Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

25 Φεβ 2012

Αυτή η χώρα απλά δεν υπάρχει!

Γράφει η Σοφία Βούλτεψη

Δεν υπάρχει στον κόσμο χώρα (του τρίτου, του τέταρτου, του πέμπτου κόσμου) που να βρίσκεται ή να έχει βρεθεί ποτέ στη θέση της Ελλάδας.

Τελικά δεν είναι ούτε το χρέος, ούτε το έλλειμμα, ούτε τα δάνεια, ούτε οι συμβάσεις, ούτε οι περικοπές, ούτε η φτώχεια, ούτε τα συσσίτια, ούτε τα μεσοπρόθεσμα, οι εφαρμοστικοί, οι Γερμανοί, οι Ολλανδοί, οι Φιλανδοί, οι Αυστριακοί, ο Σόιμπλε και ο Γιάγκερ, ο Ρέσλερ και η Φέκτερ, η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, ο Γιούνκερ και ο Ρεν, η Λαγκάρντ και το ΔΝΤ.

Είναι όλοι αυτοί που προκάλεσαν αυτό το γελοίο θέατρο και που το συντηρούν ελπίζοντας ότι στο τέλος του δρόμου θα συναντηθούν με την προσωπική τους διάσωση.

Είναι όλοι αυτοί που αφαίρεσαν από τη χώρα που λέγεται Ελλάς και το τελευταίο ίχνος της αξιοπρέπειάς της.

Είναι όλοι αυτοί που δυο χρόνια τώρα έχουν στήσει έναν ολόκληρο λαό μπροστά στις τηλεοράσεις, να παρακολουθεί το σίριαλ «σκλήρυναν οι Γερμανοί – μαλάκωσαν οι Γερμανοί».

Είναι όλοι αυτοί που κάθε φορά φεύγουν ως «μεγάλοι στρατηλάτες», καλώντας τον λαό να τους συνοδεύσει με τις… προσευχές του, επιστρέφουν ως νικητές επιζητώντας το χειροκρότημα και τις επευφημίες, για να ανακοινώσουν σε λίγο πως πρέπει να ξαναφορέσουν τις μεγάλες στολές και να ξεκινήσουν για την επόμενη εκστρατεία τους.

Στο μεταξύ, προσδιορίζεται κάθε φορά (προπαγανδιστικά) ο εχθρός. Ο πιο εύκολος, είναι οι Γερμανοί.

Μας εκνευρίζουν όλους όσο δεν φαντάζονται (οι Γερμανοί), έχουμε βιώματα, τους βλέπουμε και εξοργιζόμαστε.

Το πιο εξοργιστικό όμως είναι πως κοντεύουν να… βγουν αντάρτες στα βουνά όλοι όσοι έλαβαν μέρος σ’ αυτό που για την Ελλάδα υπήρξε η σύγχρονη Κατοχή και την οδήγησε στη σημερινή καταστροφή.

Και βέβαια, σκόπιμα αποκρύπτονται οι χρήσιμες ειδήσεις. Οι ειδήσεις που αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανικανότητας, της αδιαφορίας, της κομματοκρατίας και της γαϊδουριάς.

Για παράδειγμα, προχθές, ημέρα που ξεκινούσε άλλη μια μαραθώνια συνεδρίαση του Eurogroup, η γερμανική εφημερίδα «Ντι Βελτ» δημοσιοποίησε εσωτερικό έγγραφο εργασίας του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας, που μιλά για ανικανότητα και απροθυμία για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και γίνεται αναφορά στην περίφημη επίσκεψη Ρέσλερ στην Ελλάδα, καθώς και στην διαπίστωση ότι οι συζητήσεις για δημιουργία επενδυτικής τράπεζας στη χώρα μας στο πρότυπο της γερμανικής KfW, προχωρούν σαν τον κάβουρα.

Και για ποιο λόγο, παρακαλώ; Μα είναι απλό. Οι συνομιλητές του κ. Ρέσλερ στην Ελλάδα δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη της KfW!

Δεν την γνώριζαν, διότι δεν είχαν διαβάσει το μνημόνιο! Διότι αν το είχαν διαβάσει, αν είχαν διαβάσει έστω και την αρχή του, θα γνώριζαν ποιοι είναι οι αντισυμβαλλόμενοι της Ελλάδας στο περίφημο Μνημόνιο1.

Θα είχαν δηλαδή δει πως ενώ όλες οι άλλες χώρες-δανειστές αναφέρονται με τα ονόματά τους, για την Γερμανία αντισυμβαλλόμενος με την Ελλάδα είναι η KfW.

Σε τι μπορεί να ελπίζει μια χώρα της οποίας οι υπουργοί υπογράφουν συμβάσεις χωρίς να γνωρίζουν καν με ποιους τις υπογράφουν;

ΣΕ ΤΙΠΟΤΕ!

Και όμως. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που δεν διαβάζουν τις συμβάσεις που υπογράφουν και δεν ξέρουν με ποιους τις υπογράφουν, μπορούν μια χαρά να περνούν τα βράδια τους σε τηλεοπτικές εκπομπές, κατηγορώντας μάλιστα όλους τους υπόλοιπους ως… αδιάβαστους!

