Ένας χώρος στοχασμού και ευθύνης.
Η επιστημονική εμπειρία και ο δημόσιος λόγος συναντούν την παιδεία, την ψυχική υγεία και τα βιβλία, σε μια προσπάθεια να διατηρείται η σκέψη κριτική και παρούσα.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10 Δεκ 2011

Έντονο στρες από το Δημοτικό

Πανελλήνια έρευνα λέει ότι ένας στους τέσσερις 11χρονους υποφέρει από άγχος

Το έντονο στρες κυριεύει μαθητές ακόμη και του Δημοτικού. Οι υποχρεώσεις πολλές, ο ελεύθερος χρόνος ελάχιστος. Ο χρόνος των παιδιών είναι τόσο γεμάτος από σχολικές και εξωσχολικές δραστηριότητες (μαθήματα ξένων γλωσσών, μουσικής, αθλητισμός κλπ) ώστε να μην υπάρχει ούτε λεπτό μέσα στην ημέρα για παιχνίδι. Και μιλάμε για παιδιά μόλις 11 και 12 ετών.

Τα αποτελέσματα από την Πανελλήνια Ερευνα που πραγματοποιήθηκε σε μαθητές το 2010 από ομάδα επιστημόνων του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής δείχνουν ότι ο ένας στους τέσσερις εντεκάχρονους και το 50% των 13χρονων και των 15χρονων αισθάνονται αρκετά ή πολύ πιεσμένοι από το σχολείο.

Η πίεση αυτή συνδέεται με την εμφάνιση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων. Ειδικότερα, από τις στατιστικές αναλύσεις προκύπτει ότι οι έφηβοι που νιώθουν πιεσμένοι από το σχολείο εμφανίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα (όπως νευρικότητα, θυμό και γκρίνια, ακεφιά, δυσκολία συγκέντρωσης, πονοκέφαλο, δυσκολία στον ύπνο, πόνο στη μέση, πόνο στο στομάχι και ζαλάδα) σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό από εκείνους που δεν νιώθουν πιεσμένοι.

Οι έφηβοι που έλαβαν μέρος στην έρευνα ερωτήθηκαν για τις ώρες των απογευματινών δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με τις απαντήσεις τους, κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα ή πηγαίνουν σε φροντιστήριο κατά μέσο όρο 8,9 ώρες την εβδομάδα. Αυτά αφορούν κυρίως σε ξένες γλώσσες (3,9 ώρες) και μαθήματα του σχολείου (3,5 ώρες).

Τα αγόρια κάνουν απογευματινά μαθήματα κατά μέσο όρο μία ώρα περισσότερη (9,4 ώρες), συγκριτικά με τα κορίτσια (8,4 ώρες). Επιπλέον, ενώ στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο οι μαθητές κάνουν περισσότερες ώρες απογευματινά μαθήματα για την εκμάθηση ξένων γλωσσών και λιγότερες για τα μαθήματα του σχολείου, στο Λύκειο η κατάσταση αντιστρέφεται και οι μαθητές κάνουν περισσότερες ώρες μαθήματα για το σχολείο και λιγότερες ώρες ξένες γλώσσες.

Συγκριτικά με το 2006, το 2010 οι μαθητές αναφέρουν ότι πηγαίνουν σε φροντιστήριο ή κάνουν ιδιαίτερα για το σχολείο κατά μέσο όρο μία περισσότερη ώρα.

Επίσης, η έρευνα δείχνει ότι:

- Το σχολείο αρέσει στους δύο στους τρεις εφήβους (υψηλότερο ποσοστό κοριτσιών από ό,τι αγοριών και μικρότερων μαθητών από ό,τι μεγαλύτερων). Από το 1998 και μετά, μειώνεται σημαντικά το ποσοστό των μαθητών που τους αρέσει το σχολείο.

- Λιγότεροι από τους μισούς μαθητές πιστεύουν ότι το σχολείο τους είναι ένα ωραίο μέρος για να βρίσκεται κανείς, ενώ ένας στους πέντε μαθητές δεν νιώθει ασφαλής στο σχολείο.

- Τρεις στους πέντε μαθητές νιώθουν ικανοποιημένοι από τη σχέση τους με τους συμμαθητές τους, με το ποσοστό αυτό ωστόσο, να μειώνεται σημαντικά από το 2002 και μετά.

- Οι μισοί μαθητές νιώθουν ικανοποιημένοι από τις σχέσεις τους με τους καθηγητές τους, ενώ μόνο ο ένας στους τρεις 15χρονους αναφέρει κάτι τέτοιο.

- Ο βαθμός ικανοποίησης από το σχολείο συνδέεται θετικά με το ενδιαφέρον των γονιών για τα σχολικά ζητήματα και αρνητικά με το κάπνισμα, την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και τη χρήση κάνναβης.

- Εννέα στα δέκα κορίτσια και επτά στα δέκα αγόρια αναφέρουν ότι αμέσως μετά το σχολείο θα ήθελαν να σπουδάσουν. Από τους υπόλοιπους εφήβους, οι περισσότεροι, κυρίως αγόρια, απαντούν πως θα ήθελαν να εργαστούν ή να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια.

- Περισσότεροι από τους μισούς 15χρονους αναφέρουν ότι τον τελευταίο μήνα απουσίασαν αδικαιολόγητα από το σχολείο για τουλάχιστον μία ημέρα.

Πηγή:tovima

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΒΡΑΔΙΑ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Πρόσκληση


Σας προσκαλούμε σε μια βραδιά-αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καββαδία.


Συμμετέχουν: Λαμπρινή Γιώτη (πιάνο, φωνή)

και Εύα Ευαγγελίδου (φωνή).


Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011, 9.00μ.μ. στο Καφωδείο «Πεχλιβάνης»,

Λεωφόρος Ειρήνης 30, Ηλιούπολη

(στο υπόγειο του Εμπορικού Κέντρου «Ηλιοτρόπιο»).


-- Τηλ.: 6945 051000. Είσοδος ελεύθερη.

8 Δεκ 2011

Φτάσε όπου δεν μπορείς! Νίκος Καζαντζάκης

"Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε…" Νίκος Καζαντζάκης (18 Φεβρουαρίου 1883 - 26 Οκτωβρίου 1957), απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου "Αναφορά στον Γκρέκο", Εκδόσεις Καζαντζάκη.

… Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν' αποχαιρετήσω; τι ν' αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.

Σε ποιον να εμπιστευθώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν' ανηφορίζω; Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα τούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το 'σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σα να 'σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σα να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν' αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα είμαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.

Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα τούτη το χώμα! Ζυμώθηκε μ' αίμα, δάκρυο και ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -πού να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολόστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο -το πρόσωπό του!

Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.

Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.

Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν' ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. δύσκολο, πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ' αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου. λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω. μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει: «Στάσου ακόμα!»

Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σα σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σα βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει: «Στάσου ακόμα!»

Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστεκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε. γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα: «'Ελα.. έλα.. έλα...»

Πλήθυναν οι ψιχάλες. το πρώτο νυχτοπούλι αναστέναξε, κι ο πόνος του κύλησε από τις νυχτομένες φυλλωσιές, γλυκός πολύ, μέσα στο βρεμένο αέρα. Ησυχία, γλύκα μεγάλη, κανένας στο σπίτι. κι έξω τα χωράφια διψούσαν κι έπιναν μ' ευγνωμοσύνη, με βουβήν ευδαιμονία, το πρωτοβρόχι. ανασηκώνουνταν η γης σα μωρό, κατά τον ουρανό, να βυζάξει.

'Εκλεισα τα μάτια. κρατούσα πάντα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν αποπάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμε, έλεγα τώρα θα πέσει. κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος. δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. ένα κοράκι, σ' ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε. σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξωπίσω σκώντας τα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μιαν πέτρα να του την πετάξω. μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.

Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους. ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ' έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βούνα, ένοιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά ήταν τ' απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξιά μου, αψηλά, σε μιαν πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.

Αστραπή έσκισε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στροφιχτό φαράγγι που 'χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρι, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας. διψώντας, βλαστημώντας, σφυροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.

Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη. ακούμπησα σ' ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, 'εκλεισα τα μάτια, κι ολομεμιάς τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν. ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλακιά, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. 'Ενα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή. έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.

Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. 'Ηταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το 'χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες πορεία...

Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμομένο. άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς. η ζάλη είχε κατασταλάξει. τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκα, κατάλαβα: όμια και τις πυρπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε καταστρέψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ' αχνάρια του.
-Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ' όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλον δεν έχει!

Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι ολομεμιάς βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σα να τ' αγκύλωσαν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δε είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου όραμα, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.
Κοίταξα το βράχο όπου στεκόμουν . δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα 'ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Λιόντα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του 'χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.

Περίμενα κι εγώ. 'Εσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν. άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. έπαιζαν τα ρουθούνια μου -όλος ο αγέρας μύριζε μπροσταρότραγος. «'Ερχεται! 'Ερχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου. συντάζουμουν να παλέψω.

Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν' αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ' ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανερχόταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.

Θα του μιλήσω θερρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δεντρού και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.

Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα.
Κι εκεί που περίμενα, σα να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.
«Νά τος... νά τος έφτασε ! ». μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.
Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκοσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιγμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτερούγες, και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.

Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένοιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύνεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. 'Eκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
'Aπλωσες τότε το χέρι, σα να πνίγομουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. 'Aγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω.
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ' μου μιαν προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου. δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά. ως τις ρίζεςτου μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου...

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα νάβγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
'Εφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!...
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο. είχε πια ξυμερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν. τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

'Ηταν η φωνή σου. κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε ένα τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;
Το λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο θεός. το λαμπρότερο πρόσωπο της ελπίδας είναι ο θεός. πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου, κοιτάζω μέσα μου. η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε . πρέπει να 'ρθει πάλι ο Νους ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους νόμους. πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.

Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ' εσπρωχνες πάντα. άκουγα μέρα νύχτα την προσταγή σου. μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα, αυτό είχα βάλει χρέος μου. αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. 'Ορθιος στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.
Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου. να που πολέμησα, να πως πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λοποτάχτησα. τα δόντια μου καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ' ένα κόκκινο μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.
'Ενα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου ν' απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή, ζυμωμένο με δάκρυο, αίμα κι ιδρώτα. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν αλαφρώσω. θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν' αλαφρώσω. Πως έπλασες εσύ το «Τολέδο στην καταιγίδα»; 'Ομοια, με βαριά μαύρα σύννεφα, ζωσμένη κίτρινες αστραπές, ανέλπιδα κι ανένδοτα παλεύοντας με το φως και με το σκοτάδι, η ψυχή μου. Θα τη δεις, θα τη ζυγιάσεις ανάμεσα στα σπαθωτά φρύδια σου και θα τα κρίνεις. Θυμάσαι το βαρύ λόγο που λέμε εμείς οι Κρητικοί: «'Οπου αστοχήσεις, γύρισε. κι όπου πετύχεις φύγε!» Αναστόχησα, και μια ώρα ζωή ακόμα να μου απομένει, θα ξαναγυρίσω στην έφοδο. αν πέτυχα θ' ανοίξω τη γης, να ρθω να ξαπλώσω στο πλάι σου.

'Ακουσε το λοιπόν Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση। άκουσε, Παππού, τη ζωή μου, κι αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό, δώσε μου την ευκή σου!».



Πηγή: tvxs

Αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη @ ABOUT

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη @ ABOUT


Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011, ώρα 21.00


Για τον Γιάννη Βαρβέρη θα αναγνωσθεί κείμενο του Γιώργου Μαρκόπουλου, ενώ ποιήματά του θα απαγγείλουν ο Σωτήρης Κακίσης, η Ελένη Κοκκίδου και ο Τζίμης Πανούσης.

Είσοδος Ελεύθερη

Χώρος Πολιτισμού ABOUT

Μιαούλη 18 / 105 54 / Ψυρρή / Αθήνα

7 Δεκ 2011

Καλά κρυμμένο χάδι, Kρυσταλλία Κατσαρού


Παίρνεις χαρτιά, αραδιάζεις γράμματα
Προσπαθείς να τα κάνεις όμορφα
–να φαίνονται όμορφα–
Να τα ντύσεις στον κόσμο γύρω σου
Σαν πίνακας ζωγραφικής, σαν όνειρο
–σαν ψέμα–
Να το θαυμάζουν οι άνθρωποι
Ποίημα να λεν
–να κλαίνε–
Πόσο τρυφερά της καρδιάς τα βάσανα
Μέσα απ’ τη θλίψη των δικών σου ματιών
Χωρίς να ξέρουν πως εσύ
Παίζεις με λέξεις
–νικητής στο κρυφτό τους –
Για να καλύψεις τη στιγμή
Μικρή
– μικρούτσικη πολύ–
Κάθεσαι γράφεις στίχους, αλλά
Γιατί;
Μόνο εκεί φανερώνεις το μυστικό
Για όποιον σε κύματα αισθήσεων κουρνιάζει
Το Εγώ βουλιάζει, αδρανεί
Ποτίζει σαν μελάνι
Μέχρι να γίνει
Χάδι

http://crystaurelia.wordpress.com/

Πόσο λυπάμαι - Σοφία Βέμπο




Στίχοι: Βασίλης Σπυρόπουλος & Πάνος Παπαδούκας
Μουσική:
 Κώστας Γιαννίδης
Πρώτη εκτέλεση:
 Σοφία Βέμπο

Άλλες ερμηνείες:
 
Ελίζα Μαρέλι
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Νατάσα Μανίσαλη & Δάφνη Λαμπρόγιαννη ( Ντουέτο )
Ανδριάνα Μπάμπαλη


Πολλές αγάπες γνώρισα, αγάπησα και χώρισα
μα όπου κι αν γυρνούσα, εσένα ζητούσα.
Στα όνειρα τα χίλια μου, σε γύρευαν τα χείλια μου
σε γύρευε η ψυχή μου και πόθοι κρυφοί μου.

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα
πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,
μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω
γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δεν θα μπορώ...

Γείρε κοντά μου, αγάπη γλυκιά μου,
θέλω ακόμα ξανά να σου πω...

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα
πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,
μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω
γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δεν θα μπορώ...

6 Δεκ 2011

Mικρό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη: Ο μικρός ναυτίλος

Σάββατο 10, Κυριακή 11, Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου

Ποιητική παράσταση βασισμένη στο «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη, αφιερωμένη στον ποιητή για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, με τραγούδια από το σύνολο του έργου του.
είσοδος ελεύθερη,
ώρα 21.00

