βαγγέλη
Χαιρετίσματα σου στέλνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη
Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ

Γράψε μου, θέλω να μάθω το πώς περνάτε
Και η Αννούλα μας αν με θυμάται
Γιατί η γαρδένια μου στο μπαλκόνι
Μαραζώνει, μαραζώνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη
Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ

Ημερολόγιο 2012 από το 2ο Δημοτικό Σχολείο Ακράτας

Μια εξαιρετική δουλειά από τους δασκάλους και τους μαθητές του 2ου Δημοτικού Σχολείου Ακράτας .

Όπως αναφέρει και στον πρόλογό της η διευθύντρια του σχολείου Αναστασία Ευσταθίου "με την έκδοση αυτού του ημερολογίου θέλουμε να ξυπνήσουμε μνήμες, να θυμηθούμε, να ψαχουλέψουμε τη σάκα των παππούδων και των γιαγιάδων μας, που ήσαν οι πρώτοι μαθητές του δημοτικού σχολείου Κραθίου στο ισόγειο της οικίας Χαρώνη, τότε στα 1927. Να κάτσουμε μαζί τους στα ίδια θρανία και να ονειρευτούμε την οικοδόμηση του πρώτου τους σχολείου με τη μία και μόνη ψηλοτάβανη αίθουσα στην Παραλία Ακράτας.

 Να δούμε ύστερα σαν ταινία την εξέλιξή του στο διάβα του χρόνου…


Δουλέψαμε ομαδικά και συνεργατικά όπως πάντα. Επιλέξαμε φωτογραφίες που αναδεικνύουν όχι μόνο την κτιριακή εξέλιξη του διδακτηρίου, αφού το σχολείο δεν είναι μόνο ένα άψυχο παραδοσιακό ή σύγχρονο κτίριο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός. Φωτογραφίες των εμπλεκόμενων στη μάθηση που παρουσιάζουν ενδεικτικά μόνο δράσεις, εκδηλώσεις, γιορτές,καινοτόμα προγράμματα, δημιουργικές στιγμές από τη σχολική μας ζωή αλλά και από τη συνεργασία μας με φορείς και την τοπική κοινωνία. Το φωτογραφικό υλικό έγινε η αφετηρία για νέα γνωστικά ταξίδια μέσα στην τάξη.

Οι μαθητές με τη βοήθεια των δασκάλων τους αναζήτησαν πληροφορίες, πήραν συνεντεύξεις, έγιναν ερευνητές, σχολίασαν, έγραψαν λεζάντες, ποιήματα και κείμενα ώστε κάθε σελίδα του ημερολογίου να μπορεί να πει μια ιστορία. Την ιστορία του 2ου δημοτικού σχολείου Ακράτας, όπως τη βιώνουν οι σημερινοί του «κάτοικοι».

  Στη δημιουργία του συμμετείχαν ενεργά οι εκπαιδευτικοί: Πάνος Βασιλόπουλος, Αγγελική Κατούφα, Χαρά Οικονόμου, Μαρία Αγγελακοπούλου, ΑφροδίτηΚωστή, Μαρία Τόλλου, Κώστας Αλέφαντος, Άννα-Μαρία Παπασταθοπούλου, Γεωργία Γκούμα και Λένια Κοντολάτη.


Ιστοσελίδα σχολείου: http://2dim-akrat.ach.sch.gr/

28 Δεκ 2011

Χριστουγεννιάτικο Δέντρο και στολισμός Καραβιού!


Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι το πιο διαδεδομένο έθιμο σε όλο τον κόσμο και ο στολισμός του ταυτίζεται με το πνεύμα των ημερών. Από την αρχαιότητα υπήρχε σε όλες τις θρησκείες η παράδοση να στολίζονται δέντρα ή κομμάτια δέντρων.