Και μάλιστα χωρίς κανένας από τους political correct όχι να τους παίρνει με τις πέτρες, αλλά ούτε καν να τους υπενθυμίζει πόσο αδιάβαστοι υπήρξαν οι ίδιοι.

Σε ποια χώρα μπορεί να συμβαίνει αυτό;

ΣΕ ΚΑΜΙΑ!

Δεν υπάρχει χώρα όπου να παραμένουν στις θέσεις τους όλοι οι αποτυχημένοι και ένας ολόκληρος λαός να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα (λέμε τώρα) τους μόνιμα επιδιδόμενους σε πομφόλυγες, να μεταμορφώνονται σε διεθνείς οσφυοκάμπτες και μετά ξανά σε (εσωτερικής κατανάλωσης) φλύαρους κομπορρήμονες μέχρι να έλθει η ώρα για την επόμενη κάμψη οσφύος ενώπιον των δανειστών.

Δεν υπάρχει χώρα όπου οι ίδιοι πάντα ξιπασμένοι λογάδες να αναγγέλλουν κάθε τόσο πως «υπάρχει σκληρό ευρωπαϊκό μέτωπο υπέρ της Ελλάδας», για να αλλάξουν λίγο μετά τροπάρι, επισείοντας τον κίνδυνο μιας καταστροφής που θα προκαλέσουν εκείνοι ακριβώς που λίγο πριν είχαν συμπήξει το «σκληρό ευρωπαϊκό μέτωπο».

Ούτε υπάρχει χώρα όπου ενώ ουδείς κάνει τη δουλειά του, έχουν όλοι γνώμη επί παντός επιστητού και καλούνται να αραδιάσουν τις (γελοίες) απόψεις τους από συνέντευξη σε συνέντευξη.

Σε καμιά σοβαρή χώρα δεν θα ζητούσαν τη γνώμη, για παράδειγμα, του πολιτικού που αν και έχει την ευθύνη της ανάπτυξης και της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων, ανάπτυξη και κοινοτικά κονδύλια δεν βλέπουμε ούτε με το κιάλι.

Σε καμιά σοβαρή χώρα δεν θα ζητείτο η γνώμη του πολιτικού που αν και έχει την ευθύνη της εκπαίδευσης, δεν φρόντισε ποτέ να φθάσουν τα βιβλία στα σχολεία.

Σε καμιά σοβαρή χώρα δεν θα συνομιλούσε κανείς με πολιτικούς αρμόδιους για θέματα απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης, κράτους προνοίας (λέμε τώρα), υγείας, την ώρα που όλα αυτά έχουν μεταβληθεί σε σωρούς ερειπίων και ο κόσμος συνωστίζεται στα συσσίτια και εξευτελίζεται παριστάνοντας το πεινασμένο μπουλούκι για να πιάσει στα χέρια του το πολύτιμο χαρτάκι ενός άθλιου επιδόματος απορίας.

Σε καμιά σοβαρή χώρα δεν θα καλούνταν να πουν τη γνώμη τους άνθρωποι που επί χρόνια παριστάνουν τους βουλευτές και τους υπουργούς και τώρα θεωρούν πως μπορούν – μακιγιαρισμένοι και ατσαλάκωτοι – να εξηγούν «τι πρέπει να γίνει», αλλά δεν έγινε, ωστόσο δεν έχουν λογοδοτήσει γι’ αυτό.

Όχι, δεν υπάρχει χώρα επί του πλανήτου που να υφίσταται επί δύο χρόνια τόσους εξευτελισμούς, να γίνεται το αντικείμενο της συζήτησης από Eurogroup σε Eurogroup και από Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ώρες ατέλειωτες κάθε φορά, χωρίς ποτέ κανείς να μοιράζει επιτέλους εκείνα τα άχυρα των δύο γαϊδουριών.

Μοναδική ελπίδα, μετά τις επόμενες εκλογές να μην τους βρίσκουν πουθενά για να ζητήσουν τη γνώμη τους…


Πηγή: http://kostasxan

24 Φεβ 2012

Πετρώσαμε, ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΙΣΙΕΝΣΚΙ (Андре́й Вознесе́нский)


Βάλε τις παλάμες στους ώμους μου
αγκάλιασέ με,
μόνο τα χείλη σου ανασαίνουν στα δικά μου
μόνο η θάλασσα στην πλάτη μας παφλάζει.

Οι πλάτες μας σα φεγγαρίσια όστρακα
που πίσως μας σφαλίσαν τώρα.
Ακούμε τεντωμένοι
  ακουμπισμένοι.
Εμείς - ένα διαφορούμενο σχήμα ζωής.

Στον αέρα του τσίρκου του κόσμου
σκεπάζουμε με τους δικούς μας ώμους
ό,τι γεννιέται ανάμεσά μας
όπως οι φούχτες τη φλόγα φυλάνε.

Αν στ' αλήθεια κάθε κύτταρο έχει ψυχή
άνοιξε τους φεγγίτες σου εσύ
και στους δικούς μου πόρους
  πετροχελίδονα φυλακισμένα
οι ψυχές σου θα φτερουγίζουν μέσα σε μένα!

