Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

8 Δεκ 2012

Η ΑΠΟΙΚΙΑ

Tου Δημήτρη Γ. Μαγριπλή

 Προτού γίνει βασίλισσα είχε φτερά. Πετούσε μπροστά και μεις την ακολουθούσαμε εκστασιασμένοι, πεζοί και απόλυτα πιστοί. Ζητούσε ένα μέρος για να μείνουμε και η αλήθεια είναι πως μόνο αυτή μπορούσε να πάρει τη σωστή απόφαση. Είχε το πλεονέκτημα να κοιτά από πάνω την πλάση και αυτό αρκούσε.
Εμείς, τα πλάσματα, αν και μεγαλόσωμα με τεράστια σαγόνια και δύναμη, μέσα σε ολόμαυρες στολές ομοιόμορφες, χωρίς καμία αντίρρηση, κινούμασταν στην σειρά, στοιχισμένα και πάντοτε αμίλητα. Όλοι παιδιά μιας άλλης εποχής. Επικοινωνούσαμε βουβά. Δεν χρειαζόταν ο λόγος. Ο θάνατος όριζε την ζωή. Το μόνο που τον απέτρεπε ήταν η τροφή και η αποφυγή του εχθρού. Στείροι, δεν μας ενδιέφερε τίποτα άλλο. Απλά η επιβίωση. Ευτυχώς ήταν ακόμη καλοκαίρι, αν και τα πάντα είχαν μεταλλαχθεί.

Ο χρόνος είχε πια δύο εποχές, που άλλαζαν απροειδοποίητα και ξαφνικά αφήνοντας πάντοτε χιλιάδες νεκρούς. Πτώματα παντού. Τόσα που πατούσαμε πάνω τους, όταν θέλαμε να περάσουμε από τα δηλητηριασμένα εδάφη. Ευτυχώς η περιπλάνηση δεν κράτησε πολύ. «Εδώ» βροντοφώνησε η καλύτερη και μεις βαλθήκαμε να σκάβουμε καταφύγιο. Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, μα σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα. Δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο. Ίσως δεν έχει και νόημα. Να παίξεις, να απολαύσεις, να ονειρευτείς; Να ρωτήσεις; Να πεις καλημέρα; Τίποτα. Τίποτα. Ο οδηγός στις κεραίες σε καθοδηγεί. Άγρυπνα, χωρίς συναίσθημα, απόλυτα. «Κινδυνεύουμε» σου θυμίζει αν κάνεις το λάθος να φύγεις, κοιτώντας τα χρώματα ή αποζητώντας την ελάχιστη προσωπική περίσκεψη. Είσαι για τους άλλους ή μάλλον μόνο για αυτήν.

Αυτή από άγγελος έγινε τύραννος. Ποιος το περίμενε. Θρονιάστηκε σε ένα ευρύχωρο θάλαμο και έβαλε άλλους να την υπηρετούν. Δεν έκανε τίποτα. Απέξω στεκόντουσαν φρουροί ακοίμητοι και μέσα βασιλικές υπηρέτριες την πλένανε και την ταΐζανε. Κάθε τόσο κυλούσαν στους διαδρόμους μικρά αυγά και έβαζαν άλλους να τα προσέχουν. Απαίσιο! Τα έγλειφαν με τη γλώσσα τους, τόσο πολύ που στο τέλος ήταν κολλώδη και έβγαζαν από μέσα μικρά σκουλήκια που σιγά - σιγά μετασχηματιζόταν σε πλάσματα σαν και εμάς.

Έτσι γεννιόμασταν και ενώ της μοιάζαμε κανείς δεν είχε το θάρρος να την αμφισβητήσει. Εμείς δουλεύαμε χωρίς σκέψη και κοιμόμαστε λιπόθυμοι από την κούραση στοιβαγμένοι στα υπνωτήρια. Κάθε μέρα διανύαμε τεράστιες αποστάσεις για να βρούμε τροφή και ύστερα χωρίς καμία καθυστέρηση τη μεταφέραμε πάνω στο σώμα μας. Ήταν για όλους, αν και κανείς δεν νοιαζότανε τελικά αν γυρίσαμε ή μείναμε βορά στην όρεξη των εχθρών μας. Δεν υπήρχε αγάπη. Ήμασταν απλά μια οργανωμένη - παραγωγική κοινωνία. Μια κοινωνία απόλυτα σύγχρονη, που ο κάθε ένας ήταν μόνος του υπό τη σκέπη του νόμου. Ο νόμος μάς εξασφάλιζε την επιβίωση, την ασφάλεια, την προστασία από διαθέσεις ορισμένων να καταστρέψουν την αποικία. Φυσικά δεν χρωστούσαμε πουθενά. Ήμασταν κυρίαρχοι σε τούτο τον τόπο και ίσοι με κείνη να μας καθοδηγεί και να φροντίζει κάθε μας ανάγκη. Όλοι για αυτήν και όλα για εκείνη αν και στους μόνους που έδινε αξία ήταν σε κάτι φτερωτούς που την επισκέπτονταν μια – δυο φορές το χρόνο. Επιδίδονταν μαζί τους στην αναπαραγωγή. Εμείς νομίζαμε ότι ήταν άγγελοι, μα της κολάσεως, όπως και κείνη στα σίγουρα. Τι είχαμε πάθει;.

Βγήκα από την αποθήκη όλο θυμό. Δεν άντεχα άλλο μια τέτοια ζωή. Διέσχισα τον νότιο διάδρομο και βρέθηκα μπροστά στην φρουρά της εισόδου. Νόμιζαν πως είχα βάρδια και δεν με σταμάτησαν για έλεγχο. Έτρεξα ελεύθερος στο μονοπάτι του κάμπου. Πρωτάκουστο! Μα δεν μπορούσα να αντισταθώ. Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκα και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο ήλιος. Λούστηκα όλος. Έμεινα εκεί ακίνητος. Αμέτρητοι συνέχιζαν την σκυφτή διαδρομή τους. Ίσως ήμουν αόρατος ή απλά ακολουθούσαν τις εντολές. Έφταναν μπροστά μου και με μια πλάγια κίνηση με προσπερνούσαν χωρίς ούτε μια κίνηση ούτε μια λέξη ούτε ένα συναίσθημα. «Ζωντανός ή νεκρός;». Το «κινδυνεύουμε» μου έσκισε το μυαλό. Σήκωσα τα χέρια μου να σπάσω τις δύο μαύρες κεραίες, που στερεωμένες πάνω στο κεφάλι μας διατηρούσαν την επικοινωνία με τον απόλυτο έλεγχο. Θα το έκανα αν δεν σκοτείνιαζε απότομα ο ουρανός. Πανικός παντού. Έτρεχαν όλοι. Άναρχα και απεγνωσμένα ζητούσαν την σωτηρία. «Από τι, άραγε;». Έμεινα πάλι ακίνητος. Κοίταξα ξανά για το φως. Τίποτα, ένα σκοτάδι πνιχτό και απαίσιο και μια αίσθηση σαν κάτι αδιόρατο να σε πλακώνει. Ήμουνα μόνος για πρώτη φορά. Μόνος στο μονοπάτι που έμοιαζε τάφος, που έγινε τάφος μου, αφού μυρμήγκι ήμουνα εντέλει, όταν η σόλα του άγνωστου που με έλιωσε, μου κατάδειξε για πρώτη και τελευταία φορά την ύπαρξή μου.


Πηγή:http://nanodihghma.blogspot.gr

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...