Η λατρεία των δέντρων

Οι πρόγονοι του Χριστουγεννιάτικου δέντρου μπορούν να αναζητηθούν στα ειδωλολατρικά έθιμα της λατρείας των δέντρων. Οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν το δέντρο στις τελετές τους ως σύμβολο αναγέννησης που σηματοδοτούσε το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης και της αναγέννησης της μητέρας Φύσης. Στην Αγγλία, όπως και στην Γαλλία, οι Δρυίδες στόλιζαν βελανιδιές με φρούτα και κεριά προς τιμήν των Θεών τους. Οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι και οι Εβραίοι έφτιαχναν γιρλάντες και στεφάνια από αειθαλή δέντρα ως σύμβολα της αιώνιας ζωής.
  Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες παραδόσεις είναι ένα μίγμα της λατρείας του Σατούρνο και άλλων δοξασιών που αναμείχθηκαν με τις χριστιανικές. Υπάρχουν μαρτυρίες από το 336 μ.Χ ότι στις 25 Δεκεμβρίου στην Ρώμη γιορτάζονταν τα Σατουρνάλια προς τιμήν του θεού Σατούρνο και οι ρωμαίοι στόλιζαν διάφορα δέντρα με στολίδια όπως καρύδια ή άλλα φαγώσιμα. Οι ερευνητές πιστεύουν πως τα Σατουρνάλια είναι ο πρόδρομος των Χριστουγέννων. Τον 4ο μ.Χ αιώνα καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα της γέννησης του Χριστού.


Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ως σύμβολο

Ο Άγγλος ιερομόναχος Άγιος Βονιφάτιος ήταν αυτός που καθιέρωσε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ως σύμβολο τον 8ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με την  παράδοση για να εξαλείψει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.
Η παράδοση θέλει το ιδρυτή του Προτεσταντισμού Μαρτίνο Λούθηρο να είναι αυτός ο οποίος καθιέρωσε το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ενώ το 1882 στην Νέα Υόρκη στολίστηκε το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο από ένα συνάδελφο του Τόμας Έντισον.



Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ελλάδα

  Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δέντρου το έφεραν στην χώρα μας οι Βαυαροί και στην Ελλάδα για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα Ανάκτορα του Όθωνα το 1833.
  Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ελλάδα ήταν το παραδοσιακό Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης ή Σκαρκάνζαλος κυρίως στα χωριά της Βορείου Ελλάδος. Κάθε Χριστούγεννα έβαζαν ένα μεγάλο κούτσουρο από άγρια κερασιά, πεύκο ή ελιά στο τζάκι όπου θα έκαιγε για όλο το 12ήμερο των γιορτών από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα. Σύμφωνα με την παράδοση φέρνει καλοτυχία και κυρίως προστατεύει το σπίτι από τους καλικάντζαρους που μπαίνουν από τις καμινάδες και κλέβουν ή κάνουν ζημιές στο νοικοκυριό.

Αναμφίβολα  το Χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι από τα πιο όμορφα έθιμα και κάθε χρόνο μικρά ή μεγάλα, φυσικά ή τεχνητά στολίζουν μια γωνιά του σπιτιού μας και δίνουν χαρά σε μικρούς αλλά και σε μεγάλους.

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου Καραβιού

Το καράβι συμβολίζει την καινούργια πλεύση του ανθρώπου στη ζωή, μετά τη γέννηση του Χριστού. Έθιμο που υποχώρησε με το χρόνο, μπροστά σε αυτό του δέντρου, αλλά κανένας δεν δείχνει να το έχει ξεχάσει.
Το ελληνικό παραδοσιακό καραβάκι αποτελεί παράδοση των παλαιών εποχών της χώρας μας, που τα παιδιά με αγάπη, χαρά και δημιουργικό νου κατασκεύαζαν τα παιχνίδια τους. Αποτελούσε, όμως, και ένα είδος τιμής και καλωσορίσματος στους ναυτικούς, που επέστρεφαν από τα ταξίδια τους.
Πριν από 50 χρόνια, δηλαδή έως και την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, συναντούσαμε το καραβάκι σε πολλά ελληνικά σπίτια και στα χέρια των παιδιών που έλεγαν τα κάλαντα. Σήμερα, η παράδοση αυτή τείνει να εξαφανιστεί, μιας και έχει αντικατασταθεί από το ξενόφερτο έλατο.