Ο Μικρός Ναυτίλος είναι ένα έργο ιδιόμορφο. Περιλαμβάνει ποιήματα σε ελεύθερη φόρμα και σε πεζό λόγο - σε πρώτο πρόσωπο - τον αναστοχασμό του ποιητή. Περιλαμβάνει επίσης πολλαπλούς "καταλόγους" με όλους του εράσμιους τόπους, τρόπους και τύπους του ποιητή. Συγχρόνως αποτελεί μια μικρή αλλά πυκνή βιωματική περιήγηση στην απανταχού ελληνική και όχι μόνο αδικοπραξία. Εκτός από βαρυσήμαντο και γενναιόδωρο κείμενο, που προσφέρει στον αναγνώστη όχι μόνο ό,τι θεωρούμε ποιητική απόλαυση, αλλά και σημαντικά κλειδιά ανάγνωσης του ελυτικού έργου, είναι κι ένα ταξίδι, ένας περίπλους μέσα στον ελληνικό χωροχρόνο και στο ποιητικό σύμπαν του ποιητή, με σπάνια τοπία σοφίας και υψηλής ποιητικής πνοής.
Ο λόγος για τον οποίο αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με το δύσκολο έργο της σκηνικής προσαρμογής ενός τέτοιου ποιητικού κειμένου είναι η ανάγκη μας να βιώσουμε με τρόπο απτό, και όχι μέσω θεωρητικών αναλύσεων, τη βαθιά προσήλωση του ποιητή στο νοητό τόπο "Ελλάδα", "την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω κόσμου", και να πλεύσουμε ίσως μαζί του ως ναυτίλοι προς τις δυσεύρετες κόχες μιας ελληνικής οδύνης που αξιώνει δημιουργία. Το ταξίδι αυτό μας προσέφερε την μοναδική τύχη να ανακαλύπτουμε σιγά - σιγά τόπους της ιστορίας μας, τη λαλιά μας, την παράδοσή μας, ακόμα την ποιητική μας ματιά μέσα στο ανεξάντλητο ποίημα.
Η ομάδα μας αποτελείται από τους: Ευγενία Βουγιουκλάκη, Μανώλη Γιούργο, Γεωργία Δεληγιαννοπούλου, Ναντίνα Κυριαζή, ΓιάννηΠαπαθύμνιο, Αίγλη Τσαρούχη.
Την επεξεργασία κειμένου έκανε η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου, τη σκηνική προσαρμογή η ίδια μαζί με τον Μανώλη Γιούργο. Τραγουδά ηΝαντίνα Κυριαζή.
Φιλική συμμετοχή - έκπληξη: Λίλιαν Τσατσαρώνη(τραγούδι) και Μίκα Κακάκη (πιάνο).

Πηγή: idiomelo

Εισαγωγικό Εργαστήρι Brain Gym® για Εκπαιδευτικούς

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011 (10:00 – 14:00)

Μητσαίων 19, Ακρόπολις.

Κόστος συμμετοχής: 50 ευρώ συν Φ.Π.Α.

Γνωρίστε γιατί τα μάτια, τα αυτιά και ο συντονισμός αυτών, τα αντανακλαστικά και το σύστημα ισορροπίας είναι απαραίτητα στη διαδικασία μάθησης.

Μάθετε απλές, γρήγορες και αποτελεσματικές κινήσεις για να βοηθήσετε τους μαθητές σας μέσα στην τάξη.

Ασκήσεις που όταν γίνονται στην αρχή του μαθήματος βοηθούν τα παιδιά μεταξύ άλλων στη συγκέντρωση, την γραφή, την ανάγνωση, τη συνδυαστική σκέψη, την προσοχή, τη συμμετοχή, τον αυτό-έλεγχο. Ασκήσεις που προετοιμάζουν τις σωματικές, απαραίτητες για τη μάθηση, δεξιότητες ώστε οι αισθήσεις, τα αντανακλαστικά και το σύστημα ιδιοδεκτικότητας και ισορροπίας να συνεργάζονται μεταξύ τους, επιτρέποντας έτσι στους μαθητές να παρακολουθούν και να αφομοιώνουν πιο εύκολα το μάθημα.

Το Brain Gym® δημιούργημα του εκπαιδευτικού Δρ Paul Dennison από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ χρησιμοποιείται σε χιλιάδες σχολεία σε ολόκληρο τον κόσμο ενώ τα τελευταία 15 χρόνια αναγνωρίζεται ως μία από τις δέκα αποτελεσματικότερες μεθόδους υποστήριξης της μάθησης από το Υπουργείο Εκπαίδευσης της Πολιτείας της Καλιφόρνιας.

Παρότι η πλήρης και αναγνωρισμένη διεθνώς βασική εκπαίδευση διαρκεί 4 ημέρες, μέσα στο 4ωρο αυτό εργαστήρι θα πάρετε ουσιαστικά και άμεσα στη χρήση τους εργαλεία που θα μπορέσετε να χρησιμοποιήσετε στις τάξεις σας.

Θα χαρώ να σας ανοίξω την πόρτα στη «μάθηση μέσω της συνειδητής κίνησης» και στον κόσμο της Εκπαιδευτικής Κινησιολογίας.

Για περισσότερες πληροφορίες www.kinesiology.gr www.braingym.org ή επικοινωνήστε με το Κέντρο Κιναισθητικής Νοημοσύνης στο 210 9223 536 ή 6945 706780.

5 Δεκ 2011

Πρίσμα, Μιράντα Ποτηριάδου


Ως τότε που θάχουμε λόγο
προτού γίνει ο κόσμος απερίγραπτος.

Σκαρφάλωσα στο άναρχο τοπίο των νεφών
της εφηβείας ακριβό μου καταφύγιο
κι είδα την πόλη αφ’υψηλού,
όλα μικρά και στρόγγυλα,
βότσαλα σμιλεμένα στον παιδεμό,
βραχιόλια πείρας.

Τον αριθμό των κατοίκων δεν μάντεψα.
Ήταν όλοι ένα απέραντο χαλί
διάστικτο χρωμάτων
κι ανάμεσα τους το σκυρόδεμα
θαμπό και άφιλο.

Έπειτα γλίστρησα απαλά
στο θεωρείο της μέσης ηλικίας
όταν γνωρίζουμε καλά
τις συνέπειες μιας ζωής
ταμένης σε σπάνιες  ηδονές.

Άφησα για το τέλος
τη χαμηλή πλατφόρμα
εικόνων ασίγαστης φρίκης.
Φρίττουν οι αδαείς,
δυσφορούν οι συνένοχοι.
Η υπόλοιπη πανίς
και σύσσωμη η χλωρίς
ψάλλουν δακρυσμένους ύμνους.

Σκοτεινιάζουν
τα πράγματα από κοντά.
Κάποια φαντάσματα λευκοντυμένα
χορεύουν εδώ κι εκεί
κι ο ορίζοντας
μια ιδέα που χάθηκε.

Από την ποιητική συλλογή : Ο καιρός κυνηγός, Εκδόσεις Γαβριηλίδη

4 Δεκ 2011

Συνέντευξη του οργανοποιού Κώστα Κακανιάρη

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, και περίπου επτά χιλιάδες όργανα αργότερα, κατασκευάζει τις κιθάρες JOKER, υλοποιώντας ένα όνειρο ζωής. Μέσα σ' αυτή την πολύχρονη ενασχόληση, είχε την ευκαιρία να δεί αξιόλογα όργανα, να τα παρατηρήσει και να τα μελετήσει, να συναντήσει σπουδαίους μουσικούς και να ακούσει τις απόψεις τους για το ζητούμενο ήχο και τέλος να συνεργαστεί στον τομέα της βαφής με τους καλύτερους κατασκευαστές μουσικών οργάνων της εποχής του. Οι κιθάρες JOKER είναι το απόσταγμα όλης αυτής της πλούσιας εμπειρίας, πολύ περισσότερο της αγάπης του για τα παλαιά όργανα και τον vintage ήχο.