Τα κρυφά κάποτε γίνονται φανερά.
Μ' άραγε σε τι καταρράχτη από φωνές πουλιών
τ' αγκάλιασμα θα στερηθούμε, θα μαραθούμε
σαν τα όστρακα τα βουβά;

Αλλά ώς τότε, ανάφτρα, ξαπλώσου
στο κέλυφος της πλάτης σου το ελαστικό.
Ετσι εσύ σε μένα κι εγώ σε σε θα βυθιστώ.

Κοιμηθήκαμε.


Ποίημα από την έκδοση Σύγχρονη ποίηση - Αντρέι Βοζνισιένσκι, Μπουκουμάνης 1974
εισ.-μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Όταν απομένω δύστυχος και μόνος
αναπολώντας έρωτες τιμωρημένους
ή
μαβιά στο ηλιοβασίλεμα εννοιολογία
τότε πιάνω δουλειά στη μηχανή μου
χτυπώντας τα πλήχτρα με μουσικότητα
σχεδόν ανέστιος από φωνήεντα κι άστεγος
από σύμφωνα
γνωρίζοντας εξοντωτικά τη ματαιότητα
συγχωρώντας απίθανες γυναίκες
οπού χαίρονται την άσπιλη απουσία μου
χαρισμένες ηλίθια σε χαμαι-συνείδητους.
Εντούτοις εγώ διαλάμπω και τυφλώνω ορατά
την αμφίστομη μνήμη τους·
άμεση δράση το ποίημα. Όμως άλις έχω
του δυστυχείν.
Επομένως ηχογραφώ το άπειρο.


Από την ποιητική συλλογή «Ερυθρογράφος» (1988).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τ. Β΄ (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σελ. 513.

23 Φεβ 2012

Νινέτ, Ζωρζ Σαρή, Εκδόσεις Πατάκη


Μήπως ο καθένας μας δε θα 'θελε να ζήσει στην Πολη, στην Οδησσό, στο Παρίσι ή στη Σενεγάλη; Ποιος δε θα ζήλευε τη Νινέτ, που έζησε σε τόσα μέρη; Τι ψάχνει όμως να βρει το ατίθασο αυτό κορίτσι;


(Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)

Βραδιά Παραμυθιών στο Ρητορικό Κύκλο

Μια ξεχωριστή βραδιά απόλαυσης
στο Ρητορικό Κύκλο
την Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου στις 9:30 μ.μ.
με θέμα:

Σύμβολα και ερμηνεία των παραμυθιών.
Κρυμμένες γνώσεις, κώδικες ψυχής।
Μια βραδιά Γνώσης και Απόλαυσης.
Με τον Γιάννη Ανδριανάτο
Η συμμετοχή είναι 10 Ευρώ.

Ευελπίδων 25, Πεδίο Άρεως, 2ος όροφος

22 Φεβ 2012

Τίτος Πατρίκιος: “Υμνώ το σώμα”


Ι. Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος 
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται 
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα 
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του 
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει 
τις δικές του προσταγές γι’ αέναες επιθυμίες 
για σμίξιμο και συνταύτιση μ’ ένα άλλο σώμα. 
Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας 
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας 
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία 
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια 
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος 
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.

ΙΙ. Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη 
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά 
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι 
τ’ ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς 
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις 
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους 
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής. 
Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους 
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές 
μ’ εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς 
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας 
τα παχιά μεριά με βούλες απ’ την κυτταρίτιδα 
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους 
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς. 

ΙΙΙ. Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων 
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα 
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες 
τα μπράτσα που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν 
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές 
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες 
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει. 
Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων 
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις 
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος 
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες 
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες 
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους 
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις 

IV. Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει 
το πρόσωπο με τ’ ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά 
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως 
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού 
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι 
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια. 
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη. 
Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει 
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών 
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες 
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες 
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό 
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι. 
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά..  

V. Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη 
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή 
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ’ ασημένια χέρια 
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα 
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα 
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους. 
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική. 
Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά 
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία 
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού 
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια. 
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία 
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ 
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά. 

VI. Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο 
ίσως γιατί λιγότερο μ’ εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ 
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ’ της γυναίκας. 
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα 
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ’ ατυχήματα, 
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό. 
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι. 
Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ’ όλες του τις εποχές 
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη 
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία. 
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς 
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει 
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες, 
που μπορεί ν’ αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.

VII. Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου 
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν 
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα 
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις 
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος 
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει 
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα. 
Υμνώ το σώμα που μ’ αντέχει, δεν μ’ έχει βαρεθεί 
δεν μ’ έχει αποτινάξει από πάνω του 
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω 
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό. 
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου 
που με καλύπτει, μ’ έχει σφιχτά αγκαλιασμένο 
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.