Συνυφασμένο με αποχωρισμούς και δυσάρεστες αναμνήσεις, αλλά και ως τάμα των ναυτικών σε στιγμές κινδύνου στη θάλασσα, το καράβι δεν θα μπορούσε να συμβολίσει οικογενειακές συνεστιάσεις θαλπωρής, με παρόντα όλα τα μέλη, ή να τονώσει το οικογενειακό αίσθημα. Για το λόγο αυτό, το καράβι σπάνια αποτέλεσε στοιχείο διακόσμησης των ελληνικών σπιτιών τα Χριστούγεννα.»
Εντούτοις, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συζητήθηκε έντονα στη χώρα μας το ζήτημα κατάργησης του χριστουγεννιάτικου δέντρου και αντικατάστασής του από το καράβι. Σε ορισμένες περιοχές (κυρίως στα νησιά) εξακολουθούν να στολίζουν «καραβάκια», ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται μια αξιέπαινη προσπάθεια ορισμένων Δήμων της χώρας, να επαναφέρουν το έθιμο στην αρχική του μορφή, στολίζοντας στις πλατείες τους καραβάκια αντί για έλατα.

Πηγή: http://fhmeslenepanteion.blogspot.com

Κάλαντα, Θ. Παπακωνσταντίνου, Μ. Φριντζήλα




Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Πρώτη εκτέλεση: Κωσταντής Παπακωνσταντίνου & Αριστοτέλης Παπακωνσταντίνου ( Ντουέτο )
 Άλλες ερμηνείες: Μάρθα Φριντζήλα

« Κυρά έχεις όμορφο μικρό στο μόσχο αναθρεμμένο. 
Το λούζουν, το στολίζουνε στο δάσκαλο το στέλνεις. 
Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα, 
το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσχο. 
Παιδί μου πού ειν' τα γράμματα, παιδί μου πού ειν' ο νους σου; 
Τα γράμματά μου στο χαρτί κι νους μου πέρα δέρνει, 
πέρα στις νιες τις όμορφες, πέρα στις μαυρομάτες 
που 'χουν τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνι ».

27 Δεκ 2011

Πέθανε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης

Χθες το απόγευμα από καρδιακή προσβολή.

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 70  ο Αργύρης Χιόνης πέθανε χθες το απόγευμα από καρδιακή προσβολή.




(το ποίημα "Ωραίο Καλοκαίρι" του Αργύρη Χιόνη από το CD "Στους Ελαιώνες της Αγάπης")

Είχε γεννηθεί το 1943 στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Άρχισε να εργάζεται σε πολύ μικρή ηλικία και άλλαξε αρκετά επαγγέλματα. Σε ηλικία 28 ετών γράφεται στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και σπουδάζει ιταλική φιλολογία. Επί είκοσι έτη (1967-1977 και 1982-1992), έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Κατά τη δεκαετία 1982-1992, εργάστηκε, ως μεταφραστής, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1992, παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και ζούσε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολιόταν με την ποίηση και τη γεωργία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο βιογραφικό που συνόδευε τα βιβλία του.

Είχε πρωτοεμφανιστεί λογοτεχνικά το 1966 με την ποιητική συλλογή "Απόπειρες φωτός". Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: "Σχήματα απουσίας" ("Αρίων", 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), "Μεταμορφώσεις" ("Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή "Τύποι ήλων"), "Τύποι ήλων" ("Εγνατία-Τραμ", 1978), "Λεκτικά τοπία" ("Καστανιώτης", 1983), "Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη" ("Υάκινθος", 1986), "Εσωτικά τοπία" ("Νεφέλη", 1991, 1η ανατύπωση: 1999), "Ο ακίνητος δρομέας" ("Νεφέλη", 1996, 1η ανατύπωση: 2000), "Ιδεογράμματα" ("Τα τραμάκια", 1997), "Τότε που η σιωπή τραγούδησε" ("Νεφέλη", 2000), "Στο υπόγειο" ("Νεφέλη", 2004), "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει" (Γαβριηλίδης, 2010).

Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως "Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα" ("Αιγόκερως", 1981), "Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς" ("Πατάκης", 1995), "Τρία μαγικά παραμύθια" ("Πατάκης", 1998), "Όντα και μη όντα" ("Γαβριηλίδης", 2006) και "Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες" ("Κίχλη", 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ' ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου). Έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας ("Ποιήματα", 1981), Ράσελ Έντσον ("Όταν το ταβάνι κλαίει", 1986), Τζέιν Όστεν ("Περηφάνια και προκατάληψη", 1997), Ρομπέρτο Γιάρος ("Κατακόρυφη ποίηση", 1997) και Ανρί Μισώ ("Με το αγκίστρι στην καρδιά: μια επιλογή από το έργο του", 2003).