Της Μαρίας Καστανή

1. Πως ξεκινήσατε να ασχολείστε με τα μουσικά όργανα; (μάθατε από κάποιον την τέχνη;)

Κ.Κ: Ήμουν φοιτητής στη Γεωπονική σχολή Αθηνών όπου συνάντησα τον Peter Πλατή, έπαιζε κι αυτός κιθάρα και φτιάξαμε συγκρότημα. Αργότερα αυτός παράτησε τη σχολή κι έπιασε δουλειά σαν πωλητής στον Βαγγέλη τον Καγμάκη. Ο Βαγγέλης είχε ξεκινήσει να φτιάχνει κάτι ηλεκτρικές κιθάρες και είχε πρόβλημα με το φινίρισμα. Ο Peter γνωρίζοντας ότι έχω μια προϋπηρεσία στο αντικείμενο, (ο πατέρας μου είχε συνεργείο αυτοκινήτων και από μικρός δούλευα τα καλοκαίρια βοηθός στο βαφείο) μ’ έφερε σ’ επαφή με το Βαγγέλη, κι έτσι ξεκίνησα. Κόλλησα αμέσως με το αντικείμενο και γρήγορα το είδα σαν μια εναλλακτική για βιοπορισμό, γιατί η Γεωπονική δεν μου άρεσε έτσι κι αλλιώς. Μιλάμε για το 1984 και μετά, εποχή που δεν υπήρχε το internet με τα site οργανοποιών, εργοστασιακά factory tours και το youtube που στην κυριολεξία σπέρνουν την πληροφορία. Τότε το ερώτημα παρέμενε ερώτημα επί μακρόν και για να το απαντήσεις έπρεπε να πάρεις ένα δρόμο (που μπορεί να ήταν και λάθος) όπου θα σ’ έβγαζε σ’ ένα μονοπάτι και αυτό κάπου αλλού και ούτω καθ’ εξής ώσπου μετά από πολύ καιρό και πολύ κόπο να θεωρούσες ότι κάπου έφθασες. Η πληροφορία και η φωτογραφία ήταν σπάνιες και δυσεύρετες. Τα do it yourself βιβλία της εποχής παρέπεμπαν σε υλικά που δεν υπήρχαν στο Ελληνικό εμπόριο και φωτογραφίες σχετικές με το αντικείμενο υπήρχαν μόνο στα τεχνικά άρθρα του περιοδικού Guitar player και του Frets που δεν ερχόταν επισήμως, ευτυχώς ο Βαγγέλης είχε αρκετά τεύχη γιατί τότε ήταν συνδρομητής. Αλλά ακόμα και σε επαγγελματίες της βαφής αν απευθυνόσουν αργά η γρήγορα καταλάβαινες την ανεπάρκεια τους γιατί δείχνοντας τους φωτογραφίες οργάνων η ακόμα και όργανα, σου έλεγαν …δεν ξέρω. …δεν γίνεται…δεν το έχω κάνει ποτέ. Δεν μαθήτευσα λοιπόν πουθενά, απλά κάθε φορά συνέκρινα το αποτέλεσμα με το ζητούμενο που ήταν το επίπεδο του εργοστασιακού φινιρίσματος. Το σημερινό επίπεδο της δουλειάς μου είναι αποτέλεσμα μακράς κι επίπονης προσπάθειας έρευνας και πειραματισμού.

2. Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που σας έκανε να ασχοληθείτε με την οργανοποιία;

Κ.Κ: Το 1990 η δουλειά πέρασε μεγάλη κρίση. Σας θυμίζω ότι η μοναδική μου δραστηριότητα ήταν η βαφή ηλεκτρικών οργάνων, είχα ασχοληθεί επίσης για δυο τρία χρόνια και με το πιάνο (πρέπει να έχω βάψει καμμιά εικοσαριά) αλλά σταμάτησα. Πριν το 90 η Fender κυκλοφόρησε τα πρώτα made in Japan όργανα, είχαν μεγάλη διαφορά τιμής απ’ τα Αμερικάνικα κι έγιναν πολύ δημοφιλή. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια «απόσυρση» οργάνων που μέχρι τότε υπήρχαν, και την αντικατάστασή τους με καινούργια σε μικρό χρονικό διάστημα. Έτσι λοιπόν η δουλειά συρρικνώθηκε πολύ, πράγμα το οποίο με ανάγκασε να αναζητήσω μεροκάματο αλλού πάλι σαν βαφέας αλλά όχι μουσικά όργανα. Το εργαστήριο το κράτησα βέβαια και μέσα σ’ ένα χρόνο, ήταν το 92, αποφάσισα να δοκιμάσω το χώρο των παραδοσιακών οργάνων, πράγμα που πριν ούτε μου πέρναγε απ’ το μυαλό. Μάλιστα εμείς του χώρου των ηλεκτρικών κιθαρών και του Rock απαξιώναμε μετά βδελυγμίας τα μπουζούκια κι όλο το σινάφι τους. Συστήνομαι λοιπόν και δειγματίζω τη δουλειά μου σ’ ένα κύκλωμα εντελώς διαφορετικό απ’ αυτά που ήξερα μέχρι τότε. Ερχόμουν από μια διαφορετική κουλτούρα φινιρισμάτων που άλλοι δεν ήξεραν καν, άλλοι την είχαν δει σ’ εργοστασιακά όργανα αλλά δεν ήξεραν αν γίνεται και πως. Τους άρεσε πολύ και σύντομα συγκεντρώθηκαν γύρω μου κορυφαίοι κατασκευαστές παραδοσιακών οργάνων. Η δουλειά φούντωσε κι έτσι  επέστρεψα στο εργαστήριο full time. Συναντώ λοιπόν σπουδαίους ανθρώπους, μεγάλους μαστόρους χειροτέχνες και εξαιρετικούς μουσικούς. Παράλληλα μαθαίνω να «βλέπω» και να «ακούω». Με τα χρόνια δημιουργούνται φιλίες και ανταλλάζονται απόψεις περί κατασκευής, ήχου, παιξίματος και γενικά περί οργάνων. Συνάμα αποκτώ εμπειρία επισκευάζοντας ακουστικές κυρίως κιθάρες που μου δίνουν καταστήματα που συνεργάζομαι, έχω λοιπόν την ευκαιρία να πιάσω και να επιθεωρήσω όργανα γνωστών εργοστασίων και να βγάλω συμπεράσματα για τη φιλοσοφία κατασκευής του καθ’ ενός. Συγκεντρώνοντας λοιπόν γνώση περί οργανοποιίας έμπαινε το ερώτημα αν θα φτιάξω όργανο πως θα είναι. Την ιδέα της κατασκευής την έχω από παλιά. Το δύσκολο ήταν να βρεθεί ο χρόνος που δεν βρισκόταν κι έτσι το ’λεγα το ξανά ’λεγα, ο καιρός περνούσε κι ήλθε το τώρα η ποτέ και ξεκίνησα. Όσον αφορά το σχεδιασμό και την αισθητική, είμαι κλασσικός, ακολουθώ τα μονοπάτια που χάραξε ο μεγάλος Loyd Loar μουσικός και εφευρέτης που δούλεψε στη Gibson τη δεκαετία του ’20, χωρίς βέβαια να με αφήνουν αδιάφορο και οι παλιές Martin. Είμαι δύσπιστος σε σχεδιαστικές ακροβασίες και μοντέρνα υλικά που χρησιμοποιούν διάφοροι κατασκευαστές, νομίζω ότι δεν έχουν σχέση με τον ήχο που ψάχνω. Ολοκληρώνοντας λοιπόν, η απόφαση να εντάξω στο ήδη φορτωμένο πρόγραμμά μου την κατασκευή δεν έρχεται από ένα απλό ερέθισμα, αλλά είναι η υλοποίηση μιας γνώσης που προέρχεται από αναζήτηση σε μεγάλο βάθος χρόνου.

