Κλαίγοντας περιγράφει
πῶς ρήμαξαν τὸ σπίτι της λῃστὲς
τῆς πήρανε χρυσαφικὰ καὶ βίασαν οἱ ἄθλιοι
γερόντισσες ἀξίες.
Δὲ χαίρεται;
Ἐμένα ἔχει χρόνια νὰ πατήσει
κλέφτης τὸ πόδι του στὸ σπίτι
οὔτε γιὰ καφέ.
Ἐπίτηδες ἀφήνω ξεκλείδωτο τὸ μπρίκι.
Κάθε φορὰ ἐπιστρέφοντας προσεύχομαι
νὰ βρῶ σπασμένους τοὺς κυνόδοντες τῆς πόρτας
νὰ σείονται τὰ φῶτα σὰν μόλις νὰ κουτούλησαν
μὲ σεισμοῦ πανύψηλου κεφάλι
νὰ δῶ κλεμμένα τὰ κτερίσματα
ἀπὸ τὶς μούμιες βασιλεῖες τοῦ καθρέφτη
σὰν κάποιος νὰ ξυρίστηκε στὸ μπάνιο
καὶ στὴ σπανὴ ἁφή μου νά ῾χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα νὰ κεῖται ἡ διάψευσή τους
κι ἀπ᾿ τὴν κουζίνα νά ῾ρχεται μὲ τὸ πάσο του ἀτμὸς
ζεστῆς πατημασιᾶς μὲ μπόλικη κανέλα ἀπὸ πάνω.