Η ποιησή του χαρακτηρίζεται από αυτοβιογραφικά στοιχεία, με έντονο το στοιχείο της παραδοξότητας και του σαρκασμού σε συνεχή συνομιλία όμως με μια υπαινικτική εσωτερικότητα η οποία υποβάλλει και ενισχύει ναι μεν τη πίστη στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξης από τη μια αλλά και τη κατάφαση στη ζωή απ΄την άλλη.

 bonustrack 1

Το 2009 με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» από τις εκδόσεις Κίχλη είχε γράψει στη lifo το παρακάτω κομμάτι:

Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

φωτό Kωνσταντίνος Κουκόπουλος

O ποιητής και πεζογράφος Αργύρης Χιόνης γράφει για το έναυσμα που τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδόσεις Κίχλη) και για τη βαθιά ανάγκη του για παρηγοριά.

Η περιπέτειά μου στο χώρο των Γραμμάτων άρχισε με την ποίηση, όταν ήμουν δεκατριών ετών. Πρωτοδημοσίευσα ποιήματά μου στα εικοσιένα μου, στα περιοδικά «Δωδέκατη ώρα» και «Νέα Εστία». Από το 1966 έως το 2006 εξέδωσα δώδεκα ποιητικά βιβλία. Η πρώτη πεζογραφική απόπειρά μου έγινε το 1983, με το βιβλίο Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (εκδ. Αιγόκερως). Επρόκειτο για κείμενα που, επειδή αδυνατούσα να τα πυκνώσω, ώστε να γίνουν ποιήματα, τα ανέπτυξα περαιτέρω και γίνανε μικρά πεζογραφήματα. Η πρώτη σοβαρή πεζογραφική μου απόπεια έγινε το 2006 με το Όντα και μη Όντα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», 2007), που το διαδέχτηκε την επόμενη χρονιά το Περί αγγέλων και δαιμόνων από τις ίδιες εκδόσεις.

Είχε πλέον για τα καλά εγκατασταθεί μέσα μου ο δαίμων της πεζογραφίας. Έτσι, το 2008 ακολούθησε το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Βέβαια, όταν μιλάμε για πεζογραφία, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι πρόκειται για πεζά κείμενα γραμμένα από ποιητή. Ο λόγος πρέπει, συνεπώς, να ρέει απρόσκοπτα, μουσικά, οι συλλαβές των προτάσεων να είναι ζυγισμένες και μετρημένες με ακρίβεια, ενίοτε μάλιστα (χάριν παιδιάς ή ειρωνείας) να υπάρχουν μέτρο και εσωτερικές ομοιοκαταληξίες. Η χρήση επίσης συνηχήσεων, παρηχήσεων, ομόηχων λέξεων και επαναλήψεων είναι απαραίτητη. Όσο για τη μεταφορά, αυτή πρέπει κυριολεκτικά να πρωταγωνιστεί.

Το Οριζόντιο ύψος συμπληρώνει το τρίπτυχο που ξεκίνησε με τα δύο προηγούμενα βιβλία. Και οι τρεις αυτές συλλογές αφηγημάτων, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο μου, συνέχονται από μια κοινή, κεντρική ραχοκοκκαλιά, την υπαρξιακή αγωνία, και βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τον θάνατο, όπως θα ήθελε και ο Octavio Paz. Επειδή ωστόσο είχε πολύ βαρυνθεί η ψυχή μου, αποφάσισα ότι χρειαζόμουν μιαν αναψυχή. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον παλιμπαιδισμό της ηλικίας (κοντεύω να κλείσω τα εξήντα έξι), αλλά, ξαφνικά, ένιωσα τη βαθύτατη ανάγκη για παραμυθία, για παρηγοριά. Εκεί επάνω ξανάρθανε στη σκέψη μου οι στίχοι του Σεφέρη (Τελευταίος σταθμός, στ. 83-86, από τη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’):

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει̇

Αυτοί οι στίχοι ήταν το έναυσμα για τη γραφή του Οριζόντιου ύψους, όπου η αμίλητη φρίκη αντιμετωπίζεται με τα μόνα αποτελεσματικά όπλα που διαθέτει ο άνθρωπος: το όνειρο και το χιούμορ. Για τη συνέχεια, ωστόσο, χρειαζόμουν έναν μπούσουλα, κι αυτόν μου τον έδωσε ένας γέροντας στην ακροποταμιά, εδώ, λίγο πιο πέρα από το σπίτι μου, που τον άκουσα ένα απόβραδο να μουρμουρίζει, σαν προσευχή (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, στ. 16, ό.π.):