3. Φτιάχνετε ακουστικά όσο και ηλεκτρικά όργανα; Είναι το ίδιο δύσκολο από κατασκευαστικής άποψης;

Κ.Κ: Κατασκευάζω αποκλειστικά ακουστικές κιθάρες, είναι τα όργανα που παίζουν τη μουσική που μου αρέσει, τις έχω μέσα στην ψυχή μου και ανήκουν στη μυθολο-γία μου. Η κατασκευή των μουσικών οργάνων είναι ένα μοναχικό ας πούμε παιχνίδι στο οποίο αναγκαστικά τοποθετείσαι στη σχέση άνθρωπος –ξύλο-όργανο-ήχος, πράγμα το οποίο θα καθορίσει και την αξία σου σαν μάστορας μετέπειτα. Για μένα η λέξη οργανοποιός η οποία πιστεύω έχει αποδυναμωθεί λόγω εκτεταμένης χρήσης, δεν είναι απλά χαρακτηρισμός ενός επαγγέλματος, αλλά τίτλος και γνωρίζω ελάχιστους που τον φέρουν επάξια. Οι παλαιοί κατασκευαστές όταν ήθελαν να μιλήσουν απαξιωτικά για κάποιο συνάδελφό τους, τον αποκαλούσαν «μαραγκό» έτσι λοιπόν απ’ την ξυλουργική ως την οργανοποιητική τέχνη ο δρόμος είναι μακρύς. Τα ηλεκτρικά  όργανα έχουν μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία κατασκευής απ’ τα ακουστικά. Είναι πολύ πιο δημοφιλή, τα κρατάνε μεγάλα είδωλα κι έχουν φθάσει στο σημείο να έχουν δημιουργήσει και να χαρακτηρίζουν μουσικά στυλ επίσης είναι φορτωμένα με τρομερούς μύθους απ’ την αρχή της ύπαρξής τους μέχρι σήμερα. Έχω ακούσει απίστευτα πράγματα από σοβαρούς ενήλικες γύρω απ’ την κατασκευή και τον ήχο τους. Κατασκευαστικά δεν με συγκινούν και δεν με προκαλούν καθόλου, αντίθετα με εξιτάρει όταν μου τα φέρνουν για βάψιμο να πετύχω ένα ωραίο see through blonde η ένα sunburst ανάλογης δεκαετίας, να καταφέρω τέλος να δώσω «χαρακτήρα», καθ’ ότι κι έγω ολίγον θύμα της συγκεκριμένης μυθολογίας. Για μένα ο όρος ηλεκτρικό όργανο αποτελείται από δυο λέξεις. Η πρώτη, ηλεκτρικό, είναι καθοριστική. Δεν θεωρώ οργανοποιό κάποιον που δεν έχει δική του πρόταση σε μαγνήτες, προενισχύσεις και ότι άλλο γύρω απ’ τα ηλεκτρικά θα διαμορφώσει προσωπικό ήχο και άποψη, άρα πρόταση στο χώρο. Προσωπικά είμαι άσχετος και νομίζω ότι η έρευνα γύρω απ’ τα ηλεκτρικά των οργάνων εκεί που έχουν φθάσει τα πράγματα σήμερα είναι πολύ δύσκολη για να φθάσεις σε κάτι αξιόλογο. Όσο για το βαθμό δυσκολίας κατασκευής μεταξύ ακουστικών και ηλεκτρικών δεν νομίζω πως συγκρίνονται, όχι πως τα ηλεκτρικά δεν έχουν δυσκολίες, πάντα τα καλά αποτελέσματα δεν έρχονται στην τύχη, απλά με τα ακουστικά είσαι εσύ, πέντε φλούδες ξύλο και οι χορδές. Αυτά έχεις να διαχειριστείς και με αυτά πορεύεσαι.

4. Ποια πιστεύετε ότι είναι η διαφορά μεταξύ ενός εργοστασιακού οργάνου κι ενός χειροποίητου;

Κ.Κ: Στην ερώτησή σας, μπαίνει ένα άλλο ερώτημα. Ποιο χειροποίητο; Τι εννοώ: Το εργοστασιακό κατασκευάζεται από πολύ καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες που η συνεχής επανάληψη της ίδιας εργασίας τους κάνει ακόμα καλύτερους, έχει ελεγκτές παραγωγής σε κάθε βήμα της κατασκευής με αποτέλεσμα άριστο τελικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών. Έχει κλιματολογικά ελεγχόμενους χώρους, έχει δικά του ξηραντήρια όπου τα ξύλα υφίστανται πολλαπλές διαδικασίες αφύγρανσης-ύγρανσης πριν περάσουν στο χώρο των εργαστηρίων και τέλος έχουν πρόσβαση στις καλύτερες παρτίδες ξυλείας του πλανήτη. Ας αφήσουμε στην άκρη τον διαρκώς εκσυγχρονιζόμενο εξοπλισμό. Όμως, έχει απρόσωπο τελικό προϊόν, κατασκευασμένο αποσπασματικά από διάφορους ανθρώπους που εφ’ όσον έχουν τηρηθεί οι άνωθεν δοσμένες προδιαγραφές απ’ τους σχεδιαστές, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα ηχήσει. Το μικρό μονοπρόσωπο εργαστήριο δεν μπορεί να συγκριθεί με την οργανωμένη βιομηχανική μονάδα με τίποτα, όσον αφορά τα προαναφερθέντα. Όμως ο καλός κατασκευαστής έχει την ελευθερία να αυτοσχεδιάσει, να αλλάξει κατά περίπτωση πράγματα στο σχεδιασμό, να ασχοληθεί διεξοδικά με το κάθε μέρος του οργάνου με σκοπό την καλύτερη ηχητική απόδοσή του και τελικά να παρουσιαστεί ένα μουσικό όργανο μεγάλης αισθητικής και ηχητικής αξίας. Το χειροποίητο όργανο λοιπόν είναι τόσο καλό , όσο καλός είναι ο κατασκευαστής του. Στην ερώτηση της σύγκρισης του εργοστασιακού με το χειροποίητο η απάντηση εξαρτάται από ποιο χειροποίητο θα βάλεις απέναντι στη σταθερότητα και επαναληψιμότητα και επωνυμία βέβαια του βιομηχανικού παραγωγικού οργάνου. Το τι θα επηρεάσει την επιλογή του πιθανού αποδέκτη μουσικού χρειάζεται εγκυκλοπαίδειες για να απαντηθεί.

5. Πως βλέπετε το ξύλο αλλά και το τελικό δημιούργημα;

Κ.Κ: Αρχικά σας ανέφερα τη σχέση άνθρωπος-ξύλο-όργανο-ήχος. Το ξύλο, δεύτερο στη σειρά της αλυσίδας, αποτελεί βασικό συστατικό για να υπάρξουν τα επόμενα δυο. Τα κατάλληλα για οργανοποιία ξύλα, τα tonewoods είναι πολύ συγκεκριμένα και σήμερα λόγω έλλειψης, οι κατασκευαστές στρέφονται και πειραματίζονται και με άλλα είδη. Το μικρό εργαστήριο έχει δύσκολη και περιστασιακή πρόσβαση σε καλή ξυλεία. Το να έχεις καλά ξύλα είναι πολύ σημαντικό για το τελικό αποτέλεσμα, δεν το καθορίζει όμως. Έρχεται ο πρώτος παράγων της αλυσίδας ο άνθρωπος, ο οποίος είτε θα έχει την ικανότητα να αξιοποιήσει και να «αρμέξει» το καλό υλικό η θα το καταστρέψει ολοσχερώς με την κακή τεχνική του. Θέλω να πω π.χ. δεν είμαι μάγειρας, τα καλύτερα και φρεσκότερα υλικά να μου φέρεις, φαί δεν θα σου φτιάξω, τόσο απλά.