(από το τελευταίο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου, Συγκατοίκηση με το χρόνο)

Ιούλιος 2010, Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Διαβάζω" τ. 513

21 Φεβ 2012

Fourplay - Bali Run



Bali Run, γραμμένο από τους Lee Ritenourκαι Bob James, το πρώτο κατά σειρά κομμάτι του άλμπουμ με τίτλο Fourplay του ομότιτλου αμερικάνικου κουαρτέτου.Ηχογραφήθηκε το 1991 και κυκλοφόρησε στις 17 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Ύφος κομματιού και άλμπουμ: Jazz

Πηγη:http://rhythmichorizons.blogspot.com/

Ημερίδα: Μουσική και Δημιουργικότητα στην Ψυχιατρική

Ημερίδα: Μουσική και Δημιουργικότητα στην Ψυχιατρική


Κλινικές εφαρμογές Μουσικοθεραπείας

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012
4.00 - 8.00 μ.μ.

Ελληνοαμερικανική Ένωση, Μασσαλίας 22, Κολωνάκι

Είσοδος Ελεύθερη

20 Φεβ 2012

Ήρθαν ντυμένοι φίλοι, Οδυσσέας Ελύτης


Ήρθαν/ ντυμένοι «φίλοι»
Αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας. 
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους. 
Έφεραν/ το Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη 
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών 
την πάσα Υποταγή και δύναμη 
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας. 
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. 
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινήσει παιχνίδι 
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές. 
Έστησαν και θεμέλιωσαν 
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα 
πύργους κραταιούς κι επαύλεις 
ξύλα κι άλλα πλεούμενα 
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα 
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας. 
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. 
Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε 
Ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά δεν είπε να πάρει. 
Έφτασαν/ ντυμένοι «φίλοι» 
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου 
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας. 
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε 
παρά μόνο σίδερο και φωτιά. 
Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα 
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά. 
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

(από το “Άξιον εστί”) 

19 Φεβ 2012

Αντρέ Μπρετόν (19 Φεβρουαρίου 1896 - 28 Σεπτεμβρίου 1966)


Η ομορφιά θα είναι οριστική ή δεν θα είναι καν


Ο δημιουργός του σουρεαλισμού ονομαζόταν Αντρέ Μπρετόν. Ένας άνθρωπος με ισχυρά ελαττώματα, κυριολεκτικά Πάπας. Που αφόριζε και διέγραφε από το ιερατείο και το ποίμνιο του σουρεαλισμού--βάσει του αλάθητου που τον διέκρινε--ανθρώπους σαν τον Μαξ Ερνστ ακόμη κι όταν το σουρεαλιστικό κίνημα είχε διαλυθεί. Όπως και να το δει κανείς, αυτό το συγκεντρωτικό, απολυταρχικό καθεστώς που ονομαζόταν Αντρέ Μπρετόν ήταν το κέντρο, ο άνθρωπος που τους ήξερε όλους και ήθελε να τους μάθει όλους, ο μεγαλύτερος θεωρητικός στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ποτέ δεν έβαλε την τέχνη νεκρή σε κάποιο ανατομικό κρεβάτι, για να ικανοποιήσει κάποια διεστραμμένη έλξη προς το ανέφικτο. Αλλά σαν τα ψάρια-μαχητές του Σιάμ, έπαιρνε τρυφερά τα αβγά που του παρέδιδαν οι καλλιτέχνες, για να τα γονιμοποιήσει και να τα προστατεύσει μέσα από την κριτική του.

Είχε δύο ημερομηνίες γεννήσεως. Η μία, που απαντά στο πιστοποιητικό γεννήσεώς του και σε άλλα επίσημα έγγραφα, είναι η 19η Φεβρουαρίου του 1896. Η άλλη, την οποία επέλεξε ο ίδιος το 1934, είναι η 18η Φεβρουαρίου του 1896. Η Μανόν, μια ξαδέρφη του, η οποία «τον μύησε στο ενοχλητικό αμάλγαμα αποπλάνησης και φόβου που είναι η σεξουαλικότητα», είχε γεννηθεί στις 18 Φεβρουαρίου του 1898 και λίγο μετά τη σύντομη σχέση τους, ο Αντρέ Μπρετόν δήλωσε επίσημα ως ημερομηνία γεννήσεώς του την 18η Φεβρουαρίου, στην εγγραφή του στην Ιατρική Σχολή.

Αλλά, πάλι, ίσως να μην οφείλονταν όλα στη γυναίκα Μανόν, αλλά στην αστρολογία. Ο Μπρετόν είχε αναπτύξει μεγάλο ενδιαφέρον για την αστρολογία στα μέσα της δεκαετίας του '20. Τη θεωρούσε ως «έναν άλλο τρόπο ανασκαφής της κρυμμένης πλευράς της ζωής προς εύρεσιν των συγκλονιστικών συμπτώσεων που μπορεί τυχόν να αποκαλύψει». Στη δική του περίπτωση, μια αστρολογική ερμηνεία της 18ης Φεβρουαρίου φανέρωνε διάφορες σχέσεις «ανάμεσα στον ίδιο και πολλούς από τους πιο αξιοθαύμαστους προκατόχους του, συγκεκριμένα τους ποιητές Αρτίρ Ρεμπό και Ζεράρ ντε Νερβάλ και τον ουτοπικό φιλόσοφο Σαρλ Φουριέ». 