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Εκείνου του δόθηκε· ελπίζω να δόθηκε και σε μένα.


bonustrack 2

Συνέντευξη τον Φεβρουάριο του 2010 στην Ελευθεροτυπία

Όσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα

Από την Κατερίνα Αγγελιδάκη

Ζει εδώ και χρόνια σε υψόμετρο 680 μέτρων, στο πέταλο ενός βουνού της ορεινής Κορινθίας. Τον χειμώνα αποκλείεται απ' τα χιόνια, το καλοκαίρι φυτεύει λαχανόκηπους και οπωροφόρα. Είναι μονήρης από επιλογή, εραστής της φύσης και εχθρός της τεχνολογίας. Επίσης είναι πυροπαθής, ολιγαρκής και για τους κατοίκους της περιοχής του, ο γείτονας ποιητής.
Ο κ. Αργύρης Χιόνης γράφει και διαβάζει κάθε μέρα αγναντεύοντας τη μητέρα Φύση μέσα από τα μεγάλα παράθυρα του σπιτιού του, αλλά κι εκδίδει τα βιβλία του, τα δύο τελευταία από τον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο Κίχλη, με μεγάλη επιτυχία. Το 2009 τιμήθηκε, εξ ημισείας, με το Κρατικό Βραβείο διηγήματος.

Είστε ποιητής με μακρά παρουσία, από το 1966 μέχρι σήμερα έχετε εκδώσει 11 ποιητικές συλλογές, με μερικά διάσπαρτα πεζά κείμενα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, εκδώσατε τρία βιβλία με αφηγήματα: «Οντα και μη όντα», Γαβριηλίδης 2006 (Βραβείο περιοδικού «Διαβάζω»), «Περί αγγέλων και δαιμόνων», Γαβριηλίδης 2007, «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», Κίχλη 2008. Ήρθατε για να μείνετε στην πεζογραφία, με δεδομένη και την πολύ καλή απήχηση που είχαν τα βιβλία σας στον κόσμο;
Φυσικά και ήρθα στην πεζογραφία για να μείνω, όχι όμως λόγω της απήχησης που είχαν τα πεζά μου στον κόσμο, αλλά επειδή μου το υπαγορεύει η μέσα μου φωνή. Η ίδια αυτή φωνή μού απαγορεύει να εγκαταλείψω την ποίηση, η οποία άλλωστε συνιστά τη βάση, τα θεμέλια των πεζών κειμένων μου.

Στην εισαγωγή του τελευταίου σας βιβλίου, «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδόσεις Κίχλη), μιλάτε για τη γιαγιά σας με τα πρασινόλευκα μαλλιά, με το πρόσωπο σαν πέτρα διαβρωμένη απ' τη βροχή και το αυθαίρετο σπιτάκι της χτισμένο με μπετόν, πέτρες, τούβλα, λαμαρίνες, ξύλα. Μοιάζει η γραφή σας με τα παράταιρα υλικά μιας θαμμένης στον χρόνο λαϊκής αυλής των θαυμάτων;
«Τόσο τα ποιήματά μου όσο και τα πεζά μου είναι όντως χτισμένα με τα πιο παράταιρα δομικά υλικά. Ωστόσο, πιστεύω ή, αν θέλετε, ελπίζω ότι το τελικό αποτέλεσμα, το έργο, τα έχει τόσο καλά εντάξει, ενσωματώσει στην πρόθεσή του, στον στόχο του, ώστε αυτά να μην είναι πλέον διακριτά. Είμαι της άποψης ότι στην ποίηση, αλλά και σε όλα τα άλλα λογοτεχνικά είδη, δεν πρέπει να είναι ανιχνεύσιμα τα δομικά υλικά. Το ίδιο αόρατος πρέπει να είναι και ο καταβληθείς μόχθος. Θέλω να πω, το κείμενο, που έχει υποστεί πλήθος επεξεργασιών και έχει κοστίσει στον δημιουργό του πολλές νύχτες αγρύπνιας, όταν φτάνει με την τυπωμένη μορφή του στα χέρια του αναγνώστη, πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ξεπήδησε και ρέει τόσο φυσικά και αυθόρμητα όπως το νερό της πηγής. Πρόκειται, σας διαβεβαιώ, για μια πολύ επίπονη διαδικασία, αλλά μόνον έτσι επιτυγχάνεται η συγκίνηση, η απρόσκοπτη επικοινωνία με τον αναγνώστη».