6. Ποια είναι τα πιο παράξενα γούστα ορισμένων πελατών σας;


Κ.Κ: Σαν βαφέας όλα αυτά τα χρόνια έχω κάνει αρκετές (όχι πολλές) custom δουλειές σε ηλεκτρικές κιθάρες κυρίως. Από απλά stripes έως σημαίες του νότου, αστέρια σε διάφορα φόντα, τον Che, ονόματα ιδιοκτητών, frankestein του Van Halen και διάφορα άλλα. Ξεχωρίζω όμως δυο περιπτώσεις. Η πρώτη, είναι μια Kramer neckthrough που μου έδωσε ο Tony ο Κονταξάκης όταν έπαιζε με τη Βίσση. Υποτίθεται ότι θα έκαναν κάποιο show μαζί επί σκηνής και κάποιος είχε την ιδέα η κιθάρα να είχε το ίδιο μοτίβο με το γιλέκο της τραγουδίστριας το οποίο είχε χρυσοκεντημένα λαχούρια σε βαθύ μωβ φόντο. Έντυσα την κιθάρα με χρυσόφυλλα και ζωγράφισα το φόντο ώστε να φαίνονται από μέσα χρυσά τα λαχούρια. Δυστυχώς δεν έχω φωτογραφίες, ίσως έχει οTony, θα τον ρωτήσω. Για την ιστορία, χρόνια αργότερα την ξύσαμε και την βάψαμε κόκκινη transparent. H δεύτερη, είναι γύρω στο ’93 η ’94. Εμφανίζεται ένας τύπος με ένα κιθαρομπούζουκο (μπράτσο μπουζουκιού, σκάφος κιθάρας)  κατασκευής Απαρτιαν, και λέει: Θα πάρω μέρος στο φεστιβάλ τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη και θέλω το όργανο να βαφτεί άσπρο με την ελληνική σημαία εμπρός και πίσω και επίσης εμπρός να υπάρχει ο Παρθενώνας και πίσω ο Λευκός Πύργος, τη σύνθεση την αφήνω σε σένα. Ο τύπος σοβαρολογούσε, το έφτιαξα και λίγο πριν το φεστιβάλ είδα σ’ ένα μικρό κανάλι, το new chanell ένα video clip με τον τύπο να κρατάει το όργανο στο χέρι του και να χορεύει ντυμένος με κοστούμι ελληνική σημαία, και μου’ πεσε το σαγώνι. Ούτε τότε κράτησα φωτογραφίες ευτυχώς όμως το όργανο πρόσφατα εμφανίστηκε στο οργανοποιείο του Βαρλα για επισκευή και φωτογραφήθηκε. Επίσης τώρα που το θυμήθηκα έχω βάψει και το σφυροδρέπανο του Πανούση όταν το είχε κατασκευάσει ο Καγμακης.

7. Θα μπορούσατε να μου κατηγοριοποιήσετε τους πελάτες σας (αυτοί που πραγματικά νοιάζονται, τους φιγουρατζήδες κλπ)

Κ.Κ: Η λέξη φιγουρατζήδες που αναφέρετε δεν έχει σχέση με τους ανθρώπους που έρχονται στο εργαστήριο μου. Ίσως να υπάρχει σαν έννοια στην αρχή, όταν δηλαδή κάποιος πιτσιρικάς θέλει να μοιάσει σ’ ένα είδωλο και αγοράζει μια κιθάρα για να κάνει ας πούμε φιγούρα στα κορίτσια. Αν μείνει εκεί, γρήγορα θα τα παρατήσει, αν όμως αγκιστρωθεί, τα πράγματα σοβαρεύουν. Απ’ το εργαστήριο μου περνάνε όλες οι μουσικές «φυλές». Αυστηροί και ζόρικοι κατασκευαστές, σοβαροί κλασσικοί κιθαρίστες, ψαγμένοι  παλαιοροκάδες, χεβυμεταλλάδες, καλά διαβασμένοι συλλέκτες οργάνων, μανιακοί των vintage, μπουζουκτσήδες που έχουν γυρίσει  δυο και τρεις φορές τον πλανήτη, παραδοσιακοί-δημοτικοί μουσικοί και όποιος άλλος κρατάει κάτι που έχει χορδές. Θεωρώ  πως το εργαστήρι μου είναι ένα σταυροδρόμι που συναντώνται και συνευρίσκονται μουσικοί και όργανα από τόσο διαφορετικές κουλτούρες. Πιστεύω ότι ένα απ’ τα καλά της δουλειάς μου είναι η επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, πάντα τρελαίνομαι να ακούω τις ιστορίες τους, είμαι συλλέκτης τέτοιων ιστοριών παρασκηνίων. Γενικά είμαστε όλοι μεγάλα ψώνια (γελια). Δεν παίρνω ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό μου, υπηρετώ όμως με όση σοβαρότητα μπορώ να διαθέσω, τη δουλειά μου. Ένα πολύ δύσκολο κομμάτι της, ίσως δυσκολότερο ακόμα κι απ’ το εκτελεστικό, είναι η διαχείριση της σχέσης του πελάτη (ποτέ δεν μου άρεσε η λέξη) με το όργανο του. Κάποτε ο αείμνηστος Λάζαρος Τερζιβασιάν (ο γιος του Ζοζεφ) μου είπε: Κώστα μου, τα μουσικά όργανα είναι αντικείμενα που προκαλούν ψυχώσεις και εμείς που ασχολούμαστε με αυτά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να προφυλαχθούμε. Το πόσο δίκιο είχε το διαπιστώνω καθημερινά. Όντως πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν κάποιος σου δίνει ένα σανίδι (slab) σε κοιτάει στα μάτια και σου λέει: Θέλω το vintage yellow των ‘60s όπως φαίνεται σ’ αυτή τη φωτογραφία. Που είναι το δύσκολο σ’ αυτό; Ο τύπος έχει τη φωτογραφία κάτω από το μαξιλάρι του, τη βλέπει το πρωί που ξυπνάει, το βράδυ πριν κοιμηθεί και ίσως την κοιτάει στα κλεφτά κατά τη διάρκεια της δουλειάς του στο γραφείο, έτσι λοιπόν όταν συναντηθεί με το τελειωμένο όργανο το αποδέχεται η το απορρίπτει με την πρώτη ματιά. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω ξαναβάψει όργανο γιατί «μας έφυγε λίγο ο τόνος». Η αντίστοιχα σου φέρνουν μια Les Paul παρθένο ξύλο με ένα maple top 5A (εξαιρετικό) αγορασμένη από Αμερική κάποια σοβαρά χιλιάρικα «γιατί αυτά τα ξύλα είναι από τα ‘50s», σου δίνουν ένα βιβλίο που κάθε σελίδα του έχει ένα όργανο βαμμένο στο ίδιο χρώμα και σου λένε: Εγώ θέλω το χρώμα στη σελίδα 64 και «πρόσεχε τι νίτρο θα ρίξεις επάνω γιατί το όργανο σκοτώνει, μην πάθουμε καμιά ζημιά και μας κουρέψει τις μεσαίες». Αυτός που τα λέει αυτά ίσως να μην έχει μιλήσει ποιο σοβαρά στη ζωή του, νοιάζεται λοιπόν και με το παραπάνω κι εγώ μέχρι να το τελειώσω και να τον δω ευχαριστημένο, μπορεί να έχω χάσει και τον ύπνο μου. Αυτά όσο κι αν ακούγονται περίεργα, είναι πολύ σοβαρά πράγματα γιατί αντικατοπτρίζουν τη σχέση του ανθρώπου με το μουσικό όργανο, σχέση πολύ βαθύτερη απ’ τη σχέση με τη μουσική και καμιά φορά την ίδια τη σχέση με πρόσωπα. Σου γίνονται καθημερινότητα λοιπόν αυτές οι καταστάσεις και σιγά-σιγά ανακαλύπτεις ότι για να ικανοποιηθείς δεν σου φθάνουν τα χρήματα της όποιας αμοιβής έχεις συμφωνήσει, αλλά για να ολοκληρωθείς θέλεις την αποδοχή και την εκτίμηση ενός ευτυχισμένου «αρρώστου» πράγμα που δηλώνει ότι την ψύχωση δεν τη γλύτωσες ούτε εσύ. Μάλλον είμαστε επιβάτες του ίδιου λεωφορείου και καμιά φορά το τιμόνι το πιάνω κι εγώ (γέλια).