Τέλος, μπορεί η αλλαγή αυτή στις ημερομηνίες να τον έφερνε κοντύτερα στο στίχο του λατρευτού του κόμητα Λοτρεαμόν: «Η ανομολόγητη μέρα της γέννησής μου».
Το βράδυ της Τετάρτης 19 Φεβρουαρίου, στις 10 ακριβώς, στην πόλη Tinchebray της Νορμανδίας, η 24χρονη μοδίστρα Μαργκερίτ Λε Γκουζ και ο 29χρονος αστυνομικός Λουί Μπρετόν έφεραν στον κόσμο τον Αντρέ Μπρετόν. Το όνομά του το πήρε από έναν θείο της μητέρας του, που είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς την ημέρα του γάμου του. Ο πατέρας του ήταν καλόβουλος, άθεος, χωρίς φιλοδοξίες. Η μητέρα του αυστηρή, ψυχρή και θρησκόληπτη--πιθανότατα δεν ήθελε να αποκτήσει παιδιά. Για τη Μαργκερίτ, ο δρόμος προς την Εκκλησία και ο δρόμος προς την κοινωνική ευπρέπεια ήταν κοινός, και πολεμούσε τον αντικληρικισμό του άντρα της, προσπαθώντας να εμφυσήσει στον Αντρέ τον δικό της θρησκευτικό σεβασμό. Ο Αντρέ, όπως τα περισσότερα ρωμαιοκαθολικά αγόρια, έλαβε την πρώτη του μετάληψη σε ηλικία έντεκα χρόνων. Στην υποχρεωτική αναμνηστική φωτογραφία, η έκφρασή του προδίδει δυσαρέσκεια.

Στην εφηβεία του, όταν η αγάπη του για τα «αγορίστικα» περιπετειώδη μυθιστορήματα είχε αντικατασταθεί από πιο «προχωρημένα» αναγνώσματα, ο Μπρετόν απέδιδε την αγάπη του για την ποίηση και τη λογοτεχνία στις ικανότητες των αγορίστικων παραμυθιών του, να «υποσκάπτουν τους τοίχους του πραγματικού που μας περικλείουν».

Όντας φοιτητής της Ιατρικής, γνωρίζει κι αγαπά την ψυχιατρική: η μελέτη των έργων του Φρόιντ (τον οποίο γνώρισε το 1921) τον εισήγαγε στην ιδέα του υποσυνείδητου. Επηρεασμένος από την ψυχιατρική και την ποίηση των συμβολιστών, ο Μπρετόν αρχικά εισχώρησε στο κίνημα των ντανταϊστών αλλά γρήγορα στράφηκε αλλού. «Δεν καταλαβαίνουν ούτε για ένα λεπτό ότι οι διαφορές μας είναι αυτές που μας ενώνουν», είπε για τον ντανταϊσμό. Και αναζήτησε άλλους δρόμους έκφρασης των δικών του προβληματισμών. Εν τω μεταξύ, ο Αντρέ έζησε, ως ψυχίατρος σε στρατιωτικά νοσοκομεία, τη φρίκη του Μεγάλου Πολέμου. Δεν είχε πάρει, ούτε θα έπαιρνε ποτέ, πτυχίο (σε καιρό πολέμου δεν είναι απαραίτητο).

Μια νύχτα, ο Μπρετόν, ο Αραγκόν και ο Ντε Κίρικο κάθονταν σε ένα καφενείο, όταν ένα αγόρι που πουλούσε λουλούδια εμφανίστηκε, τόσο ξαφνικά, που ο Αραγκόν ρώτησε τον Μπρετόν αν επρόκειτο για φάντασμα. Ο Ντε Κίρικο, με γυρισμένη την πλάτη στο δρόμο, έβγαλε από την τσέπη του ένα καθρέφτη, μελέτησε την εικόνα του παιδιού με αυτόν, κι ύστερα, με σοβαρή φωνή, ανακοίνωσε ότι όντως επρόκειτο για φάντασμα.
"Μόλις είδα την φωτιά να φουντώνει.....τρελάθηκα!!!!!"