Διαλέξατε στο «Οριζόντιο ύψος» τη μαγεία των παραμυθιών της λαϊκής παράδοσης, που δίνουν μιλιά στα δένδρα και αισθήματα στα τρεχούμενα νερά, μόνο για να μπορέσετε να μιλήσετε για την υπαρξιακή σας αγωνία μέσω της αλληγορίας, του υπερφυσικού και της ουτοπίας ή μήπως υπάρχει μέσα σας μια βαθύτερη σύνδεση με τη Φύση, μια εσωτερική πυξίδα από νερό και χώμα, που σας συνδέει με το παρελθόν και σας βοηθάει να βαδίσετε στο μέλλον;
Εύστοχη πολύ η διττή αυτή ερώτησή σας, αλλά δεν βρίσκω να υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα στα δύο σκέλη της. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι συμβαίνουν αμφότερα.

Τι ακριβώς εννοείτε όταν λέτε ότι γράφετε «στα χώματα»;
Αυτό που εννοώ είναι ότι κεντώ τα κείμενά μου, σαν τατουάζ, πάνω στο δέρμα της μάνας μου, της γης. Με άλλα λόγια, είμαι χοϊκός και όχι αιθεροβάμων ποιητής. Ως τέτοιος, λοιπόν, πιστεύω στην αθανασία της ύλης, δηλαδή στην αέναη ανακύκλωση των υλικών. Οσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα. Οταν με καταπιούν τα χώματα και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής.

Έχετε γράψει ότι ο ποιητής είναι προφήτης, κάποιος που βλέπει στο βάθος των πραγμάτων, ακόμα κι αν είναι βουβός και δεν μπορεί να πει αυτό που βλέπει. Σε τι συνίσταται τελικά η ποιητική ιδιότητα;
Αναφέρεστε μάλλον στην ατάκα από το θεατρικό έργο μου Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες (εκδόσεις Κίχλη), όπου ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές λέει στον άλλο: «Στο βάθος είσαι ένας ποιητής. [...] Ενας προφήτης του προπαρελθόντος! [...] Εχεις μάτι δυνατό, μπορείς και βλέπεις στο βάθος των πραγμάτων. Δεν έχει σημασία αν δεν μπορείς να πεις τι βλέπεις ...όχι! Σημασία έχει ότι βλέπεις. Είσαι ένας βουβός ποιητής, αυτό είσαι!». Η ποιητική λοιπόν ιδιότητα συνίσταται στην αέναη (και βέβαια αενάως αποτυγχάνουσα) προσπάθεια έκφρασης του ανέκφραστου.

Θεωρείτε πάντα την ποίηση βασίλισσα των τεχνών;
Μα, φυσικά! Ακόμη κι αν χάνει διαρκώς υπηκόους, ακόμη κι αν μείνει χωρίς ούτε έναν υπήκοο, αυτή θα είναι πάντα εκεί, μοναδική, υπέρλαμπρη βασίλισσα. Η ποίηση διδάσκει γλώσσα, ήθος, μέτρο, ρυθμό, αρμονία, αυτοσυγκράτηση, λιτότητα· διδάσκει, με άλλα λόγια, ό,τι απουσιάζει απ' όλα αυτά τα ευπώλητα ανοσιουργήματα που λυμαίνονται, εδώ και κάμποσο καιρό, τον χώρο της λογοτεχνίας.