8. Πόσο χρόνο αφιερώνετε στις επισκευές;

Κ.Κ.: Όσο χρειαστεί. Πάντα εξαρτάται απ’ την επισκευή. Αν πρόκειται για κοινά προβλήματα π.χ. σπασίματα μπράτσων, καπακιών. Πλαινων κλπ πράγματα που ας πούμε ανήκουν στο καθημερινό μενού, τότε δεν θα πάει μακριά ανάλογα βέβαια και με το φόρτο εργασίας. Αν όμως είναι περιπτώσεις «βαριές» δηλαδή αντικαταστάσεις μερών ολόκληρων η ολοκληρωτικά σπασμένα παλιά όργανα τότε δεν τα ακουμπάω μέχρι να αποφασίσω πως θα διαχειριστώ την κατάσταση. Γενικά ποτέ δεν «ορμάω» σε βαριές περιπτώσεις, αφήνω τα πράγματα να ωριμάσουν στο μυαλό μου και μετά καταστρώνω ένα σχέδιο επισκευής. Οι επισκευές είναι ιδιάζουσες περιπτώσεις, εννοώ ότι πολλές φορές παίζεις το κεφάλι σου. Πάντα λέω ότι το όργανο κινδυνεύει πραγματικά όταν πηγαίνει για επισκευή σε αμφιβόλου αξίας μάστορα. Έχω δει μεγάλες ζημιές, πολλές φορές ανεπανόρθωτες, ακόμα και κατεστραμένα πολύτιμα παλιά όργανα από τέτοιες κακές επεμβάσεις και φυσικά τους ιδιοκτήτες τους να κλαίνε. Πολλές φορές μου φέρνουν πράγματα που δεν είναι του πεδίου μου, δεν τα ακουμπάω και δεν ντρέπομαι να παραπέμψω τον άνθρωπο σε άλλο μάστορα που θεωρώ καταλληλότερο. Πιστεύω πως πάνω απ’ όλα είναι η ασφάλεια του οργάνου θέλω να πω δεν έχεις δικαίωμα να κάνεις ζημιά στο όργανο κάποιου, είναι αντιεπαγγελματικό και βάσει όσων σας είπα παραπάνω , στο τέλος θα σε μισήσουν, θα σε δυσφημίσουν και θα έχει πολύ κακό αντίκτυπο στην εξέλιξή σου.

9. Πόσο δύσκολη είναι η κατασκευή ενός οργάνου;

Κ.Κ: Η ερώτηση για να απαντηθεί χρειάζεται πολλές σελίδες. Προτιμώ να σας απαντήσω λακωνικά. Η κατασκευή ενός οργάνου είναι εύκολη, αντίθετα η οργανοποιία είναι εξαιρετικά δύσκολη.

M.K.Ευχαριστώ πολύ.

Κ.Κ. Η χαρά ήταν όλη δική μου. 

Kostas Kakaniaris
“The Absolute Definition of a Luthier”.
An interview with the man who paints and varnishes the stringed instruments of the most 
noted Greek Musicians and a master builder of acoustic guitars (www.jokerguitars.gr).

By
Maria Kastanis

Translated into English by Dimitris Epikouris

1. How did your involvement with musical instruments begin? Was there anyone to introduce you to this particular kind of profession?

 K.K: I was a student at the Agricultural University of Athens and there I met Mr. Peter Platis who played the guitar. Together, we formed a band and played at various venues. After some time, Peter quit the university and got a job as a salesman at Vaghelis Kagmakis’ shop. Vaghelis had begun making his own guitar brand but he had a problem with the dyeing process as well as the finish. Peter knew that I had some experience with dyeing because every summer as a child, I used to help my dad who painted cars. He introduced me to Vaghelis Kagmakis and I began working for him. Immediately, I fell in love with what I was doing besides the fact that it was a profession that enabled me to support myself financially. I must admit that I was never thrilled with my studies at the Agricultural University.
It was around 1984 and the internet back then was just an “unknown word” not to mention the virtual factory tours, youtube and all the means of spreading information so as to promote a profession and get the people acquainted with it.  The question back then was if I had chosen the right professional path and the answer to that question had waited for a long time before it was finally answered. Since no pictures and other media where no available back then, one had to search in specialized magazines such as the “Guitar Player” and “Frets” that contained some articles describing the techniques of painting and varnishing an instrument. Luckily, Vaghelis Kagmakis was a subscriber to those magazines in those days. However, the materials used for that purpose couldn’t be found here in Greece. In addition, my visits to the professionals of that era had left me somewhat disappointed because when I would show them some pictures and some instruments attempting to acquire some of their knowledge, all I would get as a reply was “I have no idea how it is done”, “I don’t think it can be done”, “I haven’t done it before”.
As a result of their professional incompetence, I must say that I had nobody to show me the art of painting, varnishing and coloring a musical instrument. The only thing that I was doing continuously was to compare the instruments I treated with the ones that came straight from the factory. I spent a lot of time experimenting, working hard and researching to reach the level I am in today.

 2. Besides being a very prominent figure when it comes to painting and varnishing an instrument, you are an excellent luthier as well. What made you get involved in the craftsmanship of a musical instrument?

K.K: In 1990 my profession experienced a great crisis. I must remind you that back then that I was only involved in painting and varnishing an instrument, mainly electric guitars and basses. I had also gotten involved in painting some pianos (I must have painted around twenty) but I stopped.
Before 1990, Fender Corporation started marketing and selling its first made in Japan instruments which had a tremendous price difference from the equivalent instruments that were made in the US. As a result, many instruments were replaced by the cheaper Japanese and nobody really cared to spend money repainting them or repairing their color color or varnish. That forced me to seek employment as a painter somewhere else that had nothing to do with musical instruments. However, I didn’t close my workshop knowing that one day I would return to what I was doing before. It was in 1992 when I decided to try to work on traditional musical instruments something that I hadn’t imagined before. Usually, the people who deal with electric guitars and basses have no taste for traditional instruments such as “bouzouki” and whatever follows it. I introduced my work to many bouzouki luthiers who had no idea of my work and how it was done. They liked it a lot and soon, I was professionally approached by many top craftsmen of traditional instruments and started collaborating with them. Since my business was flourishing, I returned to my good old workshop. It was time for me to “see” and “hear” those great craftsmen at work. I began building strong friendships and exchanging ideas regarding the construction, the sound and the playing techniques of a musical instrument. I also started acquiring substantial knowledge related to the construction of acoustic guitars by repairing guitars that were forwarded to me by various instrument stores. In other words, I was given the opportunity to study certain instruments, some well known brands that were made by top factories.  Having acquired enough knowledge I began questioning myself on how I would make a musical the instrument. Free time was an issue that I hadn’t dealt with success but finally I got round to it. Concerning the shape and the aesthetics of a musical instrument, I must say that I am a classicist. I follow the footsteps of the great luthier Loyd Loar both a musician and an inventor who worked for Gibson Corporation in the 1920’s. Nevertheless, I am not indifferent to old Martin guitars but I am a skeptic regarding new designs and modern materials that are used by various craftsmen since I don’t think that they can produce the sound I am interested in. So, when I decided to build a musical instrument myself, it was in reality the materialization of a thought that had occupied my mind for a long time since all the knowledge that I had previously acquired had to take a certain shape and form.

3. Do you make both acoustic and electric musical instruments? Which seems to be the harder to make?

K.K: I only make acoustic guitars since they are the instruments that play the music that I like. Acoustic guitars are part of my existence, my soul and my mythology if you wish. The making of a musical instrument is a loner’s game so as to speak which is mainly based on the relationship among man, wood and sound. It is an imposed relationship that in the process of time, determines your value as a luthier, as a craftsman, as a creator of a soul-possessing object. To me, the word “luthier” has weakened in meaning due to its extensive use. In other words, it’s not just a description of a profession but a title and I know very few people who righteously bear this title. When the old luthiers wanted to talk about a colleague of theirs with disdain, they called him “carpenter”. So, we must really make a crucial distinction between carpentry and the craft of making stringed instruments. Now, about the comparison between acoustic and electric musical instruments, again there is a great difference, a different philosophy, regarding the way they are perceived by the public eye. The electric ones are very popular because they are held by big names that have created their own public mythology since the rock era came to being. I have heard many wild stories from some supposedly mature adults concerning the making and the sound of instruments of some popular bands. In terms of their craftsmanship, I must admit that I am not that impressed. However, painting and varnishing them is a different story which is indeed exciting. For example, when I am called to give an old see through blonde or a sunburst look to an electric instrument, it’s a challenge indeed. However, the word “electric” has a very determinative meaning. I do not consider as a luthier someone who doesn’t have his own proposition regarding the pickups, the electric parts and the pre-amplification of an instrument. I have intentionally kept myself away from that particular area of instrument-making because with the rapid technological expansion, it is extraordinarily difficult to get somewhere on your own. Now, regarding the differences between acoustic and electric musical instruments, I think there is no comparison because the first require the presence of the craftsman, five layers of wood and a set of strings. Those are the materials that you’ll have to deal with and make something out of them.