Η πιο απλή σουρεαλιστική πράξη είναι να ξεχύνεσαι στους δρόμους με ένα πιστόλι στο χέρι, πυροβολώντας τυφλά στο πλήθος, τραβώντας όσο πιο γρήγορα μπορείς τη σκανδάλη
Το 1919, ο Μπρετόν μαζί με τους Λουί Αραγκόν και Φιλιπ Σουπό άρχισε να εκδίδει ένα περιοδικό, τιτλοφορούμενο, με αρκετή ειρωνεία, "Λογοτεχνία". Στα τέσσερα πρώτα τεύχη του, δημοσίευσαν τα ποιήματα του κόμητα Λοτρεαμόν, δίνοντας το στίγμα της κατεύθυνσης στην οποία όδευαν. Οι δύο κύριες επιρροές του Μπρετόν εκείνη την εποχή ήταν ο Ζακ Βασέ και ο Γκιγιόμ Απολιναίρ. Ο Απολιναίρ παρουσίαζε νέες ποιητικές φόρμες, ενώ η περιφρόνηση του Βασέ για όλες τις μορφές λογοτεχνίας διέγειρε τον Μπρετόν. Όλα αυτά δεν αρκούσαν όμως. Τουλάχιστον, όχι χωρίς την εξέγερση. Το 1920, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού τους, ο Μπρετόν μαζί με τον Σουπό, εξέδωσαν "Τα Μαγνητικά πεδία", το πρώτο κείμενο αυτόματης γραφής, συντεθειμένο χωρίς συνειδητό έλεγχο, βάζοντας τον θεμέλιο λίθο του σουρεαλισμού. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να ανθίσει το νέο επαναστατικό κίνημα. Ο Μπρετόν αναγορεύεται «Πάπας» της νέας αυτής σχεδόν θρησκευτικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, χαρακτηρίζεται ο ιδρυτής του κινήματος του σουρεαλισμού, και εκδίδει το περίφημο Μανιφέστο του σουρεαλισμού, στο οποίο ορίζει τον σουρεαλισμό ως «αγνό ψυχικό αυτοματισμό, μέσα από τον οποίο προτίθεται να εκφράσει την πραγματική διαδικασία της σκέψης. Είναι η υπαγόρευση της σκέψης, ελεύθερη από οποιονδήποτε έλεγχο της λογικής ή κάποιας αισθητικής ή ηθικής προκατάληψης».

Ο σουρεαλισμός «σκόπευε να σβήσει τη διάκριση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, τη λογική και την τρέλα, την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα, ώστε ο κόσμος του ονείρου και της φαντασίας να συνοδεύουν την καθημερινή ζωή». Ο Μπρετόν και οι συν αυτώ πίστευαν ότι οι πηγές της προσωπικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας βρίσκονταν στο υποσυνείδητο. Έβρισκαν παραδείγματα εξερεύνησης του μυαλού στα έργα ζωγράφων όπως ο Ιερώνυμος Μπος και ο Τζέιμς Ένσορ, τους οποίους τίμησαν ως Μεγάλους Προγόνους. Στα γραπτά λογοτεχνών όπως ο Σαρλ Μποντλέρ, ο Αρτίρ Ρεμπό, ο Αλφρέντ Ζαρί. Στον επαναστατικό τρόπο σκέψης του Καρλ Μαρξ και των ουτοπιστών. Το νέο επαναστατικό κίνημα συγκέντρωσε τα πιο μεγάλα, πιο ανήσυχα, πιο αστραφτερά πνεύματα μιας γενιάς, πολλά εκ των οποίων κουβαλούσαν μαζί τους τη δυναμική του ντανταϊσμού: Πολ Ελιάρ, Μαξ Ερνστ, Ζαν Αρπ, Μαν Ρέι, Αντρέ Μασόν, Χουάν Μιρό, Ιβ Τανγκί, Ρενέ Μαγκρίτ, Αλμπέρτο Τζακομέτι, Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβατόρ Νταλί, αποτελούν τον πυρήνα, την εξαιρετική παρέα του κυρίου Μπρετόν. Σημαντικότατοι καλλιτέχνες δεν εντάσσονται στο κίνημα αλλά επηρεάζονται και αποτίνουν πολλάκις φόρο τιμής στον Πάπα: Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Μαρκ Σαγκάλ, Πάουλ Κλέε, Μαρσέλ Ντισάν, Φράνσις Πικάμπια, Πάμπλο Πικάσο... Η λίστα μεγαλώνει καθώς ο σουρεαλισμός απλώνεται έξω και πέρα από την Ευρώπη, αγκαλιάζοντας πνεύματα εξαιρετικά, φωνές ενός ορατού πανίσχυρου θιάσου, από τον κουβανό Βιλφρέδο Λαμ ως τον έλληνα Ανδρέα Εμπειρίκο. Η τεράστια επιρροή του κινήματος σε όλη την ανθρώπινη δημιουργία του 20ού αιώνα είναι ορατή.

Στη δεκαετία του '30 το σουρεαλιστικό κίνημα αναμείχθηκε έντονα με την πολιτική και ο Μπρετόν, μαζί με πολλούς συντρόφους του, έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο οποίο παρέμεινε επτά χρόνια (1927-1935). Το δεύτερο μανιφέστο του σουρεαλισμού, το οποίο εξέδωσε το 1930, διερευνούσε τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της επανάστασης μιας υπέροχης παρέας. Ο Μπρετόν δήλωνε ότι οι σουρεαλιστές πασχίζουν να πετύχουν «ένα πνευματικό επίπεδο στο οποίο η ζωή και ο θάνατος, το πραγματικό και το φανταστικό, το παρελθόν και το μέλλον, η δυνατότητα και η έλλειψη επικοινωνίας, το υψηλό και το χαμηλό, δεν θα θεωρούνται πλέον αντιφάσεις».