Ως μετανάστης, υπήρξατε άλαλος για πολλά χρόνια, μέχρι να πέσουν τα γλωσσικά τείχη στις χώρες όπου ζήσατε, έχετε πει. Μήπως αυτή ακριβώς η υποχρεωτική σας αποξένωση, λόγω γλώσσας, σας ανάγκασε να χτίσετε τις δικές σας ποιητικές γέφυρες;
Τα χρόνια της αλαλίας μου στο εξωτερικό ήσαν χρόνια στροφής προς τα έσω, χρόνια βαθύτατης ενδοσκόπησης. Οταν γράφεις χωρίς την πιθανότητα να εκδοθείς και επιμένεις εντούτοις να γράφεις, με μοναδικό αναγνώστη και κριτή τον εαυτό σου, συνειδητοποιείς ότι η ποίηση δεν είναι επίδειξη ταλέντου ή δεξιοτήτων αλλά ουσία ζωής. Αργότερα, όταν, όπως λέτε, έπεσαν τα γλωσσικά τείχη στις χώρες όπου ζούσα, ο κόσμος που είχε στηθεί μέσα μου ήταν έτοιμος να επικοινωνήσει με εκείνον που τον περιέβαλλε και να εμπλουτιστεί από αυτόν χωρίς δουλικές μιμήσεις, γιατί ήταν ήδη ένας στέρεος, αυθύπαρκτος κόσμος.

Υπάρχουν παλαιότεροι ομότεχνοί σας που κρίνετε ότι άσκησαν επίδραση στη διαμόρφωση του έργου σας;
Εχω δεχτεί ασυνειδήτως πλήθος επιδράσεων από παλαιότερους αλλά, υποθέτω, και από σύγχρονούς μου ακόμη ομοτέχνους. Αυτό δεν είναι μόνον αναπόφευκτο αλλά και ευκταίο. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο χωνεύονται αυτές οι επιδράσεις και εντάσσονται στο προσωπικό σου ύφος, εφόσον βέβαια υπάρχει τέτοιο, αλλιώς είσαι απλώς μιμητής. Συνειδητά ωστόσο αναγνωρίζω ως δασκάλους μου τους εξής μεγάλους ποιητές: τον Καβάφη, που μου δίδαξε την άκρα λιτότητα και την ειρωνεία, τον Μπέκετ, που μου αποκάλυψε τη δύναμη του παραλόγου και του σαρκασμού, τον Κάφκα, αυτόν τον σύγχρονο Ιώβ, που με έμαθε να διαβάζω με έναν άλλο, ανορθόδοξο τρόπο, τη Βίβλο και, τέλος, τον Νίτσε, τον Καζαντζάκη, τον Καμύ και (ξανά) τον Μπέκετ, που με τον ηρωικό πεσιμισμό τους με βοήθησαν να αντιμετωπίζω την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Πριν ξενιτευτείτε για λόγους επιβίωσης και για πολλά χρόνια, ζήσατε στα Σεπόλια, σε ένα σπιτάκι 16 τετραγωνικών. Φύγατε ποτέ από εκεί, παρόλο που γυρίσατε όλο τον κόσμο;
Εγώ έφυγα από εκεί, αλλά ούτε τα Σεπόλια ούτε το 16 τετραγωνικών σπιτάκι με εγκατέλειψαν ποτέ. Τα κουβαλώ ακόμη μέσα μου, είναι η αρχή της ζωής μου και, ως γνωστόν, δεν υπάρχει μέση και τέλος δίχως αρχή.

Τα τελευταία 17 χρόνια, από τότε που γυρίσατε οριστικά στην Ελλάδα, ζείτε σ' ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, το Θροφαρί. Αυτή η επιλογή ζωής σάς ξαναγυρίζει κατά κάποιον τρόπο στην αρχή;
Αν εννοείτε την αρχή της ύπαρξης, ναι. Η εγκατάστασή μου σ' αυτό το μικρό και σχεδόν άθικτο ακόμη από τον «πολιτισμό» χωριό οφείλεται όντως στη βαθύτατη ανάγκη μου για επιστροφή, όχι στον τόπο που γεννήθηκα (σ' αυτή την περίπτωση θα ήταν τα Σεπόλια), αλλά στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται, στη Φύση.

Πηγή: http://www.lifo.gr/now/culture/6426

25 Δεκ 2011

Το "Ιστολόγιο για την ποίηση και την εκπαίδευση" σας εύχεται Χρόνια Πολλά

Αυτός ο γέρος, φαλακρός απατεώνας, ο Χρόνος.

Ben Johnson, 1572-1637, Άγγλος ουμανιστής & ποιητής

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ, Mario de Andrade



«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής  απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα...
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
 Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
 Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
 Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
 Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα.
 Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία,  η ψυχή μου βιάζεται...Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...
 Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
 Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
 Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ'όσες έχω ήδη φάει.
 Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου...»