4. Is there a difference between a hand crafted and a factory made musical instrument?

K.K: There is another question that unavoidably enters your question. What do we mean by hand-crafted? The factory made instruments are made by skilled technicians who have been doing what they do repetitively and become better as time goes by. A factory also has production controllers in every step of the production line and that can guarantee that the final product will indeed have very high standards. A factory has climatically controlled areas, its own wood drying facilities where timber undergoes through numerous dehumidification and humidification processes. Finally, factories have access to the best quality timber in the world, let alone that their facilities and equipment are constantly modernized. However, the factory doesn’t really care how the final product will sound since many people are involved in its production. On the other hand, the small, one-man, workshop although cannot compare itself to a factory, it has some other advantages that the factory production lacks. For example, the good luthier has the ability to improvise, to change the design, to spend a lot of time designing and elaborating every part of the instrument aiming at making something that would have a better sound and be of a better aesthetic quality. In other words, the final product will be as good as the person who made it. Now about the factors that would influence the buyer to buy a hand crafted or a factory made musical instrument, is indeed an issue that requires many pages to be answered.

5. How do you see  wood as the major component of the final product?

K.K: Initially, I made a reference regarding the relationship among man-wood and sound. Wood is the second link in the “chain” and constitutes the basic part of it. The tonewoods that a luthier uses are very specific and due to their lack, luthiers are forced to experiment with other kinds of wood. A small workshop has a rare and occasional access to good timber. Having high quality wood is very important for the final product but it is not the factor that determines its quality. At this point, the term “luthier” comes to play. Does he have the ability to properly use the good timber or will he destroy it? In other words, if I don’t know how to cook, I won’t cook something descent even if I use the best quality ingredients. It is that simple.

6. Have you ever come to contact with customers of yours that had weird tastes in terms of making a musical instrument?

K.K: As a musical instrument painter, I have custom painted several instruments, electric guitars mainly. I have painted from simple stripes, to the confederacy flag, stars in various depths and backgrounds, Van Halen’s Frankestein and various other designs. However, I have two occasions that I wish to describe. The first was a Kramer neck-through guitar that was given to me by Tony Kontaxakis who played with Anna Vissy (a popular female singer in Greece). He was supposed to appear with her on a show and he thought that it would be nice to have a guitar that matched the vest of the singer which had gold guipure paisleys placed into a deep purple background. I “dressed” the guitar with golden leaves and painted the background so as to give some depth to the paisleys. Years later, I re-painted the instrument transparent red. The second occasion: I vividly remember that it took place around ’93-94. A guy came bringing along a bouzouki-guitar instrument (bouzouki neck and guitar body) crafted by Apartian. He told me that he wanted to take part in the Salonica song contest and he wished to have his instrument painted white having the Greek flag all over it. He also wanted the Parthenon in the front and the White Tower in the back. The guy was dead serious; it wasn’t a joke at all. I got his guitar done and before the contest I saw him on a  t.v channel holding the instrument and dancing while wearing a suit with the Greek flag. It was a jaw dropping scene! Although I didn’t keep any pictures, the instrument appeared at Varlas’ workshop (a colleague of mine) and several pictures were taken then. I have also painted the hammer and sickle-shaped guitar of Panousis that Kagmakis had crafted for him.

7. Could you categorize your customers? Those who come to you because they really care about their instruments and those who are just “show offs”.

K.K: The word “show-off” has nothing to do with the people that come to my workshop. Occasionally, some youngsters would come to ask me to make their guitar resemble the one that their idol plays. Usually, this is just a passing fancy. However, if youngsters grow up and become mature adults and continue to imitate their teen idols in terms of the appearance of their instrument, then there is a problem. All kinds of “tribes” pass the door of my workshop. Some strict and stiff luthiers, some serious classical guitarists, some old rock well researched adults, heavy metal musicians, well researched collectors, vintage guitar maniacs, bouzouki players that have travelled the whole world two and three times, and everyone else that happens to hold a stringed instrument. I consider my workshop as the gathering place of people and instruments from different cultures. I truly enjoy meeting all these people and listening to their wild stories. We are all a bunch of boastful creatures (he laughs). I never take myself seriously but I do take my job very seriously indeed. Perhaps, the hardest part about my profession is to manage the relationship between my customer and his instrument. One day, my long gone friend Lazaros Terzivasian (the son of the legendary bouzouki maker Zozef Terzivasian) told me: Kostas, the musical instruments are objects that cause all sorts of psychoses and since we deal with them must be very careful so as to protect ourselves. He was right and I make myself remember that phrase on a daily basis. It is true that we have to be very careful. When somebody gives you a slab, looks at you straight in the eyes and tells you: “I want the ‘60s yellow just like this one in the picture.” The guy has the picture under his pillow, he sees it when he wakes up, when he goes to bed at night and while he is working, he never misses a chance to look at it again and again. So when he gets his painted instrument, he will accept it or reject it almost immediately. There have been times that I had to re-paint an instrument because “the color tone was slightly different from that of the picture”. Sometimes, someone would bring a Les Paul made of virgin wood with a maple top 5A, bought in the US for several thousand Euros, gives you a book where in every page there is a varnished instrument and tells you: “I want the color on page 64 and be careful with the nitro you use because the instrument is exceptional and I don’t want it damaged.” The person who says such things shows an extreme passion on his instrument and this causes me a few sleepless nights until I finish the job and see a smile on his face. All these matters are very serious and I deal with them on a daily basis. Sometimes the money I make comes second to the satisfaction that comes out of a customer because I get a feeling of gratitude and appreciation for the work I do which brings us back to the statement made by Lazaros. In other words, that happily “sick” person transfers a part of his psychosis to me, as well. We are all passengers in the same bus and sometimes I happen to be the driver (he laughs again).

8. How much time do you spend on an instrument?

K.K: As long as it is needed. If I have to deal with common problems such as a broken neck of an instrument, a broken top, or some broken sides etc, I usually don’t take long depending of course on the work load. However, there are some pretty difficult cases which involve the replacement of parts that have been completely broken or destroyed; I do not touch them until I have a plan on my head regarding the way I am going to deal with the problem. In general, I never rush into things and I wait until I have a mature plan of repairing each heavy damage. Repairs constitute a very special case meaning that several times, a luthier takes a big risk. I have always said that the musical instrument is in great danger if the repairman is of a doubtful reputation. I have seen damages caused to instruments by semi-professionals and surely I have seen their owners crying for having trusted them. Sometimes, they bring me instruments that are not related to my line of business and I do not touch them. We have no right to ruin somebody’s musical instrument and occasionally, I send those people to other luthiers that I believe can repair them better than myself. If someone doesn’t do a professional job, he better be ready to be humiliated and hated for the damages he has done on an instrument.

9. How difficult is the construction of an instrument?

K.K: Oh, that’s a tough question that requires many pages to be answered. However, I will answer it laconically: The making of an instrument is quite simple. Being a true luthier is very hard and complicated.

Mr. kakaniaris, I wish to thank you for your time.

K.K: The pleasure is all mine.

Πηγή: http://rhythmichorizons.blogspot.com/