Το 1936, όπως σωστά παρατήρησε ο Μπρετόν, η Διεθνής Σουρεαλιστική Έκθεση στο Λονδίνο σηματοδότησε το πιο υψηλό σημείο της επιρροής του κινήματος. Εν τω μεταξύ, ο Μπρετόν διακόπτει τις σχέσεις του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, αηδιασμένος από τον Στάλιν, αν και διατηρεί τα μαρξιστικά του πιστεύω. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας, βρίσκει καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με τους φίλους του, Μαξ Ερνστ και Μαρσέλ Ντισάν -- με τους οποίους θα εκδώσει το σημαντικό περιοδικό VVV. Ακολουθούν κι άλλοι. Η Νέα Υόρκη γίνεται η μητρόπολη των σουρεαλιστών και η επανάστασή τους ταξιδεύει στην άλλη πλευρά του Ωκεανού κατακτώντας τα πάντα. Από το διαμελισμένο "Εξαίσιο πτώμα" του Dada και του σουρεαλισμού, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεννήθηκαν στις ΗΠΑ δεκάδες κινήματα, συνήθως με το πρόθεμα μετα- ή νέο- να τα χαρακτηρίζουν. Ακόμη και η τέχνη μιας χρήσης, γνωστή ως ποπ αρτ σήμερα, αυτοχαρακτηρίστηκε αρχικά «νέο-νταντά». Ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητο πως, μετά τον σουρεαλισμό, τίποτε άλλο, τόσο ακέραιο και με μεγαλύτερη επίδραση δεν γεννήθηκε στον 20ό αιώνα.

Σ΄ ένα ταξίδι του στο Μεξικό, το 1938, κάνει μία πολύ σημαντική γνωριμία: γνωρίζει τον Λεόν Τρότσκι, φιλοξενούμενο του γίγαντα Ντιέγκο Ριβέρα και της Φρίντα Κάλο, και βρίσκει σ΄ αυτόν τον θεωρητικό της «μόνιμης επανάστασης» έναν υποστηρικτή των απόψεών του. Οι συζητήσεις της παρέας Μπρετόν-Ριβέρα-Τρότσκι καταλήγουν στο σχηματισμό μίας Διεθνούς Ομοσπονδίας Ανεξάρτητων Επαναστατών Καλλιτεχνών, για την οποία γράφουν από κοινού ένα μανιφέστο, που διακηρύσσει την ανάγκη ίδρυσης, όσον αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία, ενός αναρχικού καθεστώτος ατομικής ελευθερίας, ενάντια σε όλες τις απόπειρες τιθάσευσης της δημιουργικότητας από ολοκληρωτικά καθεστώτα. Μέσα από το μανιφέστο, ο Μπρετόν επιτίθεται και χλευάζει τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό--που ενισχύεται από τον Στάλιν--ως άρνηση της ελευθερίας. Το 1942, εκδίδει το τρίτο μανιφέστο του σουρεαλισμού και βοηθά στη διοργάνωση μιας έκθεσης για τον σουρεαλισμό, στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ταξιδεύει στις Ινδίες, όπου σπέρνει τον αγαθό λόγο της επανάστασης, αφήνοντας πίσω του έναν γερό πυρήνα νεαρών σουρεαλιστών. Επιστρέφει στο Παρίσι το 1946, όπου συνεχίζει τη σουρεαλιστική του δράση, και αφιερώνεται κυρίως στην ποίηση. Πεθαίνει είκοσι χρόνια αργότερα, πάντα στο Παρίσι, στις 28 Σεπτεμβρίου.

Ας μιλήσουμε έξω απ' τα δόντια: το θαυμάσιο είναι πάντα όμορφο, οτιδήποτε θαυμάσιο είναι όμορφο, για την ακρίβεια μόνο το θαυμάσιο είναι όμορφο
Αν και ο Μπρετόν αρχικά ασχολήθηκε με την ποίηση, που ήταν η μεγαλύτερή του αγάπη, οι περισσότεροι αξιολογούν πιο υψηλά την πεζογραφία του, που περιλαμβάνει αριστουργήματα όπως το "Νάντια" (1928--όνομα γυναίκας αλλά και η αρχή της ρωσικής λέξης για την ελπίδα), ένα πορτρέτο μιας τρελής αλλά εμπνευσμένης γυναίκας. «Η ανθρώπινη χειραφέτηση», γράφει εδώ ο Μπρετόν, «παραμένει ο μόνος σκοπός που αξίζει να υπηρετούμε». Και ο σουρεαλισμός παραμένει το καλύτερο μέσο για το σκοπό αυτό.
Η "Άμωμος Σύλληψη" (1930), την οποία ο Μπρετόν έγραψε μαζί με τον Πολ Ελιάρ, προσπαθεί να αποδώσει λεκτικά διάφορους τύπους πνευματικής διαταραχής. "Τα συγκοινωνούντα δοχεία" (1932) και "Ο τρελός έρως" (1937) διερευνούν τη σύνδεση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ο Μπρετόν έγραψε επίσης θεωρητικά και κριτικά έργα: "Τα χαμένα βήματα" (1924), "Νόμιμη άμυνα" (1937), "Σουρεαλισμός και ζωγραφική" (1926), "Τι είναι ο σουρεαλισμός;" (1934) και το "Κλειδί για τα πεδία" (1953). Από τις ποιητικές του συλλογές, ξεχωρίζει η "Αρκάνα 17" (1945).

Ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στο έργο του Μπρετόν είναι αυτό της αποκάλυψης: είτε πρόκειται για σύγχρονα καλλιτεχνικά έργα είτε για προϊόντα μακροχρόνιας παράδοσης, άξια του σεβασμού μας είναι εκείνα που με την πρώτη τους «έφοδο» διεκδικούν την παθιασμένη μας προσκόλληση, δίνοντας την αίσθηση ότι περιέχουν ένα μυστικό ζωτικό για το ανθρώπινο πεπρωμένο. Μεγάλης αξίας είναι εκείνα τα έργα που μας βοηθούν να νιώσουμε το «θαυμάσιο», μια ιδέα που ο Μπρετόν αντιπαραθέτει σε αυτήν του μυστηρίου. Ενώ το θαυμάσιο είναι το αποτέλεσμα εκτυφλωτικών συμπτώσεων στη ζωή, στην τέχνη μπορεί μόνο να προκύψει από εκείνους τους συνδυασμούς λέξεων ή εικόνων, οι οποίες δημιουργούνται αυθόρμητα από τον ανθρώπινο νου μέσω της αυτόματης διαδικασίας. Σε αυτές πραγματοποιείται η σύζευξη της αντίληψης και της αντιπροσώπευσης, η σύνθεση εσωτερικών και εξωτερικών πραγματικοτήτων, με τις οποίες βρίσκουμε τους εαυτούς μας σε ένα επίπεδο με τους εαυτούς μας και με τον κόσμο, αποκτώντας έτσι την αίσθηση του «ιερού». Όλες οι μορφές τέχνης, συμπεριλαμβανομένων της μουσικής και του κινηματογράφου, έχουν την τάση να ανοίγουν τέτοια φωτεινά μονοπάτια.

Αντίθετα με επικρατούντες λανθασμένους ορισμούς, ο σουρεαλισμός δεν είναι ένα αισθητικό δόγμα, ούτε ένα φιλοσοφικό σύστημα αλλά ούτε απλώς ένα λογοτεχνικό η καλλιτεχνικό εργαλείο. Είναι μια αδιάκοπη εξέγερση ενάντια σε έναν πολιτισμό που συρρικνώνει όλες τις ανθρώπινες φιλοδοξίες σε αξίες της αγοράς, θρησκευτικές αγυρτείες, παγκόσμια βαρεμάρα και μιζέρια.

Ο σουρεαλισμός είναι πάνω απ΄ όλα μια μέθοδος γνώσης και ένας τρόπος ζωής. Βιώνεται πολύ περισσότερο απ' ό,τι γράφεται ή ζωγραφίζεται. Ο σουρεαλισμός είναι η πιο χαρούμενη περιπέτεια του μυαλού, ένα απαράμιλλο μέσο επιδίωξης της διακαούς αναζήτησης για την ελευθερία και την αληθινή ζωή πέρα από το πρόσχημα των ιδεολογικών φαινομένων.
Από τη σύλληψή του ως ένα οργανωμένο κίνημα το 1924, ο σουρεαλισμός έχει αντέξει τη διαστρέβλωση όπως τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα. Καθηγητές συγκριτικής φιλολογίας είναι πρόθυμοι να τον σφραγίσουν μέσα σε σχολαστική φορμαλδεΰδη: να τον κατηγοριοποιήσουν, μια για πάντα, ανάμεσα στον συμβολισμό και τον υπαρξισμό, σαν μια τάση στη μοντέρνα γαλλική λογοτεχνία. Ιστορικοί και κριτικοί τέχνης τον έχουν εγκλείσει σε παρόμοια στρατόπεδα περιορισμού στη δική τους σφαίρα. Συγγραφείς κυριακάτικων φυλλαδίων συνεχίζουν να απεικονίζουν τον σουρεαλισμό σαν ένα αστείο, μια φάρσα, έναν επιπόλαιο διανοουμενίστικο αντιπερισπασμό.

Ο Οκτάβιο Παζ έχει γράψει: «Είναι αδύνατο να μιλά κάποιος για τον Αντρέ Μπρετόν με μία γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα του πάθους». Αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη δύναμη των ιδεών του Μπρετόν και την αμείωτη ικανότητά τους να προκαλούν ένθερμη πολεμική. Όσο για τους βλάκες που επιμένουν να ονομάζουν τον Μπρετόν «Πάπα» του σουρεαλισμού, που φλυαρούν για την υποτιθέμενη δικτατορική του προσωπικότητα, ας αφήσουμε τους ηλίθιους στη βλακεία τους. Ακριβώς όπως θεωρείτο ως η ίδια η μετεμψύχωση του Εωσφόρου από αυτούς που είχαν μολυνθεί με κομφορμισμό, ο Αντρέ Μπρετόν είχε μια ανεκτίμητη ηθική αξία στα μάτια όσων καθοδηγούνταν κυρίως από επαναστατικότητα. Κερδισμένη από το ζήλο και την αξιοπρέπεια με την οποία σε όλη του τη ζωή προστάτευε τον τριπλό σκοπό της ποίησης, της αγάπης και της ελευθερίας, αυτή η ηθική αξία αναγνωρίστηκε ελεύθερα από έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων.

Πηγή: http://www.phorum.gr/